ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

import_contacts|Η καρδιακή ανεπάρκεια ορίζεται ως ανικανότητα της καρδιάς να επιτύχει καρδιακή εξώθηση ανάλογη με τις μεταβολικές ανάγκες των ιστών, κατά την ανάπαυση ή/και τη σωματική καταπόνηση. Ο ορισμός αυτός είναι ευρύς, ώστε να περιλαμβάνει την συστολική και διαστολική δυσλειτουργία της καρδιάς, την ανεπάρκεια υψηλής εξωθήσεως, και τη χρόνια πνευμονική καρδία. Ο επιθετικός όρος; 'συμφορητική' είναι κατάλληλος να χρησιμοποιηθεί, μόνον όταν υπα΄ρχουν συμπτώματα ή σημεία συστηματικής ή πνμευμονικής συγκεντρώσεως υγρών που τυπικά συνδέονται με την κατακράτηση νερού και άλατος, δευτεροπαθούς της ενεργοποιήσεως του νευροχυμικού άξονος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και του συστήαμτος αργινίνης-βασοπρεσίνης με την καρδιακή ανεπάρκεια.
Ο επιπλολασμός της καρδιακής ανεπάρκειας στις ΗΠΑ είναι 4.9 εκατομ., ενώ η επίπτωσή της αυξάνεται προοδευτικά, λόγω της δράσεως δύο, κυρίως, παργόντων: i. η αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως και, ii η ιατρική πρόοδος, με την οποία έχουν σημαντικά μειωθεί η νοηρότητα και θνητότητα των καρδιαγγειακών παθήσεων.

|περιγραφή |φυσιολογία καρδιαγγειακού |παθοφυσιολογία| Καρδιολογικές εξετάσεις |επιδημιολογία|Προδιαθεσικοί παράγοντες |ταξινόμηση |συστολική καρδιακή ανεπάρκεια | καρδιακή ανεπάρκεια: αύξηση πνευμ. φλεβικής πιέσεως|διαστολική καρδιακή ανεπάρκεια |οξεία μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια | οξεία καρδιακή ανεπάρκεια| χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια| βαλβιδοπάθειες|στένωση αορτικής βαλβίδας|στένωση αορτής|παλινδρόμηση αορτικής βαλβίδας|στένωση μιτροειδούς| ανεπάρκεια μιτροειδούς| καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική| καρδιαγγειακές παθήσεις| καρδιαγγειοακό σύστημα|Στηθάγχη | αρρυθμίες|ταχυκαρδία |βραδυκαρδία| νατριουρητικό πεπτίδιο|υπέρταση| η αναπνευστική λετουργία επί καρδιακής ανεπάρκειας | | | |πνευμονική υπέρταση επί καρδιακών παθήσεων|καρδιακή ανεπάρκεια επί ΧΑΠ |υπνοαπνοϊκά σύνδρομα επί ασθενών με ΧΚΑ |ιστορικό |κλινική εικόνα | φυσική εξέταση| |ακρόαση της καρδιάς |αίτια |διάγνωση | ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ| διαφορική διάγνωση|Σύνδρομο Wolff Parkinson White |αντιμετώπιση |

θεραπεία |φάρμακα για την θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας |
Καρδιακή αποκατάσταση, cardiac rehabilitaion| καρδιαγγειακές παθήσεις-εισαγωγή |Στηθάγχη |συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια|θεραπεία |θεραπεία 1|φάρμακα|φάρμακα καρδιαγγειακών παθήσεων| αντιαρρυθμική αγωγή
πρόγνωση|Βιβλιογραφία | |

πίνακας 1. αίτια καρδιακής ανεπάρκειας
Στα κυριότερα αίτια της καρδιακής ανεπάρκειας συγκαταλέγονται:
➀συχνότερα αίτια
-στεφανιαία νόσος
--διαστολική δυσλειτουργία
--συστολική δυσλειτουργία
-υπερτασική μυοκαρδιοπάθεια
--διαστολική δυσλειτορυγία
--συστολική δυσλειτουργία
➁συχνά αίτια
ιδιοπαθής καρδιομυοπάθειεα
αλκοολική μυοκαρδιοπάθεια
υπερτροφική κυοκαρδιοπάθεια
διαβητική μυοκαρδιοπάθεια
βαλβιδοπάθειες
χρόνια πνευμονική καρδία (μόνο δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια)
-χρόνιες πνευμονοπάθειες
-πνευμονική εμβολική νόσος
-πρωτοπαθής/δευτεροπαθής πνευμονική υπέρταση 
➃ασυνήθη αίτια
-λοιμώδης μυοκαρδιοπάθεια (ιογενής, βακτηριακή, μυκητιασική, παρασιτική)
-φαρμακοεπαγώμενη μυοκαρδιοπάθεια (: δοξορουμβικίνη, μπλεομυκίνη)
-συσφιγκτική περικαρδίτις
περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια 
-αμυλοείδωση
-αιμοχρωμάτωση
-σαρκοείδωση
καρδιακή ανεπάρκεια επαγόμενη από παθήσεις του κολλαγόνου
ανεπάρκεια υψηλής εξωθήσεως
-αναιμία
-αρτηριοφλεβώδης αναστόμωση
-νόσος Paget
-θυροτοξίκωση
➄μυοκαρδιοπάθεια από ανεπάρκεια θειαμίνης (beriberi)
καρδιοπάθεια από ακτινοβολίες
καρδιομυοπάθεια εγκυμοσύνης
ουρεμική μυοκαρδιοπάθεια
ενδοκάρδια ινοελάστωση
Ως καρδιακή ανεπάρκεια ορίζεται ως η λειτουργική ή δομική ανεπάρκεια της καρδιάς να προσκομίσει την πρέπουσα ποσότητα Ο2, ανάλογη με τις μεταβολικές ανάγκες των ιστών (&).
☯Η καρδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με το National Institute for Clinical Excellence  είναι ένας περιεκτικός όρος, που, γενικά, αναφέρεται στην παθοφυσιολογική δομική ή λειτουργική εκτροπή, που διαταράσει την φυσιολογική ικανότητα πληρώσεως ή εξωθήσεως αίματοςγια την υποστήριξη φυσιολογικής κυκλοφορίας.  H καρδιά μπορεί να καμφθεί εφόσον για την προώθηση του αίματος αντιμετωπίζει υψηλές αντιστάσεις ή εφόσον το μυοκάρδιο αδυνατεί στην εκπλήρωση ισχυρής εξωθήσεως.Το φυσιοπαθολογικό αποτέλεσμα είναι ότι οι ιστοί στερούνται χρήσιμων θρεπτικών συστατικών και της κατάλληλης ποσότητας Ο2 για τη συνέχιση του αερόβιου μεταβολισμού τους. Συνήθως άρχεται ως αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια και τελικά επινεμείται τη δεξιά καρδία.
Μπορεί να εγκατασταθεί στο έδαφος ποικιλίας νοσημάτων, μεταξύ των οποίων, τα συχνότερα ταξινομούνται στον πίνακα. Επειδή η καρδιά είναι διπλή αντλία, προς το σώμα, μέσω της αορτής, και τους πνεύμονες, μέσω των πνευμονικών αρτηριών, διακρίνονται δύο μορφές καρδιακής ανεπάρκειας. Η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία περαιτέρω διαφορίζεται σε οξεία και χρόνια (χρόνια πνευμονική καρδία) και η αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια, που διακρίνεται σε συστολική και διαστολική. Έχει γνωστεί ότι η πνευμονική λετιουργία είναι χειρότερη επί δεξιάς, παρά επί αριστερής καρδιακής ανεπάρκειας (&). Ένα από τα χαρακτηριστικά της καρδιακής ανεπάρκειας, είναι η κατακράτηση υγρών, η οποία, εφόσον συμβαίνει, ορίζει ως "συμφορητική" την καρδιακή ανεπάρκεια. Σε περιπτώσεις, όπου η καρδιακή εξώθηση είναι φυσιολογική ή πέραν της φυσιολογικής, αλλά οι απαιτήσεις του οργανισμού σε Ο2 είναι αυξημένες, πάνω από τις φυσιολογικές δυνατότητες της καρδιακής εξωθήσεως, τότε αναφέρεται ο όρος "καρδιακή ανεπάρκεια με υψηλή εξώθηση".
Η καρδιακή ανεπάρκεια διακρίνεται, επίσης, σε "οξεία" ή χρονία". Η τελευταία παραλλαγή αφορά σε ασθενείς με σταθεροποιημένη κατάσταση, υπό αγωγή. Συχνά αναφέρεται ο όρος "παρόξυνση καρδιακής ανεπάρκειας" που υπονοεί μια αιφνίδια επιδείνωση της χρόνιας καρδιακής εκτροπής, καλώς αντιρροπισμένης, υπό κατάλληλη αγωγή.
Με τον όρο cardiac arrest, καρδιακή πάυση και ασυστολία, δηλώνονται περιπτώσεις χωρίς καθόλου καρδιακή εξώθηση. χωρίς επείγουσα αντιμετώπιση, η κατάσταση οδηγεί σε θάνατο τον ασθενή. Ο συχνά αναφερόμενος όρος "cardiac attack, καρδιακό επεισόδιο", συνήθως, υπονοεί ένα επεισόδιο ισχαιμίας μυοκαρδίου.
Η μυοκαρδιοπάθεια, τέλος, αφορά περιπτώσεις συνήθως βαρειάς καρδιακής ανεπάρκειας, απότοκη μυοκαρδιοπαθειών (αποφρακτιική ή διατατική).  Η "ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια" υπονοεί ότι το αίτιο της μυϊκής βλάβης είναι η ισχαιμία του μυοκαρδίου, λόγω νόσου των στεφανιαίων.  
Τα αίτια της καρδιακής ανεπάρκειας καταχωρούνται στο ένθετο. Η στεφανιαία νόσος είναι, προσώρας, το συχνότερο αίτιο της καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς ευθύνεται για το 70% των περιπτώσεων με συστολίκη δυσλειτουργία στις ΗΠΑ. Η ιδιοπαθής διατατική μυοκαρδιοπάθεια, οι βαλβιδοπάθειες και η υπεερτασική μυοκαρδιοπάθεια είναι, επίσης, ιδιαίτερα συχνές αιτιολογίες της καρδιακής ανεπάρκειας. Η διαστολική καρδιακή ανεπάρκεια προκύπτει όταν η αριστερή κοιλία καθίσταται ανελαστική και ανένδοτη οπότε αναπτύσσεται αυξημένη πίεση πληρώσεως. Η συστολική λειτουργία, γενικά διατηρείται σε καλά επίεπδα, κι έτσι, το κλάσμα εξωθήσεως είναι φυσιολογικό ή μόλις μειωμένο. Η καρδιακή εξώθηση διατηρείται,λόγω αυξήσεως της διαστολικής πιέσεως πληρώσεως και μειώνεται σε περιπτώσεις υπογκαιμίας, ή υπερβολικών συστηματικών μεταφορτίων. Η διαστολική δυσλειτουργία είναι, συνήθως, απότοκη προηγούμενης υπερτάσεως ή στεφανιαίας ανεπάρκειας.  Παρ΄όλο ότι η επίπτωση της δεξιάς κοιλιακής δυσλειτορυγίας είνα άγνωση, πιστεύεται ότι καλύπτει το 40% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, Είναι σημαντική αναγνώριση της διαστολικής δυσλειτουργίας επ[ειδή τα διάφορα θεραπευτικά μέτρα για τη συστολική ανεπάρκεια -διουρητικά, διγοξίνη- μπορεί να επιδεινώσουν το αιμοδυναμικό προφίλ του ασθενούς κια την κλινική του κατάσταση.
αρρυθμίες |αρρυθμίες|. Η αρρυθμίες είναι κοινό εύρημα στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Παροδική κοιλιακή ταχυαρρυθμία μπορεί να εμφανίζεται σε ποσσοτό 50% των ασθενών και κλοιλιακές αποπολώσεις μπορεί να εμφανίζονται σε ποσοστό 80%. 40-50% των θανάτων είναι αιφνίδιοι, κια πολλοί από τους θανάτους αυτούς οφείλονται σε αρρυθμίες. Η θνητότητα που προκύπτει από μερικούς από τους θεραπευτικούς παράγοντες που για την καρδιακή ανεπάρκεια, όπως οι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μπορεί να ευθύνονται για τις αναφαινόμενες αρρυθμίες, Αλλά οι ειδικοί αντιαρρυθμικοί παράγοντες δεν έχουν αποδειχθεί ικανοί να αποτρέψουν τον αιφνίδιο θάνατο σε αθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια κι έτσι, πρέπει να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή ασθενών που θα είχαν ένειξη για εμφύτευση καρδιακού απινιδωτή. Και, τέλος, οι βαλβιδοπάθειες, ως σύμφυτες ή εκφυλλιστικές διαταραχές προκαλούν καρδιακή ανεπάρκεια, λόγω της μειώσεως της ροής αίματος δι αυτών, υποχρεώνοντας σε χαμηλότερο όγκου εξωθήσεως, καιποροοδευτική εγκατάσταση αντιρροπιστικών μεταβολών 




βιβλιογραφία

1. Keith, RW., Lawrence, DH., Wood, DH.: Ventricular disfunction in critical illness. In: Hall, JB., Schmidt, GA., Wood, LD (eds.).: Principles of Critical Care. McGraw-Hill, Inc. N. York, 1992 pp 1447

2. Keith, R., Lawrence, W., Wood, DLH.: Shock. In: Hall, JB., Schmidt, GA., Wood, LD (eds.).: Principles of Critical Care. McGraw-Hill, Inc. N.York, 1992.pp1393
3. Konstam M, Dracup K, Baker D, et al. Heart failure: evaluation and care of patients with left-ventricular systolic dysfunction. Clinical practice guideline no. 11. AHCPR publication no. 94-0612. Rockville, MD: Agency for Health Care Policy and Research, Public Health Service, U.S. Department of Health and Human Services, 1994.
4. Bonow RO, Udelson JE. Left ventricular diastolic dysfunction as a cau
se of congestive heart failure. Ann Intern Med 1992;117: 502–10.
5. International Guidelines on CPR and ECC. Circulation 2000;102(suppl): 1–384. 142 William A. Norcross and Denise D. Hermann   4. Chakko CS, Woska D, Martinez H, et al. Clinical, radiographic, and he- modynamic correlations in chronic congestive heart failure: conflicting results may lead to inappropriate care. Am J Med 1991;90:353–9.
5. Davie AP, Francis CM, Love MP, et al. Value of the electrocardiogram in identifying heart failure due to left ventricular systolic dysfunction. BMJ 1996;312:222–6.
6. Folland ED, Parisi AF, Moynihan PF, et al. Assessment of left- ventricular ejection fraction and volumes by real-time, two-dimensional echocardiography: a comparison of cineangiographic and radionuclide techniques. Circulation 1979;60:760–6.
7. Talwar S, Downie PF, Ng LL, et al. Towards a blood test for heart fail- ure: the potential use of circulating natriuretic peptides. Br J Clin Phar- macol 2000;50:15–20.
8. Urbano-Marquez A, Estruch R, Navarro-Lopez F, et al. The effects of alcoholism on skeletal and cardiac muscle. N Engl J Med 1989;320: 409–15.
9. Rich MW, Beckham V, Wittenberg C, et al. A multidisciplinary inter- vention to prevent the readmission of elderly patients with congestive heart failure. N Engl J Med 1995;333:1190–5.
10. Pfeffer MA, Braunwald E, Moyé LA, et al. Effect of captopril on mor- tality and morbidity in patients with left-ventricular dysfunction after myocardial infarction: results of the survival and ventricular enlarge- ment trial. N Engl J Med 1992;327:669–77.
11. CONSENSUS Trial Study Group. Effects of enalapril on mortality in severe congestive heart failure. N Engl J Med 1987;316:1429–35.
12. Cohn JN, Johnson G, Ziesche S, et al. A comparison of enalapril with hydralazine-isosorbide dinitrate in the treatment of chronic congestive heart failure. N Engl J Med 1991;325:303–10.
1. Lloyd-Jones D, Adams RJ, Brown TM, et al. Heart disease and stroke statistics – 2010 update: a report from the American Heart Association. Circulation. 2010;121:e46–215. 2. Zile MR, Brutsaert DL. New concepts in diastolic dysfunction and diastolic heart failure: Part I: diagnosis, prognosis, and measurements of diastolic function. Part II: causal mechanisms and treatment. Circulation. 2002;105(1387–93):503–8. 3. Sutton MG, Sharpe N. Left ventricular remodeling after myocardial infarction: pathophysiol- ogy and therapy. Circulation. 2000;101:2981–8. 4. Maisel AS, Krishnaswamy P, Nowak RM, et al. Rapid measurement of B-type natriuretic peptide in the emergency diagnosis of heart failure. N Engl J Med. 2002;347:161–7. 5. Logeart D, Saudubray C, Beyne P, et al. Comparative value of Doppler echocardiography and B-type natriuretic peptide assay in the etiologic diagnosis of acute dyspnea. J Am Coll Cardiol. 2002;40:1794–800. 6. Karamitsos TD, Francis JM, Myerson S, Selvanayagam JB, Neubauer S. The role of cardio- vascular magnetic resonance imaging in heart failure. J Am Coll Cardiol. 2009;54:1407–24. 7. Hunt SA, Abraham WT, Chin MH, et al. ACC/AHA 2005 guideline update for the diagnosis and management of chronic heart failure in the adult-summary article. J Am Coll Cardiol. 2005;46:1116–43. 8. CASS Principal Investigators. A randomized trial of coronary artery bypass surgery. Survival of patients with a low ejection fraction. N Engl J Med. 1985;312:1665–71. 9. Dormans TP, van Meyel JJ, Gerlag PG, Tan Y, Russel FG, Smits P. Diuretic efficacy of high dose furosemide in severe heart failure: bolus injection versus continuous infusion. J Am Coll Cardiol. 1996;28:376–82. 10. Felker GM, Lee KL, Bull DA, et al. Diuretic strategies in patients with acute decompensated heart failure. N Engl J Med. 2011;364:797–805. 11. Cohn PF, Gorlin R. Physiologic and clinical actions of nitroglycerin. Med Clin North Am. 1974;58:407–15. 12. Elkayam U, Bitar F, Akhter MW, Khan S, Patrus S, Derakhshani M. Intravenous nitroglycerin in the treatment of decompensated heart failure: potential benefits and limitations. J Cardiovasc Pharmacol Ther. 2004;9:227–41. 13. Elkayam U, Akhter MW, Singh H, Khan S, Usman A. Comparison of effects on left ventricu- lar filling pressure of intravenous nesiritide and high-dose nitroglycerin in patients with dec- ompensated heart failure. Am J Cardiol. 2004;93:237–40. 14. Cohn JN, Archibald DG, Ziesche S, et al. Effect of vasodilator therapy on mortality in chronic congestive heart failure. Results of a Veterans Administration cooperative study. N Engl J Med. 1986;314:1547–52.