αίτια ανοσοκαταστολής

 κακοήθεια

Η κακοήθεια καθ΄αυτή είναι αίτιο ανοσοκαταστολής, ενώ η χορηγούμενη χημειοθεραπεία προκαλεί λευκοπενία και λεμφοπενία. Η έλλειψη ουδετεροφίλων, η ανεπάρκεια ναοσοσφαιρινών και οι λειτουργικές διαταραχές των Τ-λεμφοκυττάρων εκθέτουν τον ξενιστή σε ευκαιριακές λοιμώξεις (Joos et al.)

πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες

Οι ασθενείς με πρωτοιπαθή ανοσοανεπάρκεια εκτίθενται σε σωρεία λοιμώξεων, που εξαρτώνται από το είδος της υποκείμενης ανοσοανεπάρκειας, αν δηλαδή υπάρχει κυτταρική, χυμική ανοσία ή συνδυασμός τους. Επί ανεπάρκειας χυμικής ανοσίας δεν είναι δυνατό να παραχθούν λειτουργικώς αποδοτικά αντισώματα, με αποτέλεσμα υποτροπιάζουσες, σοβαρές λοιμώξεις των ανώτερων και κατώτερων αναπνευστικών οδών.

Αντίθετα, η ανεπάρκεια της κυτταρικής ανοσίας, σπανιότερη, παριστούν διαταραχές της αναπτύξεώς τους και δυλειτουργίες των Τ-λεμφοκυττάρων. Η δυσλειτουργία των Τ-κυττάρων συνεπάγεται έκπτωση της αποδοτικότητας των Β-κυττάρων και, επομένως, οι περισσότερες από τις διαταραχές κυτταρικής άμυνας καταλήγουν ως μικτές διαταραχές.

Στις συνδυασμένες ανοσοανεπάρκειες, η υπολείπεται ή απουσιάζει η λειτουργία τόσο των  Β-κυττάρων, όσο και των Τ-λεμφοπκυττάρων. Η συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια εκδηώνεται με αλλεπάλληλες λοιμώξεις από συγκυτιακό ιό, HSV, VZV, γρίππη, και άλλες ιογενείς λοιμώξεις, από το ανώτερο και κατώτερο αναπενσυτιικό σύστημα, όσο και διαταραχές από το ΓΕΣ, διάρροιες, και από το δέρμα, βλεννοδερματική καντιτίαση.

ανοσοκαταστολή μετά μεταμόσχευση 

Οι μεταμοσχευθέντες συμπαγούς οργάνου ή μυελού των οστών είναι επιρρπείς στις αναπνευστικές λοιμώξεις, που οφείλονται στα χορηγούμενα ανοσοκατασταλτικά και στο είδος της μεταμοσχεύσεως. Η ένταση και η διάρκεια της ουδετεροπενίας είναι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση λοιμώξεων  στους μεταμοσχευθέντες υπό υψηλή χορήγηση κορτικοειδών και αναστολείς καλσινευρίνης, με ιδιαίτερη επίπτωση της πνευμονικής λοιμώξεως από νοκάρια και μεγαλοϊό. Χρησιμοποιούνται διάφοροι αντιλεμφοπαραγωγικοί παράγοντες, όπως η κυκλοσπορίνη, η αζαθειοπρίνη και το tacrolimus. Επιπλέον, μονοκλωνικά και πολυκλωνικά αντισώματα έναντι αντιγόνων του αιμοποιητικού ιστού, χρησιμοποιούνται με αυξανόμενους ρυθμούς (Peleg AY et al., Yen KT et al., ).

-μεταμόσχευση μυελού των οστών και βρογχιολίτιδα

Οι Clark et al., 1989, επιχείρησαν να μελετήσουν την εμφάνιση κι εξέλιξη του αποφρακτικού συνδρόμου που παρτατηρείται μετά αλλομεταμόσχευση μυελού των οστών και διαπίστωσαν ότι το αποφρακτικό σύνδρομο κυμαίνεται ως προς το χρόνο εμφανίσεώς του, μετά την μεταμόσχευση και το ρυθμό εξελίξεώς του. Συνδέεται δε, με ανοσοανεπάρκεια στον ορό, και η χρόνια εκτεταμένη "μόσχευμα-έναντι ξενιστής" νόσο, ανθεκτική στη θεραπεία. Παρ΄όλο ότι, γενικά η θνητόττηα είναι υψηλή, έχουν αναφερθεί περιπτώσδεις με μακρά επιβίωση.

εγκυμοσύνη

Επί εγκυμοσύνης μειώνεται ο αριθμός των Τ-επικουρικών λεμφοκυττάρων,  η δραστηριότητα των NKC (natural killer cells) και η κλυτταρική ανοσία, με αποτέλεσμα της αυξημένη επιρρέπεια στις λοιμώξεις. Επιπλέον, η αύξηση των συγκεντρώσεων της προγεστερόνης και της 17 βήτα-οιστραδιόλης, διευκολύνει την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Coccidioides immitis (Barbee RA et al.) . Οι συντελούμενες μεταβολές στην καρδιοπνευμονική λειτουργία, ως μέρος της φυσιολογικής εγκυμοσύνης, συνεπάγονται μείωση της ικανότητας αντιρροπίσεως των συνεπειών των αναπνευστικών λοιμώξεων, ενώ η απαγόρευση διενέργειας απεικονιστικού έλεγχου μπορεί να οδηγήσουν στην καθυστέρηση της διαγνώσεως μιας πνευμονίας (Lederman MM). Αν και ο αιτιολογικός παράγοντας δεν ταυτοποιείται στο 50% των περιπτώσεων πνευμονίας κοινότητας επί εγκύων, φαίνεται ότι ο στρεπτόκοκκος της πνευμονίας ή ο αιμόφιλος της γρίππης είναι τα συχνότερα παθογόνα (Goodnight WH, Soper DE).

κατανάλωση οινοπνεύματος

Η κατανάλωση οινοπνεύματος επηρεάζει δυσμενώς την πνευμονική και συστηματική άμυνα, και αποτελεί κοινό παράγοντα κινδύνου πνευμονίας κοινότητας, ο οποίος ενισχύεται εκ του γεγονότος ότι οι αλκοολικοί ασθενείς είναι ταυτόχρανα καπνιστές, ενώ έχουν μειωμένη ικανότητα απραγωγής σιέλου, που αποτελεί σημαντικό αμυντικό παράγοντα του τοπικού βλεννογόνου (Happel KI; Nelson S).  Σημειώνεται ότι οι ασθενείς υπό κορτικοειδή για αλκοολική ηπατίτιδα, τελούν υπό αυξημένο κίνδυνο προσβολής από πνευμονοκύστι carinii (Faria LC).

κυστική ίνωση

Οι ασθενείς με κυστική ίνωση βιώνουν προοδευτική εξέλιξη της πνευμονοπάθειας, με κατάληξη την αναπνευστική ανεπάρκεια και κάμψη. Η παθολογική μεταγωγή χλωρίου και νατρίου στο αναπνευστικό επιθήλιο, απολήγει στην παραγωγή ιξωδών, παχυρρεύστων τραχειοβροαγχικών εκκρίσεων, που προκαλούν απόφραξη των αεραγωγών και εποικισμό παθογόνων μικροοοργανισμών, όπως η Pseudomonas aeruginosa (Gibson R et al.).

αυτοάνοσα νοσήματα

επηρρέπια στις λοιμώξεις ασθενών με ΣΕΛ
χαμηλές συγκεντρώσεις συμπληρώματος
λήψη >20 mg κορτικοστεροειδών την ημέρα
κυκλοφωσφαμίδη

Ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα, απότοκα πρωτοπαθούς διαταραχής ή επιγενούς, μετά λήψη ανοσοκατασταλτικών, τελούν υπό υψηλότερο κίνδυνο προσβολής πνευμονίας. Η επηρρέπεια στις λοιμώξεις οφείλεται σε παράγοντες προερχόμενους από τις μεταβολές στο ανοσιακό σύστημα και τη χορήγηση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος πρέπει να διακρίνεται η ευκαιριακή λοίμωξη από παρόξυνση της νόσου, επειδή η χορήγηση κορτικοειδών, παρουσία λοιμώξεως μπορεί να αποβεί βλαπτική (Zandman-Goddard G, Shoenfeld Y), (Falagas ME et al). 

Ανεπάρκεια του συμπληρώματος. αυξημένα επίπεδα του Fc gamma III και του GM-CSF (: granulocyte-macrophage colony-stimulating factor) μπορεί να εισφέρουν στην αυξημένη επηρρέπεια στις λοιμώξεις ασθενών με ΣΕΛ.

νευρομυϊκές παθήσεις

Διαταραχή μηχανισμών καθάρσεως στο αναπνευστικό σύστημα είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου πνευμονίας. Η πνευμονία είναι ο κοινότερος αιτιοπαθογενετικός παράγοντας θανάτου ασθενών με νευρομυϊκά νοσήματα (Boitano LJ). Διαταραχές του αντανκλαστικού του βήχα κια της καταπόσεως, και η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση είναι συχνότερες, σοβαρότερες και επίμονες σε ασθενείς με ΑΕΕ. Επίσης η κυφοσκολίωση συνεπάγεται ανισότιμο μυϊκό τόνο και επαγει την ατελεκτασία.

διαταραχές συνειδήσεως

βλάβες της Σ.Σ.

μπορεί να ευθύνονται για την ανεπάρκεια αμυντικών αντανακλαστικών.

ακραίες ηλικίες

Οι ηλικιωμένοι μπορεί να αναφέρουν λιγότερα συμπτώματα, κάνοντας, έτσι, τη διάγνωση περισσότερο προβληματική (Marrie TJ), ενώ τα παιδιά -με ιστορικό προωρότητας- είναι επηρρεπή σε λοιμώξεις με συγκυτιακό ιό (brief report). 

εγκαύματα

Οι επιπλοκές από το αναπνευστικό, απότοκες της άμεσης επινεμήσεως του αναπνευτικού ή εμμέσως, λόγω της διαταραχής της εκπτύξεως από τα εγκαύματα. Η κάθραση των παθογόνων μικροοοργανισμών είναι επισφαλής στους εγκαυματίεες λόγω αναστολής του αντανακλαστικού του βήχα, διαταραχών στη βλεννοκροσσωτή κάθαρση, απόφραξη των αεραγωγών από βύσματα παθολογικής συστάσεως εκκρίσεων, και διαταραχής της φυσιολογικής λειτορυγίας των κυψελιδικών μακροφάγων. Σε μερικά κέντρρα έχει υιοθετηθεί η εκλεκτική απολύμανση της στοματικής κοιλότητας, με σκοπό τη μείωση της  μεταγωγής παθογόνων προς τις αναπενσυτικές οδούς και πρόκληση πνευμπνίας ([Best Evidence] de La Cal MA). 

λευχαιμία

Η πρωτοπαθής χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία χαρακτήζεται από υποτροπιάζοντα επεισόδια πνευμονίας (Ahmed S et al.). Ασθενείς υπό χημειοθεραπεία τελούν υπό ουδετροπενία και πρόσθετο κίνδυνο λοιμώξεων του αναπενυστικού (Bodey GP et al.).

λέμφωμα

Μπορεί να αναπτυχθεί δευτεροπαθής πνευμονία, απότοκη αποφράξεως των αεραγωγών εκ συμπιέσεως έξωθεν από διογκωμένους λεμφαδένες. Επιπλέον, οι ασθενείς με λέμφωμα συνήθως ειναι υπό θεραπεία με κορτικοειδή, που τους εκθέτουν σε μεγαλύτερο κίνδυνο λοιμώξεων.

 χημειοθεραπεία

Ασθενείς υπό χημειοθεραπεία για όγκους συμπαγών οργάνων τελούν υπό αυξημένο κίνδυνο αναπτύξεως πνευμονίας,

στεροειδή

Τα στεροειδή εκθέτουν τους λήπτες σε αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων του ανώτερου και κατώτερου αναπνευστικού, που μπορεί να ενισχύεται από αίτια που ανάγονται στην παθοφυσιολογία του νοσήματος, για το οποίλ θεραπεύονται με στεορειδή. Έτσι, επί σαρκοειδώσεως, π.χ., οι ασθενείς υπό π=μακροπερίοφ=δη χορήγηση σγτεροειδών, τελούν υπό τον κίνδυνο πνευμονίας, όπως όλοι οι ασθενείς υπό χρόνια λήψη κορτικοειδών. Ενώ, παράλληα, ο κίνδυνος λοιμώξεων ενισχύεται, λόγω του ενδεχομένου αναποτύξεως αποφρακτικής πνευμονίτιδας, που οφείλοντα σε αποφράσσοντα αεραγωγούς ενδοβρογχικά κοκκιώματα ή στην έκπτωση της κυτταρικής άμυνας, που επάγει η πάθηση καθαυτή. Η δόση και η δια΄ρκεια της χορηγήσεως κορτικοειδών είναι προγνωστική του κινδύνου λοιμώξεων. Έτσι, χορηγήσεις πάνω από 10mg/d ή αθροιστικά πάνω από 600 mg, συνιστοπύν υψηλό κίνδυνο πνευμονίας.

ασπληνικοί ασθενείς

Οι ασθενείς είναι επηρρεέπίς λοιμώξεων από ενκάψια μικρόβια, όπως ο πνευμονιόκοκκος.

 υπεργλυκαιμία και διαβήτης

ΟΙ παθολογικές αυτές καταστάσεις προκαλούν δυσλειτουργεία των ουδετεροφίλων και αποτελούν ανεξάρτητους δυσμενείς παράγοντες πτωχής εκβάσεως ασθενών με πνευμονία.

 

HIV ανοσοαναεπάρκεια