Εγκυμοσύνη και Πνευμονοπάθειες

περιεχόμενα

εισαγωγή

Εισαγωγή
Η εγκυμοσύνη είναι προδιαθετικός παράγων πνευμονοπαθειών. Οι πνευμονοπάθειες απειλούν την επιτυχή έκβαση μιας εγκυμοσύνης.
Αναγνωρίζονται εμφανείς μεταβολές στη καρδιαγγειακή και πνευμονική λειτουργία κατά την εγκυμοσύνη, που οφείλονται σε φυσιολογικούς και ορμονικούς λόγους. Τα υψηλά επίπεδα προγεστερόνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνουν την οδήγηση της αναπνοής, για προστατευτικούς λόγους, ενώ η μεγέθυνση μεταβάλει την λειτουργία του διαφράγματος κι έτσι προκαλείται μείωση της λειτουργικής υπολειπομένης χωρητικότητας, και πιθανόν να επάγει τη διαφυγή αίματος και υποξαιμία, που μπορεί να επιδεινώνεται κατά τον ύπνο.Η διαχείριση των πνευμονικών παθήσεων κατά την εγκυμοσύνη προϋποθέτει επαρκή κατανόηση των μεταβολών στο πνευμο-καρδιαγγειακό σύστημα, για την ορθή ερμηνεία των κλινικοεργαστηριακών ευρημάτων των παθολογικών καταστάσεων.
abstract
Pregnancy increases ventilatory drive, which have  potentially protective effect, while theenlarging uterus alters the function of the diaphragm and thus caused decrease in functional residual capacity, and is likely to induce shunting of blood and hypoxemia that may to deteriorate during sleep. Management of pulmonary diseases during pregnancy requires a good understanding of the changes in the cardiovascular system-pneumonia, for the correct interpretation of the clinical, laboratory findings of patPregnancy is a predisposing factor for lung diseases. The lung diseaes threaten the success of a pregnancy. Marked changes in cardiovascular and pulmonary function during pregnancy are recognised, due to physiological and hormonal reasons. The high levels of progesterone during pregnancy increases ventilatory drive, while functional residual capacity is decreased due to higher intrabdominal pressure of the augmented uterus. The combination of both results in an augmentation of dead space ventilation and potentially hypoxaemia.
μεταβολές του αναπνευστικού κατά την εγκυμοσύνη
Η εγκυμοσύνη επιβάλλει εμφανείς μεταβολές στο αναπνευστικό σύστημα της μητέρας, που απολήγουν σε έκδηλες μεταβολές της φυσιολογίας της αναπνοής.
-ανατομικές μεταβολές. Οι ορμονικές μεταβολές κατά την εγκυμοσύνη προσβάλλει τις ανώτερες αναπνευστικές οδούς, τον βλεννογόνο των αεραγωγών, προκαλούν υπεραιμία (συμφόρηση των τριχοειδών), οίδημα του βλεννογόνου, υπερεκρίσεις και αυξημένη ευθρυπτότητα του βλεννογόνου. Για το οίδημα και την υπεραιμία είναι υπεύθυνα τα οιστρογόνα. Η διαρκώς μεγεθυνόμενη μήτρα και οι ορμονικές μεταβολές συνεπάγονται ανατομικές μεταβολές στον θωρακικό κλωβό. Με την έκπτυξη της μήτρας το διάφραγμα μετακινείται κεφαλικώς, και η εγκάρσια διάμετρος του θώρακος αυξάνει, με αποτέλεσμα την μεταβολή της περιμέτρου του θώρακος. Η λειτουργία του διαφράγματος παραμένει φυσιολογική, και η διαφραγματική εκπνοή δεν μεταβάλλεται.
-πνευμονική λειτουργία. Οι, κατά την εγκυμοσύνη, ανατομικές μεταβολές στο θώρακα συνεπάγονται προοδευτική μείωση της FRC, η οποία μπορεί να μειωθεί κατά 10-20% μέχρι τον τοκετό. Ο υπολειπόμενος όγκος μπορεί, αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις, να μειωθεί ελαφρώς, Η αυξημένη περίμετρος του θώρακα επιτρέπει στην ζωτική χωρητικότητα να διατηρήσει το μέγεθός της και η ολική πνευμονική χωρητικότητα μεταβάλλεται ελάχιστα μέχρι την εγκυμοσύνη και η πνευμονική διατασιμότητα δεν μεταβάλλεται, αλλά η διατασιμότητα του θωρακικού τοιχώματος -κι επομένως η ολική διατασιμότητα- μειώνονται, με αποτέλεσμα αύξηση του έργου αναπνοής.  Οι ορμονικές μεταβολές κατά την εγκυμοσύνη δεν μεταβάλλει αισθητά τη λειτουργία των αεραγωγών και ο κατά λεπτό πνευμονικός αρισμός αυξάνεται μέχρι τον τοκετό, κατά 20-40% από το τέλος του 1ου τριμήνου. Ο κυψελιδικός αερισμός, εν τούτοις, αυξάνεται σημαντικά, 50-70%, λόγω της αυξήσεως της μεταβολικής παραγωγής του CO2 και λόγω της αυξημένης αναπνευστικής συχνότητας λόγω των υψηλών συγκεντρώσεων προγεστερόνης. Ο αναπνεόμενος όγκος αυξάνεται κατά 30-50%. Ο αναπνευστικός ρυθμός παραμένει φυσιολογικός ή εμφανίζει ελαφρά αύξηση.
-Αέρια αρτηριακού αίματος. Ο φυσιολογικός υπεραερισμός, στην εγκυμοσύνη, απολήγει σε αναπνευστική αλκάλωση, που επιχειρείται να 'ρυθμιστεί' με αποβολή αλκαλικών ούρων μέσω νεφρικής αποβολής HCO3̄ (διττανθρακικών).  Η PaCO2 μειώνεται σε επίπεδα, μεταξύ 28-32 mmHg και η συγκέντρωση διττανθρακικών μειώνεται, επίσης, σε επίπεδα μεταξύ 18-21 mmol/L. διατηρώντας το pH σε επίπεδα >7.40. Μπορεί να επισημανθεί ήπια υποξαιμία, ιδιαίτερα εάν η έγκυος είναι σε ύπτια θέση. Η κατανάλωση Ο2 αυξάνεται κατά την αρχή του πρώτου τριμήνου και, ακολούθως αυξάνεται κατά 20-33% μέχρι τον τοκετό, λόγω των εμβρυϊκών απαιτήσεων και της αυξήσεως των μεταβολικών απαιτήσεων της μητέρας. Κατά τον τοκετό, παρατηρείται σημαντική αύξηση του αερισμού, υπεραερισμός, λόγω του πόνου και της ευερεθιστότητας, που μπορεί να απολήξει σε σημαντική υποκαπνία και αναπνευστική αλκάλωση, που επηρεάζει αρνητικά την οξυγόνωση του εμβρύου, επειδή συνεπάγεται μείωση της αιματώσεως της μήτρας. Σε μερικές περιπτώσεις, ο μέγάλος πόνος και η ερεθιστότητα μπορεί να απολήξουν σε επιπόλαιη αναπνοή, αυξηση του νεκρούτ χώρου και μείωση του κυψελιδικού αερισμού, ατελεκτασία, και ήπια υποξαιμία.
μεταβολές του καρδιαγγειακού κατά την εγκυμοσύνη

Οι καρδιαγγειακές μεταβολές επί εγκυμοσύνης εμφανίζονται ήδη από το 1ο τρίμηνο της κυήσεως και συνεχίζουν ακόμη και μετά τον τοκετό. Ο όγκος του μητρικού αίματος αυξάνεται, προοδευτικά και πλησιάζει το μέγιστό του, όπου και σταθεροποιείται, στο 140% του αρχικού όγκου περί το 3ο τρίμηνο. Ο όγκος πλάσματος αυξάνεται κατά 40-50%, κατά την 25η εβδομάδα της κυήσεως. και η μάζα των ερυθρών αιμοσφαιρίων, κατά 10-30% καθώς πλησιάζει η 32η εβδομάδα. Η συτηματική αρτηριακή πίεση μειώνεται ελαφρά με τη διαστολική να πέφτει κατά 10-20% και προσεγγίζει το ναδίρ της την 28η εβδομάδα. Η ογκωτική, κολλοειδής πίεση του πλάσματος μειώνεται λόγω της διαλύσεως των πρωτεϊνών πλάσματος. η κριτική πίεση των πνευμονικών τριχοειδών, υπό την οποία άρχετγαι ο σχηματισμός οιδήματος μειώνεται, επίσης. Οι συστηματικές αγγειακές αντιστάσεις και οι αντιστάσεις των πνευμονικών αρτηριώνμειώνονται κατά 20-30%.
-δομικές και λειτουργικές μεταβολές στην καρδιά
Το μέγεθος του αριστερού κόλπου αυξάνεται. συσχετιζόμενο με την αύξηση του όγκου του αίματος. Η τελοδιαστολική διάσταση της αριστερής κοιλίας αυξάνεται, επίσης, ενώ η τελοσυστολική διάμετρός της μπορεί να μειωθεί ως αποτέλεσμα των μεταβολών της καρδιακής συσταλτικότητας. Το πάχος της αριστεράς κοιλίας αυξάνεται κατά 28% και η μυϊκή μάζα του μυοκαρδίου αυξάνεται κατά 52%.
-σύνδρομο υποτάσεως στην ύπτια θέση
Προς το τέλος της κυήσεως, η ιδιαίτερα μεγενθυμένη μήτρα συμπιέζει τα απρακείμενα αγγεία, με αποτέλεσμα μείωση της φλεβικής επιστροφής, και του όγκου παλμού και μείωση του κλάσματος εξωθήσεως. Τοποθετώντας την έγκυο στο αριστερό πλάγιο μπορεί να εξαλειφθούν οι επιδράσεις αυτές.
-τοκετός και λοχεία
Οι αιμοδυναμικές μεταβολές εκσημαίνονται κατά τον τοκετό και την περιγεννητική περίοδο. Η καρδιακή εξώθηση, φυσιολογικά αυξάνεται στη διάρκεια του τοκετού, κατά 10-15%, πάνω από τα επίπεδα του 3ου τριμήνου της κυήσεως. Οι συσπάσεις της μήτρας απολήγουν σε αύξηση του προφορτίου λόγω αυτοδιηθήσεως κατά 300-500 ml του αίματος, αμέσως μετά τον τοκετό. Περαιτέρω αύξηση του όγκου του αίματος παρατηρείται κατά τη διάρκεια των συσπάσεων της μήτρας.
-οξυγόνωση του εμβρύου
Η παροχή οξυγόνου στον πλακούντα και το έμβρυο εξαρτώνται από την περικετικότητα οξυγόνου του αρτηριακού αίματος της μητέρας και την αιματική ροή στη μήτρα. Οποιαδήποτε μείωση της καρδιακής εξωθήσεως μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οξυγόνωση του εμβρύου. Η υπόταση και η αλκάλωση της μητέρας και οι ενδογενείς κατεχολαμίνες μπορεί να προκαλέσουν σύσπαση της μητιραίας αρτηράις μειώνοντας, έτσι, την παροχή αίματος (και οξυγόνου) στο έμβρυο. Η PO2 της ομφαλικής φλέβαςσπάνια υπερβαίνει τα 40 mmHg, αλλά η περιεκτικότητα οξυγόνου στο έμβρυο σπάνια είναι υψηλή. Αυτό οφείλεται στην αριστερή απόκλιση της καμπύλης δεσμεύσεως της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης, η οποία είναι 80-90% κορεσμένη με paO2 30-35 mmHg (!). Το οξυγονομένο αίμα της ομφαλικής φλέβας αναμιγνύεται με το αναχθέν αίμα της εμβρυϊκής άνω κοίλης φλέβας μειώνοντας την pO2 στο εμβρυϊκό αρτηριακό δίκτυο σε 20-25 mmHg. Το έμβρυο διαθέτει υψηλή συγκέντρωσh Hb (150 g/L) και αυξημένη καρδιακή εξώθηση και τόσο η η αριστερή,. όσο και η δεκξιά κοιλία, μέσω του αρτηριακού πόρου, αρδεύουν της συστηματική κυκλοφορία. Μικρές μεταβολές στο αρτηριακό αίμα της μητέρας μπορεί, ωστόσο, να προκαλέσουν μεγάλες μεταβολές στον κορεσμό του εμβρυϊκού αίματος επειδή το εμβρυϊκό κυκλοφορικό σύστημα κινείται στο κάθετο τμήμα της καμπύλης δεσμεύσεως-αποδεσμεύσεως της αιμοσφαιρίνης.  δύσπνοια κατά την εγκυμοσύνη
Η δύσπνοια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συχνή, επιπίπτει στο 60%, περίπου, των εγκύων, κατά την άσκηση και 20% κατά τη ανάπαυση. Στη συχνότητα του συμπτώματος οφείλεται ο χαρακτηρισμός του ως 'φυσιολογική' δύσπνοια. Φυσιολογική δύσπνοια μπορεί να παρατηρείται από τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης και δεν επηρεάζεται από τις καθημερινές δραστηριότητες (&). Αποδίδεται στον υπεραερισμό, λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων προγεστερόνης, παρ΄όλο ότι δεν αποκλείεται να υποεισέρχονται μηχανισμοί που σχετίζονται με τη διόγκωση της μήτρας. Πρέπει να διακρίνεται η φυσιολογική δύσπνοια, από τη παθολογική δύσπνοια που συνοδεύει παθήσεις που επιπλέκουν την (ή συνυπάρχουν) με την εγκυμοσύνη. Πάντως η αντοχή στην άσκηση, παρά τη δύσπνοια, δεν επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό. Η παρουσία άλλων σημείων και συμπτωμάτων από το καρδιοανα[πνευστικό σύστημα δείχνει μια πιθανή παθολογική προέλευση της δύσπνοιας, που καθιστά υποχερωτική την λεπτομερή διερεύνιση της εγκύου.
Φαρμακολογία του αναπνευστικού κατά την εγκυμοσύνη

Στην απόφαση χορηγήσεως φαρμάκων σε μια έγκυο πρέπει να οικονομείται αφ΄ενός οι φαρμακολογικοί μηχανισμοί που αφορούν την μητέρα και η αποφυγή αρνητικών επιδράσεων στο έμβρυο. Τόσο φάρμακα που αφορούν το αναπνευστικό, όσο και εκείνα που αφορούν το καρδιαγγειακό πρέπει να χορηγούνται με περίσκεψη. Η ικανότητά τους να διαπερνούν τον πλακούντα καθορίζεται από το μοριακό βάρος της εμπεριεχόμενης φαρμακευτικής ουσίας, τα ηλεκτροχημικά της χαρακτηριστικά και τη λιποδιαλυτότητά της. Η διαφορετική λιποδιαλυτότητα, π.χ., της σαλμετερόλης από την φορμοτερόλη καθιστά την πρώτη προτιμότερη της δεύτερης για την αντιμετώπιση του άσθματος των εγκύων. Τα φάρμακα, γενικά, διακρίνονται από την παθητική διαλυτότητά τους ή τη ενεργό προώθησή τους μέσω του πλακούντος προς την εμβρυϊκή κυκλοφορία. Κατά την εκτίμηση των πιθανών παρενεργειών στο έμβρυο, πρέπει να εκτιμάται η συνόλη έκθεσή του στο φάρμακο που χορηγείται στη μητέρα και τους μεταβολίτες του επειδή σημαντικό ποσοστό διαπερνά τον πλακούντα προς το εμβρυϊκό ήπαρ.
-απορρόφηση. Τόσο η εκκένωση του στομάχου, όσο και η γαστρική κινητικότητα επηρεάζονται κατά την εγκυμοσύνη, λόγω της διογκούμενης μήτρας. Επομένως, η απορροφητικότητα των φαρμάκων ενδέχεται να τροποποιείται κατά την εγκυμοσύνη. Η μείωση της εντερικής κινητικότητας μπορεί να διευκολύνει την αύξηση της απορροφητικότητας. Ο μεταβολισμός πρώτης διελεύσεως από την πυλαία κυκλοφορία δεν μετάβαλλεται, εν τούτοις, κατά την εγκυμοσύνη.
-κατανομή. Η κατανομή ενός φαρμάκου επηρεάζεται από το ρυθμό ασιματώσεως στα διάφορα όργανα, τη διαλυτότητά τους και το βαθμό δεσμεύσεως με τις πρωτεΐνες ή τους ιστικούς υποδοχείς. Επειδή ο φυσιολογικός όγκος καταναμής είναι μεγαλύτερος επί εγκυμοσύνης, μπορεί να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις φορτίσεως.
-δέσμευση από τις πρωτεΐνες. Κατά την εγκυμοσύνη, συνήθως, μειώνεται η δεσμευτική ικανότητα των πρωτεϊνών, γεγονός που συνεπάγεται την κυκλοφορία υψηλότερων συγκεντρώσεων ελεύθερου φαρμάκου, επί χορηγήσεως φαρμάκων που φυσιολογικά δεσμεύονται από πρωτεΐνες.
-αποβολή. Η κάθαρση των φαρμάκων μέσω του ήπατος δεν επηρεάζεται, κατά την εγκυμοσύνη. Εν τούτοις, ο μεταβολισμός στο ήπαρ μπορεί να αυξηθεί, με αποτέλεσμα μείωση των επιπέδων ορισμένων φαρμάκων στο αίμα. Επειδή η ο ρυθμός σωληναριακής διηθήσεως αυξάνεται κατά την κυοφορία, μερικά φάρμακα που αποβάλλονται με τα ούρα μπορεί να υφίστανται ταχύτερη κάθαρση κατά την εγκυμοσύνη. 
στρατηγική χρήσης φαρμάκων κατά την εγκυμοσύνη
Η πρόθεση να χορηγηθούν φάρμακα σε μια έγκυο, πρέπει να συνοδεύεται από απαντήσεις σε ερωτήματα, όπως: Είναι τα φάρμακα αναγκαία; Τι δεδομένα διατίθενται από πειραματικές ή μελέτες παρατηρήσεως για την αποτίμηση των επιδράσεων των φαρμάκων στο έμβρυο; Ποιά είναι η επίδραση του φαρμάκου στην εγκυμνοσύνη, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας του τοκετού; Πρέπει η δόση ή τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των δόσεων να μεταβληθούν κατά την εγκυμοσύνη; Η θεραπεία έχει χωρίς λόγο καθυστερήσει ή αναβληθεί, λόγω της εγκυμοσύνης;
Τα δεδομένα επί της δράσεως φαρμάκων στο έμβρυο, είναι σποραδικά.Η κατά τον Αμερικανικό Οργανισμό διατροφής και και Φαρμάκων (US Food and Drug Administration, FDA) ταξινόμηση των φαρμάκων σε κατηγορίες Α, B, C, D και X, αναλύονται στον επόμενο πίνακα: 

κατάταξη των φαρμάκων αναφορικά με την εγκυμοσύνη
Α
Εμβρυϊκός κίνδυνος, σε μελέτες επί παρατηρήσεων σε ανθρώπους δεν έχει καταγραφεί.
B
Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει μη ύπαρξη κινδύνου, αλλά υπάρχει πολύ περιορισμένος αριθμός μελετών σε ανθρώπους
C
Υπάρχουν μελέτες σε πειραματόζωα, επί του εμβρυϊκού κινδύνου, αλλά ο κίνδυνος στο έμβρυο δεν έχει αποτιμηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες επί ανθρωπίνων όντων.
D
Έχει καταδειχθεί κίνδυμος για το έμβρυο και η χρήση τους επιτρέπεται μόνον εάν το όφελος είναι μεγαλύτερο από τη δυνητική βλάβη στο έμβρυο
X
Αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, επειδή το όφελος είναι μικρότερο, από τον κίνδυνο στο έμβρυο.
Εκτός και εάν διατίθενται πολύ σαφή δεδομένα επί της ασφάλειας των φαρμάκων στην εγκυμοσύνη, επιβάλλεται η επιφύλαξη ότι τα φάρμακα μπορεί να ασκούν δυσμενείς επιδράσεις στο έμβρυο. Εν τούτοις, η αποφυγή χροηγήσεως φαρμάκων μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες τόσο στη μητέρα, όσο και στο έμβρυο και η ίδια αντίληψη καθορίζει και την ιατρική συμπεριφορά κατά τη γαλουχία. Παρ΄όλο ότι η αναλογία της δόσεως που προσλαμβάνεται και απορροφάται από το έμβρυο είναι πολύ μικρή, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές παρενέργειες.
  -  η χρήση φαρμάκων στην εγκυμοσύνη
--μεθυλοξανθίνες. Τόσο η θεοφυλλίνη, όσο και η αμινοφυλλίνη διαπερνούν ευχερώς τον πλακούντα, αλλά δεν έχει ανακοινωθεί επιβλαβής δράση στο έμβρυο ή ανάπτυξη δυσμορφιών. Η φαρμακινητική της θεοφυλλίνης δεν επηρεάζεται από την εγκυμοσύνη και το φάρμακο εκκίνεται με το μητρικό γάλα, επίσης.
--β-αγωνιστές. Τα φάρμακα αυτά εχουν περιορισμένη, γενικά, συστηματική απορρόφηση και ικανότερη βρογχοδιασταλτική δράση, εάν χορηγούνται με εισπνοές. Υπάρχουν δεδομένα, ότι η χορήγησή τους κατά την εγκυμοσύνη δεν ασκεί δυσμενείς επιδράσεις στην περιγεννητική νοσηρότητα και θνητότητα, δεν ευθύνονται για σύμφυτες δυσμορφίες, δεν διαφοροποιούν το βάρος γεννήσεως ή το score Apgar. 
--κορτικοειδή. Η χρήση των κορτικοειδών στην εγκυμοσύνη συνεχίζει να αμφισβητείται, παρ΄όλο ότι έχουν δει το φως της Ιατρικής δημοσιότητας μελέτες με τις οποίες υποστηρίζεται ότι δεν διατρέχεται κίνδυνος στο έμβρυο. Σε 3 μελέτες με εισπνεόμενα κορτικοειδή επί ανθρωπίνων όντων, δεν εντοπίστηκαν συγγενείς διαμαρτίες περί τη διάπλαση ή εμβρυϊκές παρενέργειες. Η πρεδνιζόνη έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα, κατά την εγκυμοσύνη, για ποικιλία παθολογικών καταστάσεων. Συσχετίζεται με αυξημένη επίπτωση λυκόχειλους στα πειραματόζωα, αλλά όχι στα ανθρώπινα όντα.
--ιπρατρόπιο και βρωμιούχο τιοτρόπιο. Κανένα από τα σκευάσματα αυτά δεν ενοχοποιείται με παρενέργειες στα έμβρυα.
--αντιισταμινικά κια αποσυμφορητικά. Οι έγκυες συχνά ζητούν παρόμοια σκευάσματα για ρινίτιδες, οίδημα του ρινικού βλεννογόνου και υποεραιμία, που είναι συχνά στην εγκυμοσύνη. Τα δεδομένα που διατίθενται ΔΕΝ συνηγορούν στη χορήγηση αντιισταμινικών φαρμάκων στην εγκυμοσύνη. Η βρομφενιραμίνη συσχετίζεται με συγγενείς διαμαρτίες.
--κοινά αντιβιοτικά. Στα μείζονα αντιβιοτικά που θεωρούνται ασφαλή κατά την εγκυμοσύνη, περιλαμβάνονται: οι πενικιλλίνες, οι κεφαλοσπορίνες, και η ερυθρομυκίνη. Παρ΄όλο ότι η πενικιλλίνη και η αμπικιλλίνη διαπερνούν ευχερώς τον πλακούντα, δεν έχουν αναγνωριστεί παρενέργειες στο έμβρυο. Οι κεφαλοσπορίνες επίσης, διαπερνούν μετρίως τον πλακούντα, αλλά δεν έχουν επιβαρυνθεί με εμβρυϊκές παρενέργειες. Οι ερυθρομυκίνες διαπερνούν τον πλακούντα σε περιορισμένο βαθμό, αλλά σχηματίζουν υψηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα. Οι εστολικές μορφές τους αντενδείκνυνται, λόγω των πιθανών ηπατικών παρενεργειών στη μητέρα. Τα αντιβιοτικά με σχετικές αντενδείξεις συμπεριλαμβάνονται οι τετρακυκλίνες, οι σουλφοναμίδες, η τριμεθοπρίμη, οι αμινογλυκοσίδες, η νιτροφουρανοΐνη, τα αντιφυματικά φάρμακα και οι κινολόνες. 
τερατογένεση.  Στα φάρμακα αυτά περιλαμβάνονται εκείνα που περιέχουν ιώδιο, όπως η βρομφενιραμίνη, τα αντιισταμινικά, τα κουμαρινικά, τα αντιπηκτή ιονίζουσα ακτινοβολία κά, η σιπροφλοξασίνη, οι σουλφοναμίδες, η τετρακυκλίνη, η χλωραμφενικόλη, η στρεπτομυκίνη, η ριφαμπικίνη, συνδέονται με σημαντικό βαθμό και ποικιλία περενεργειών στο έμβρυο.
---ιονίζουσα ακτινοβολία. Συνδέεται με καθυστέρηση της αναπτύξεως. επιδράσεις στο ΚΝΣ, μικροκεφαλία, και δυσμορφίες στον οφθαλμό. Η μητρική έκθεση σε μικρότερη δόση των 0.05 Gy θεωρείται η γκρίζα ζώνη, και η έκθεση σε πλέον του 0.1 Gy συσχετίζεται με σοβαρές παρενέργειες από το έμβρυο. Η έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία του εμβρύου συνδέεται με παιδικές λευχαιμίες. Μια ακτινογραφία θώρακος εκθέτει σε 0.002 Gy, το σπινθηρογράφημα σε 0.002 Gy και το σπινθηρογράφημα αερισμού σε 0.004 Gy, η πνευμονική αγγειογραφία 0.004 Gy και η φλεβογραφία 0.004 Gy  
Καρδιογενές πνευμονικό οίδηγμα είναι ένα σημαντικό ενδεχόμενο επί οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας κατά την εγκυμοσύνη. Καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να συμβεί απουσία προϋπαρχούσης καρδιοπάθειεας, ως αποτέλεσμα υπερτασικής νόσου κατά την εγκυμοσύνη, και περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας. Συνήθως εμφανίζεται κατά το τελευταίο μήνα της κυήσεως ή αμέσως μετά τον τοκετό, και συνδεέται με σημαντική θνητότητα. Κατά τη διάρκεια του τοκετού ή αμέσως μετά, εμφανίζεται ταχυκαρδία και αύξηση της καρδιακής εξωθήσεως που εισφέρουν στην ανάπτυξη του πνευμονικού οιδήματος.
 Η πνευμονική υπέρταση και το πνευμονικό οίδημα μπορεί να επιπλέκει μια υδατιδόμορφη κύηση, οφειλόμενη σε τροφοβλαστική πνευμονική εμβολή. Αυτό συνήθως συμβαίνει κατά την εκκένωση της μήτρας και η επίπτωση των πνευμονικών επιπτώσεων είναι συχνότερα κατά την τελευταία περίοδο της κυήσεως. Η μύλη κύηση μπορεί, επίσης, να συνοδεύεται με την ανάπτυξη χοριοκαρκινώματος, που συχνά προκαλεί πολλαπλές διακριτές πνευμονικές μεταστάσεις και, ενδεχομένως, πλευριτική συλλογή.
Το άσθμα είναι από τις συχνότερες παθολογικές καταστάσεις που προσβάλλει γυναίκες παραγωγικής ηλικίας (βλέπε: άσθμα και εγκυμοσύνη). Η πορεία του άσθματος κατά την εγκυμοσύνη ποικίλλει, καθώς το 1/3 των εγκύων ασθματικών βελτιώνονται, το 1/3 παραμένουν στάσιμες, ενώ ένα άλλο 1/3 εμφανίζουν σημαντική επιδείνωση. Στις εγκύους με άσθμα, οι εβδομάδες 24-36 τείνουν να είναι οι πλέον προβληματικές, ενώ μόνο 10% των εγκύων βιώνουν ασθματικές κρίσεις κατά τη διάρκεια του τοκετού και της λοχείας και η βαρύτητα τείνει να υποστρέφεται στο πρώτο τρίμηνο μετά τον τοκετό. Το άσθμα, τείνει να έχει την ίδια πορεία κατά τη διάρκεια επόμενων κυήσεων. Όπως αναλύεται στην ανασκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας (βλέπε: άσθμα και εγκυμοσύνη), περίπου 20% των γυναικών εμφανίζουν άσθμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ 6% εξ αυτών χρειάζονται νοσηλεία σε κλινική. Οι παροξύνσεις παρατηρούνται συχνότερα στο τέλος του 2ου τριμήνου και πυροδοτούνται είτε από ιογενείς λοιμώξεις ή λόγω ανοχής στα εισπνεόμενα κορτικοειδή. Οι σοβαρές παροξύνσεις άσθματος κατά την εγκυμοσύνη αποτελούν σοβαρό κίνδυνο γεννήσεως λποβαρούς παιδιού και η εισπνοή κορτικεοιδών μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο αυτόν. 
Οι κλινικές εκδηλώσεις του άσθματος κατά την εγκυμοσύνη είναι παρόμοιες με εκείνες στις μη εγκύους. Είναι σημαντικό οι ασθενείς να παρακολουθούνται με τις κατάλληλες δοικιμασίες λειτουργικού ελέγχου αναπνοής προκειμένου να ελέγχεται ο βαθμός της αποφράξεως των αεραγωγών. Ανεπαρκής έλεγχος του άσθματος  ή η παρουσία παραγόντων που επιτείνουν το άσθμα στην εγκυμοσύνη συνεπάγονται φτωχότερη αναπνευστική απόδοση που συνδέεται με αύξηση της πιέσεως του κυήματος και πρoωρότητα (&). Έχουν διαπιστωθεί φυλετικές διαφορές στην επίπτωση, τη βαρύτητα και τις επιπλοκές του άσθματος μεταξύ λευκών και μαύρων, χαμηλού εισοδήματος, με την ίδια ασφαλιστική κάλυχη εγκύων (&).  
θεραπεία
-αποφυγή κι έλεγχος των πυροδοτικών παραγόντων
Το άσθμα μπορεί να ενεργοποιηθεί από ποικιλία παραγόντων όπως η αλλεργία, οι λοιμώξεις των ανώτερων αναπνευστικών οδών, η παραρινοκολπίτις, η άσκηση, η ασπιρίνη, τα μη στεροειδή αντιφελγμονώδη, η εισπνοή ερεθιστικών αερίων, όπως το κάπνισμα, οι καπνοί χημικών προϊόντων, η υγρασία, και οι συγκηνισιακές εξάψεις. Με την αποφυγή εκθέσεως στους πυροδοτικούς παράγοντες του άσθματος, μπορεί να ενισχυθεί ο έλεγχός του, ώστε οι έγκυες με άσθμα να χρειαστούν λιγότερα φάρμακα. Ιδιαίτερα συνιστάται η διακοπή του καπνίσματος σε οποιονδήποτε με άσθμα και, ιδιαίτερα, στις ασθματικές εγκύους. Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση αναγνωρίζεται συχνά ως αίτιο παροξύνσεως και περίπου το 1/3 των εγκύων έχουν συμπτωματική παλινδρόμηση. Η αρχική θεραπεία, συντηρητική, μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμογή στις συνήθειες, και υιοθέτηση μικρών γευμάτων και κατάκλιση με ανυψωμένο θώρακα και κεφάλι κατά περίπου 20 εκ., ενώ μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν ανιόξινα, ή θεραπεία με αναστολείς υποδοχέων Η2.
-θεραπεία κατά την εγκυμοσύνη
--παρ΄όλο ότι υπάρχει φυσικός δισταγμός στη χορήγηση φαρμάκων στις εγκύους, ο ανεπαρκής έλεγχος του άθματος είναι οπωσδήποτε πλέον επικίνδυνος για το έμβρυο, παρ΄ότι η προσεκτική και υπό έλεγχο χορήγηση φαρμάκων. Η κλασική περίοδος τερατογενέσεων στον άνθρωπο είναι μεταξή της 4ης και 1Οης εβδομάδας μετά την τελευταία έμμηνο ρύση. Τα αντιασθματικά φάρμακα χορηγούνται με ένα συνεχή τρόπο και, γενικά, ο τρόπος χορηγήσεως διαφέρει ελάχιστα από τον τρόπο χορηγήσεως στις μη εγκύους. Γενικά, χρησιμοποιείται και στις εγκύους ένας βαθμιδωτός τρόπος χορηγήσεως φαρμάκων (βλέπε άσθμα). Στη διαχείριση του άσθματος στο εξωτερικό Ιατρείο, χορηγούνται β2-διεγέρτες για τη συμπτωματική ανακούφιση, ενώ τα εισπνεόμενα κορτικοειδή απομένουν ο κύριος θεραπευτικός άξονας στη θεραπεία του άσθματος.  Σημειώνεται ότι χρειάζεται επιλογή του τύπου του εισπνεόμενου κορτικοειδούς που θα χρησιμοποιηθεί στις εγκύους, επειδή άλλοι μεν απ΄αυτούς προάγουν τις λοιμώξεις, ενώ άλλοι τις συστηματικές παρενέργειες. Η θεραπεία αρχίζει με τη χαμηλότερη δυνατή δόση και αυξάνεται, ανάλογα με την υποκειμενική και αντικειμενική εκτίμηση. Οι παρατεταμένης δράσεως β2-διεγέρτες, όπως η σαλμετερόλη και φορμοτερόλη μπορεί να χρησιμοποιούνται σε συμπτωματικούς ασθενείς υπό επαρκή θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοειδή. Οι ανταγωνιστές λευκοτριενίων νεότεροι παράγοντες που διατίθενται για τη θεραπεία του άθματος, Ο ακριβής τους ρόλος στη θεραπεία του άσθματος δεν έχει διευκρινιστεί και δεν υπάρχει επαρκής εμπειρία για τη δράση των αναστολέων των υποδοχεών λευκοτριενίων Η θεοφυλλίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φάρμακο τρίτης γραμμής μετά τους β-διεγέρτες και τα εισπνεόμενα  κορτικοειδή, καθώς διατίθεται επαρκής εμπειρία που βεβαιώνει ότι δεν αυξάνει τον κίνδυνο διαταραχών αναπτύξεως στο έμβρυο.
--οι επιδράσεις του μητρικού άσθματος στην έκβαση της εγκυμοσύνης
Το άσθμα μπορεί να έχει πολύ δυσμενείς επιδράσεις στην έκβαση της εγκυμοσύνης. Καταγράφεται αυξημένη επίπτωση πρόωρων γεννήσεων, λιποβαρών νεογνών, και αύξηση της προγεννητικής θνητότητας, που, γενικά, συσχετίζονται με τον ανεπαρκή έλεγχό του. Οι Ιατροί και οι ασθενείς ΔΕΝ πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση επαρκών θεραπευτικών αντιασθματικών παραγόντων λόγω φόβου επί της δράσεώς τους στο έμβρυο. Το ανεπαρκώς ελεγχόμενο άσθμα αποτελεί πολύ σοβαρότερο κίνδυνο για το κύημα και την έγκυο. Σε μια πρόσφατη μελέτη, εξετάστηκαν οι επιδράσεις των εισπνεόμενων κορτικοειδών, των συστηματικά χορηγούμενων η κορτικοειδών, και των β2-διεγερτών στην ανάπτυξη των εμβρύων σε 654 παιδιά που γεννήθηκαν από ασθματικές μητέρες, συγκριτικά με 303 παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες χωρίς άσθμα. Τα παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες υπό συστηματικά κορτικοπειδή, είχαν μείωση του σωματικού βάρους γεννήσεως κατά περίπου 200gr. Διαπιστώθηκε ότι ο έλεγχος του άσθματος με εισπνεόμενους β2-διεγέρτες και εισπνεόμενα κορτικοειδή δεν είχε δυσμενείς επιδράσεις στη φυσιολογική ανάπτυξη τοων εμβρύων (&).
---παροξύνσεις άσθματος
Οι οξείες παροξύνσεις στις οποίες απαιτείται νοσηλεία σε Τμήμα επειγόντων, συνήθως απαιτούν τη συστηματική χορήγηση κορτικοειδών. Το οξυγόνο μπορεί να χορηγηθεί ελεύθερα, και ο κορεσμός οξυγόνου πρέπει να κυμαίνεται σε επίπεδα >95%, για την εξασφάλιση της καλής καταστάσεως του εμβρύου. Χορηγούνται εισπνεόμενοι β2-διεγέρτες, σε συνδυασμό ή όχι με ιπρατρόπιο, με εισπνοές μέσω εκτατικού σωλήνος ή μέσω νεφελοποιητού, Η θεοφυλλίνη έχει περιορισμένη δράση στις οξείες παροξύνσεις. Η επιθετική αντιμετώπιση των παροξύνσεων άσθματος δικαιολογείται επειδή η κατάσταση επισύρει μεγαλύτερους κινδύνους για το έμβρυο.  
Ο φλεβικός θρομβοεμβολισμός είναι το κύριο αίτιο νοσηρότητας κατά την εγκυμοσύνη και τη λοχεία, και αποτελεί κύριο αίτιο μη γυναικολογικής θνητότητας (&). Η ACOG έχει εκδόσει, 2011, ένα εγχειρίδιο, προκειμένου να τονίσει τον σχετικό κίνδυνο και να υποδείξει μεθόδους, προλήψεως, διαγνώσεως θεραπείας (&).
-παθοφυσιολογία
Η ΦΘΕ είναι 5 φορές συχνότερη στις εγκύους, παρ΄ότι στις αντίστοιχης ηλικίας μη έγκυες γυναίκες. Ο σημαντικότερος προδιαθεσικός παράγοντας είναι η φλεβική στάση. Οι παθοφυσιολογικές μεταβολές στην εγκυμοσύνη απολήγουν σε αύξηση της φλεβικής διατασιμότητας και χωρητικότητας, που είναι εμφανείς ήδη από το 1ο τρίμηνο της κυήσεως. Άλλοι παράγοντες που εισφέρουν στην ΦΘΕ είναι η καισαρική τομή, η παρωχημένη ηλικία της εγκύου, ο παρατεταμένος κλινοστατισμός, η αιμορραγία, η σήψη, η πολυτοκία, και η παχυσαρκία. Οι παράγοντες πήξεως II, VII, και X αυξάνονται σημαντικά κατά την εγκυμοσύνη και η απραγωγή ινικής αυξάνεται, καθώς η πρωτεΐνη S μειώνεται. Οι συγκεντρώσεις της πρωτεΐνης C παραμένουν αμετάβλητες και το ινοδολυτικό σύστημα αναστέλεται, ιδίως κατά το τελευταίο τρίμηνο. Η αντίσταση της ενεργοποιημένης πρωτεΐνης C αυξάνει τον κίνδυνο για ΦΘΕ κατά 30-50 φορές στις ετεροζυγώτες και μερικές εκατοντάδες φορές στις ομοζυγώτες. Αναφέρονται και άλλοι σύμφυτοι ή επίκτητοι παράγοντες που επάγουν τον κίνδυνο ΦΘΕ. 
-διάγνωση
Περίπου τα 2/3 των περιπτώσεων ΦΘΕ συμβαίνουν προγεννητικώς, και το 50% στην 15η εβδομάδα της κυήσεως. Η εν τω βάθει Θρομβοεμβολική νόσος αρχίζει από τις φλέβες της γαστροκνημίας και του μηρού όπως και στις μη έγκυες γυναίκες, αλλά αναγνωρίζεται μεγάλη προτίμηση στο αριστερό κάτω άκρο. Η διάγνωση της ΦΘΕ είναι δυσχετέστερη στις εγκύους, παρ΄ό,τι στις μη εγκύους, επειδή το οίδημα και η δυφορία των κάτω άκρων είναι συνήθεις εκδηλώσεις της εγκυμοσύνης. Οι περισσότεροι θάνατοι από ΦΘΕ συμβαίνει στην περιγεννητική περίοδο (&). Ο σχετικός κίνδυνος για ΦΘΕ ή/και πνευμονική εμβολή είναι 4.29 και η συνόλη επίπτωση βρέθηκε σε μια μελέτη 199.7/100000 γυναίκες-έτη. Μεταξύ γυναικών σε μεταγεννητική περίοδο η ετήσια επίπτωση ήταν 5 φορές υψηλότερη παρ΄ό,τι στις έγκυες γυναίκες (511.2 περιπτώσεις vs 95.8 ανά 100000 πληθυσμού. Η επίπτωση, της ΦΘε ήταν Χ3 φορές η επίπτωση της πνευμονικής εμβολής (151.8 περιπτώσεις vs 47.9 ανά 100000 πληθυσμού). Η πνευμονική εμβολή είναι, γενικά, σπανιότερη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έναντι της μεταγεννητικής περιόδου (10.6 περιπτώσεις vs 159.7 ανά 100000 πληθυσμού (&). 
-- διαγνωστικές δοκιμασίες. Η αποτελεσματικότερη δοκιμασία είναι η φλεβογραφία, αλλά είναι δύσκολη να διενεργηθεί, προκαλεί πόνο στον άκρο πόδι και την κνήμη και αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Προοδευτικά, μη παρεμβατικές μέθοδοι αντικαθιστούν την φλεβογραφία, όπως η υπερηχογραφία συμπιέσεως.
--υπερηχογραφία συμπιέσεως. Η παραγματικού χρόνου Β-Mode υπερηχογραφία είναι η εξέταση επιλογής. Το πλέον αξιόπιστο κριτήριο για την φλεβογραφία είναι η αδυναμία να συμπέσει εντελώς η εξεταζόμενη φλέβα, με ελαφρά πίεση του ανιχνευτήρα. Η ευαισθησία της διπλής υπερηχογραφίας για τους εγγύς θρόμβους είναι ~95% και η ειδικότητα 99%. Ψευδώς-θετικά αποτελέσματα μπορεί να παραληφθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή επί όγκων της πυέλου και η υπερηχογραφία είναι λιγότερο ευαίσθητη μέθοδος για την ταυτοποίηση θρομβώσεως της γαστροκνημίας. Σε πολλές σειρές, το doppler κάτω άκρων εμφανίζει ευαισθησία 95% και ειδικότητα 96%.   
Τα συμπτώματα και σημεία της ΠΕ  είναι ιδιαίτερα προβληματικά της εγκυμοσύνης (&), επειδή η ταχυκαρδία και η δύσπνοια είναι συνήθεις εκδηλώσεις της εγκυμοσύνης. Στις μη εγκύους, η δύσπνοια, η ταχυκαρδία και ο πλευριτικός πόνος, ο πανικός, και οι μη μουσικοί ρόγχοι είναι παρόνητα περίπου στο 50% των ασθενών, ενώ το ακτινογράφημα θώρακος είναι παθολογικό (σημείο Hampton hump) σε πλέον του 80% των ασθενών με ΠΕ, και τα ευρήματα είναι μη ειδικά. Τα ΗΚΓ ευρήματα είναι παθολογικά στο 70% των περιπτώσεων με ΠΕ και, επίσης, μη ειδικά. Διενεργείται όχι μόνο για να αποκλεισθεί το έμφραγμα, αλλά, επίσης, για να αναδειχθούν σημεία πνευμονικής υπέρτασης (S1Q3T3), να εντοπισθούν ανάστροφα Τ, στις V1-V4 και φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας. Η paO@ είναι παθολογική στην πλειονότητα των ασθενών. 
--διαγνωστική προσέγγιση 
Όπως και επί ΦΘΕ, για τη διάγνωση της ΠΕ απαιτούνται αντικειμενικά ευρήματα που να επιβεβαιώνουν ή αποκλείουν την ΠΕ, ιδιαίτερα στις εγκύους, επειδή η διάγνωση της ΦΘΕ ή της ΠΕ προϋποθέτει [α] παρατεταμένη θεραπεία (~9 μήνες ηπαρίνης καθ΄όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης), [β]  προφυλακτική αγωγή κατά τη διάρκεια μελλοντικών ΠΕ και [γ] αποφυγή αντισυλληπτικών δισκίων. Κατ' αρχήν διενεργείται υπερηχογραφία συμπιέσεως και, εάν δεν είναι προσιτή, διενεργείται doppler κάτω άκρων. Εάν τα ευρήματα από τις μη παρεμβατικές εξετάσεις των κάτω άκρων είναι αρνητικά, τότε διενεργείται σπινθηρογράφημα αερισμού-αιματώσεως. Αρχικά, μπορεί να συσταθεί σπινθηρογράφημα μόνο αιματώσεως και το αερισμού ακολουθεί, εάν εντοπιστούν εκλλείμματα στο πρώτο. Μπορεί να απαιτηθεί ψηφιακή αγγειογραφία, εάν τα ευρήματα από τα σπινθηρογραφήματα είναι χαμηλής πιθανότητας ή υποεκτιμούν τη διάγνωση, ενώ η κλινική υποψία είναι πολύ ισχυρή.
Σε πολλές εργασίες έχει επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τερατογενέσεως, σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινολογικές εξετάσεις για την ενδεχόμενη διάγνωση της μητρικής ΦΘΕ. Η πλήρης και επαρκής αξιολόγηση για την τεκμηρίωση της παρουσίας ή απουσίας ΠΕ απαιτείται έκθεση σε ακτινοβολία <0.005 Gy. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η διάγνωση της ΠΕ στην εγκυμοσύνη είναι ιδιαίτερα αναγκαία. 
   Οι ασθενείς με ισχυρή υποψία ΠΕ (Πνευμονική εμβολή: θεραπεία), ανεξάρτητα εάν είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή όχι πρέπει να τίθενται αμέσως υπό αγωγή με μη κλασματοποιημένη (unfractionated) ηπαρίνη εκτός και εάν υπάρχει αντένδειξη για τη χρήση οποιουδήποτε αντιπηκτικού. Εκτεταμένες κλινικές σειρές και μελέτες φάλλάγγων έχουν αναγάγει τη θεραπεία με ηπαρίνη ως το ασφαλέστερο αντιπηκτικό για χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, επειδή ΔΕΝ διαπερνά τον πλακούντα. Η αρχική δόση φορτίσεως πρέπει να είναι 5000-10000 μονάδες, μετά την οποία χορηγείται δόση 18 U/K,  υπό παρακολούθηση του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, που πρέπει να διατηρείται σε προβλεπόμενα όρια, δηλαδή 1.5-2.0 φορές την βασική της τιμή. Παρ΄όλο ότι δεν υπάρχει εκτεταμένος κατάλογος εργασιών, οι χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες, που, επίσης, δεν διαπερνούν τον πλακούντα, μπορεί, επίσης να χορηγηθεί, μια φορά την ημέρα, χωρίς να χρειάζεται έλεγχος INR. Οι χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες δεν αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγιών κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις, όπως η καισαρική τομή, όπως έχει δεχιθεί σε ένα μικρό αριθμό ασθενών. 
Η βαρφαρίνη πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, επειδή ενοχοποιείται για εμβρυοπάθειες και αναστολή της νοητικής αναπτύξεως, ατοφία του οπτικού νεύρου λαγόχειλος, και καταράκτη, επιπλέον, των αιμορραγιών. Οι τερατογενετικές επιδράσεις είναι ιδιαίτερα συνήθεις κατά το 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Η βαρφαρίνη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει αιμορραγίες στο έμβρυο και το νεογέννητο, και αποβολή του πλακούντος.
διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής Οι ασθενείς που διατηρούν ΦΘΕ ή ΠΕ, πριν τον τοκετό, πρέπει να λαμβάνουν αντιπηκτική θεραπεία με ηπαρίνη, καθ΄όλη τη διάρκεια της κυήσεως. Μετά τον τοκετό, μπορεί η θεραπεία να μεταπέσει σε βαρφαρίνη, και να διακοπεί η ηπαρίνη, από τη στιγμή που έχει αποκατασταθεί ικανοποιητική INR (: International Normalized Ratio), επί τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό ή μέχρις ότου έχουν συμπληρωθεί περίπου 3 μήνες αντιπηκτικής θεραπείας. 
επιπλοκές από τη θεραπεία. Η οστεοπενία μερικές φορές συνοδεύει τη μακροπερίοδη (> 6 μήνες) χορήγηση μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης, χωρίς να υπάρχουν βιβλιογραφικά δεδομένα επί της ευνοϊκής επιδράσεως συγχορηγήσεως ως συμπληρωμάτων διατροφής, ασβεστίου και βιταμίνης D. Το πρόβλημα της οστεοπενίας και οστεοπορώσεως μπορεί να απαλλύνεται με τη χορήγηση μικρού μοριακού βάρους ηπαρίνη, εάν, ιδίως, συνδυάζεται με συμπληρώματα διατροφής, ασβέστιο και βιταμίνη D, κατά τη διάρκεια εγκυμοσύνης.
προφύλαξη. Στις εγκύους, με ιστορικό ΦΘΕ ή ΠΕ κατά την προηγούμενη (-ες) κυήσεις, η υποτροπή στην παρούσα κύηση είναι σημαντική και κυμαίνεται μεταξύ 4-15%. Επίσης, γυναίκες με γνωστές υπερπηκτικές καταστάσεις, τελούν επίσης, σε υψηλόερο κίνδυνο φλεβοθρομβώσεως και ΠΕ, κατά την εγκυμοσύνη τους και πρέπει να τίθενται σε προφυλακτική θεραπεία με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους. Ικανοποιητική προφύλαξη μπορεί να επιτευχθεί με χορήγηση μη κλασματοποιημένης νηπαρίνης Χ2 με μέση ημερήσια δόση 16.400 U/ημερησίως, ή 225 IU/Kg σωματικού βάρους/24ωρο. Το ποσόν της ηπαρίνης που απαιτείται για επαρκή προφύλαξη μπορεί να αυξηθεί κατά το 2ο και 4ο τρίμηνο της κυήσεως Επομένως η ηπαρίνη πρέπει να ρυθμιστεί σε μεσοδιαστήματα των δόσεων επίπεδα 0.05-0.25 U/ml., μετρηθέντα ως δραστηριότητα του παράγοντος Xa. Οι ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους είνια καταλληλότερες για προφυλακτικούς λόγους, επειδή αρκεί μια χορήγηση την ημέρα και δεν απαιτούν έλεγχο INR, ενώ συσχετίζονται με χαμηλότερο κίνδυμο οστεοπενίας και οστεπορώσεως.
Η πνευμονία είναι ασυνήθης (1/1287 εγκύους) , αλλά σοβαρή επιπλοκή της εγκυμοσύνης, καθώς αποτελεί τη συχνότερη αιτία μη μαιευτικής λοιμώξεως και την 3η αιτία θανάτου σε μαιευτικό πληθυσμό. Μπορεί να εμφανιστεί καθ΄όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά η παρουσία της στο 3ο τρίμηνο συνοδεύεται από μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου τοκετού ή γεννήσεως λιποβαρούς νεογνού. Συχνότερα επιπίπτει σε εγκύους με χρόνιες πνευμονοπάθειες. 
Αν και κάθε παθογόνο μπορεί να απομονωθεί ως αίτιο πνευμονίας επί εγκύου, συνήθως ταυτοποιείται ο Streptococcus pneumoniae, το Mycoplasma pneumoniae, ο Haemophilus influenza και στελέχη Legionella, ο ιός της γρίππης και άλλα στελέχη.
Η κλινική εικόνα της πνευμονίας επί εγκύου δεν διαφέρει εκείνης του γενικού πληθυσμού, και συνήθως αναφέρεται προηγηθείσα λοίμωξη ανώτερων αναπνευστικών οδών, βήχας, πυρετός, ρίγη, και δύσπνοια. Μπορεί να επινεμείται έναν ή περισσότερους λοβούς.Η καθυστέρηση της διαγνώσεως μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση σοβαρών επιπλοκών, όπως η αναπνευστική ανεπάρκεια και το εμπύημα.
--θεραπεία. Για την αντιμετώπιηση της μικροβιακής πνευμονίας, τα ασφαλή για την εγκυμοσύνη αντιβιοτικά είναι οι πενικιλλίνες, οι κεφαλοσπορίνες και τα μακρολίδια (όχι οι τετρακυκλίνες, η τριμεθοπρίμη-σουλφοξαζόλη, κινολόνες). Η κλινδαμυκίνη, επίσης είναι ασφαλές αντιβιοτικό. Οι πενικιλλίνες δεμεύονται κατά 50% από πρωτεΐνες και δεν διαπερνούν τον πλακούντα, ώστε δεν αναπτύσσονται υψηλές συγκεντρώσεις στο έμβρυο.Οι κεφαλοσπορίνες, επίσης. 
--ιογενής πνευμονία ή μυκητιασική πνευμονία. Η γρίππη εμφανίζεται οξέως, μετά χρόνο επωάσεως 1-4 ημερών κι εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, κεφαλαλγία, κακουχία, και βήχα. Συχνά αποτελούν επιπλοκές βακτηριακής πνευμονίας, αλλά και το αντίθετο: μια ιογενής πνευμονία μπορεί να εξελιχθεί σε μικροβιακή. Η πνευμονία εξ ανεμουλογιάς είναι σοβαρή λοίμωξη του αναπνευστικού που ευθύνεται για υψηλά επίπεδα μητρικής θνητότητας. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με ακυκλοβίρη ( zovirax tab 200mg  400mg, μέχρι 800 mg/H, σε δόσεις ανά 4-6 ώρες).
--λοίμωξη HIV. Η πνευμονία που επιπλέκει λοίμωξη HIV, κατά την εγκυμοσύνη εμφανίζει αυξημένη επίπτωση, προοδευτικά. Ως συχνότερος υπαίτιος πρέπει να θεωρηθεί η Pneumocystis carinii.Η χρήση αναστολέων πρωτεϊνασών μειώνει το ιικό φορτίο και την κάθετη μετάδοση του HIV. Οι ασθενείς με P carinii αντιμετωπίζονται με τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη, με συμπληρώματα φολικού οξέος. 
--φυματίωση στην εγκυμοσύνη.Πλέον των 8 εκατομ. περιπτώσεων φυματιώσεως καταγράφονται τον χρόνο παγκοσμίως και οι περισσότερες αφορούν νέους ενήλικες, ώστε οι γυναίκες παραγωγικής ηλικίας διατελούν υπό υψηλό κίνδυνο να προσβληθούν από φυματίωση να προσβληθούν και νοσήσουν από φυματίωση. Με πρώιμη διάγνωση και έγκαιρη εφαρμογή θεραπείας εξασφαλίζεται ικανοποιητική έκβαση για τη μητέρα και το έμβρυο. Η ενεργός φυματίωση κατά την εγκυμοσύνη πρέπει να διερευνάται με προσοχή και πρέπει πάντα να υποβάλλεται σε θεραπεία, ακόμη και πριν τον τοκετό.
Η λοίμωξη HIV και η πολυανθεκτική φυματίωση έχουν ιδιαίτερη σημασία στην εγκυμοσύνη. Απαιτούνται γνώσεις των περενεργειών στην εγκυμοσύνη των ανιρετοριϊκών φαρμάκων και των δεύτερης γραμμής αντιφυματικών. Η φυματίωση στις εγκύους θεραπεύεται με ισονιαζίδη, και ριφαμοπικίνη. Μπορεί, αρχικά ,να πριοστεθεί και εθαμβουτόλη, μέχρις ότου να διατεθούν οι δοκιμασίες ευαισθησίας. Τα φάρμακα αυτά μπορεί να διαπερνούν τον πλακούντα αλλά εμφανίζουν μικρά ποσοστά παρενεργειών στο έμβρυο. Η στρεπτομυκίνη, αντίθετα, και άλλα ενέσιμα αντιφυματικά, δεν συνιστώνται, επειδή είναι τοξικά για το έμβρυο και και έχουν τερατογενετικές ιδιότητες.
--ARDS. Οι έγκυες τελούν υπό υψηλότερο κίνδυνο αναπτύξεως ARDS, λόγω γυναικολογικών επιπλοκών ή εκ μη γυναικολογικών αιτίων. Καταστάσεις, όπως εμβολισμός αμνιακού υγρού, χοριοαμνιονίτις, τροφοβλαστική εμβολή και η αποκόλληση πλακούντος, μπορεί να προκαλέσουν οξεία πνευμονική βλάβη. Η εγκυμοσύνη είναι προδιαθετικός παράγων πνευμονοπαθειών και μπορεί δεν αποκλείεται η εξέλιξη προς ARDS, όπως εξ αφορμής εισροφήσεως γαστρικού περιεχομένου, πνευμονίας, εμβολή αέρος, και μαζική αιμορραγία. Έχει, επίσης, αναγνωριστεί σχέση μεταξύ πυελονεφρίτιδας και ARDS, επί εγκυμοσύνης. Ο μηχανισμός είναι ασαφής, αλλά δεν αποκλείεται να εμπλέκονται ιατρογενείς παράγοντες, όπως η υπερβολική χορήγηση υγρών και τοκολυτική θεραπεία. Κατά την εγκυμοσύνη παρατηρείται, γενικώς, μείωση των πρωτεϊνών πλάσματος και μείωση της ογκωτικής πιέσεως του πλάσματος, που συνεπάγονται μείωση της κρίσιμης τριχοειδικής πιέσεως στα πνευμονικά τριχοειδή, πέρα από την οποία αναπτύσσεται αναπτύσσεται πνευμονικό οίδημα.  
-πλευριτική συλλογή. Ενώ η πλευριτική συλλογή συνοδεύει γυναικολογικές επιλοκές κατά την εγκυμοσύνη, όπως η προεκαλμψία, σημαντική αναλογία πλευριτικών συλλογών εμφανίζονται μετά τον τοκετό. Η αύξηση του όγκου του αίματος και η μείωση της ογκωτικής πιέσεως, λόγω της υποπρωτεϊναιμίας, που παρατηρούνται στην εγκυμοσύνη και οι διαταραχές στην λεμφαγγειακή κυκλοφορία, λόγω τoυ τύπου Valsala αναπνοών, κατά τον τοκετό, μπορεί να προκαλέσουν πλευριτική συλλογή. Μέσης ποσότητας συλλογές, εν τούτοις, πρέπει να μελετώνται διεξοδικά.
-διάμεσες πνευμονοπάθειες  Οι διάμεσες πνευμονοπάθειες σπάνια συντρέχουν με την εγκυμοσύνη και αναγνωρίζονται στο μέτρο που αναγνωρίζονται στον γενικό πληθυσμό. Οι διάμεσες πνευμονοπάθειες μπορεί να προκαλέσουν μείωση του αρτηριακού κορεσμού αίματος, λόγω αυξήσεως του πάχους της κυψελιδοτριχοειδικής μεμβράνης. Οι περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθειες γίνονται καλά ανεκτές κατά την εγκυμοσύνη, αν και υπάρχει περιορισμένος αριθμός εργασιών αναφορικά με τη διαχείρισή τους. Μερικές παθολογικές καταστάσεις, όπως ο συστηματικός ευθηματώδης λύκος και η λεμφαγγγειολυομυομάτωση μπορεί να σημειώσουν σημαντική επιδείνωση κατά την εγκυμοσύνη.
-κυστική ίνωση Το προσδόκιμο επιβιώσεως της κυστικής ινώσεως έχει αυξηθεί πολύ σημαντικά, λόγω των βελτιώσεων που έχουν επινοηθεί, αναφορικά με τη διαχείριση των ασθενών. Πολλές πάσχουσες εισέρχονται ήδη στην αναπραγωγική ηλικία, παρ΄όλο ότι η υπογονιμότητα μπορεί να αποτελεί ένα εμπόδιο. Επομένως, η σύλληψη και η εγκυμοσύνη πρέπει να λαμβάνονται υπ΄όψη, κατά την αντιμετώπιση των ασθενών με κυστική ίνωση. Η εγκυμοσύνη δεν μειώνει το προσδόκιμο των ασθενών αυτών, με πάθηση που διατηρείται σταθεροποιημένη, αν και η έκβασήτης μπορεί να είναι επιφυλακτική σε ασθενείς με ανεξέλεγκτη πάθηση. Οι ασθενείς με πριν από την εγκυμοσύνη FEV1<50%prd ή που έχουν ήδη αναπτύξει πνευμονική υπέρταση τελούν υπό μεγαλύτερο κίνδυνο και η περιγεννητική θνητότητα είναι αυξημένη, κυρίως λόγω προωρότητας, ή επιπλοκών, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της κυστικής ινώσεως.
Η θεραπεία των ασθενών αυτών αναλαμβάνεται από  ομάδα θεραπευτών και καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στη διατροφή, στον έλεγχο της γλυκόζης, και τον γενετικό έλεγχο. Οι αναπνευστικές παροξύνσεις απαιτούν άμεση και δραστική αντιμετώπιση, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ο κίνδυνος τοξικότητας του εμβρύου από τα αντιβιοτικά, όπως οι αμινογλυκοσίδες και οι κινολόνες, καθώς και της διαφορετικής μητρικής φαρμακοδυναμικής.    
-πνευμονικές αγγειοπάθειες Η εγκυμοσύνη γυναικών με πνευμονική υπέρταση συνδέεται με πολύ υψηλό κίνδυνο. Ο αυξημένος όγκος αίματος και η αυξημένη καρδιακή εξώθηση της εγκυμοσύνης μπορεί να προάξουν δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια μειωμένη πλήρωση της αριστερά κοιλίας και την πρόκληση shock (&). Συνιστάται νοσηλεία κατά το 3ο τρίμηνο με αυστηρή παρακολούθηση, αντιπηκτικά και χορήγηση συμπληρωματικού οξυγόνου (&). Έχει ανακοινωθεί επιτυχής έκβαση με πνευμονική υπέρταση και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.   
-αποφρακτική άπνοια Προβλήματα ύπνου είναι πολύ συνηθισμένα στην εγκυμοσύνη, αλλά υπάρχουν πολύ περιορισμένος αριθμός πολυκαταγραφικών μελετών ύπνου, με τις οποίες θα επιχειρούταν η ανάλυση των αιτιών του υπνοαπνοϊκού συνδρόμου στην εγκυμοσύνη. Γενικά, η εγκυμοσύνη που επιπλέκεται με αποφρακτικού τύπου υπνική άπνοια συνοδεύεται με πιθανές παρενέργειες στη μητέρα και το κύημα. Ο ρεγχασμός, από μόνος του, δεν αποτελεί κίνδυνο για το έμβρυο και γενικά άπνοιες ή υπόπνοιες δεν είναι συνήθεις κατά την εγκυμοσύνη λόγω του ενισχυτικού ρόλου επί της αγωγής της αναπνοής από την σε αυξημένα επίπεδα ευρισκόμενης προγεστερόνης. Κατά την εγκυμοσύνη, η αναπνευστική φυσιολογία μεαβάλλεται για φυσιολογικούς και ορμονικούς λόγους. που μπορεί εμφανώς να μεταβάλουν τον τύπο της αναπνοής κατά τον ύπνο. Οι υψηλές συγκεντρώσεις προγεστερόνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνουν την οδήγηση της αναπνοής, που έχει πιθανόν προστατευτική αποστολή. Η παχυσαρκία  (βλέπε: άσθμα και παχυσαρκία) προδιαθέτει σε υπνικές διαταραχές και περαιτέρω αύξηση του σωματικού βάρους και αυξάνει την απόφραξη των ρινικών κοιλοτήτων, κατά την εγκυμοσύνη βλέπε: άσθμα και εγκυμοσύνη). Η μεγεθυνόμενη μήτρα μεταβάλλει τη λειτουργία του διαφράγματος, με αποτέλεσμα μείωση της λειτουργικής υπολειπομένης χωρητικότητας και πιθανόν προκαλεί διαφυγή αίματος και υποξαιμία που επιδεινώνεται, κατά τον υπνικό υποαερισμό (&).   
Η εγκυμοσύνη προδιαθέτει ή επιδεινώνει το υπνοαπνοϊκό σύνδρομο. Σε μια μελέτη επί 8 παχυσάρκων εγκύων με ρεγχασμό κατά τον ύπνο, με κλινική διάγνωση υπνοαπνοϊκού συνδρόμου βρέθηκε ενδομητρική καθυτέρηση της ανάπυξης σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά σε άλλες έχει βρεθεί καλή κλινική έκβαση της εγκυμοσύνης. Η νυκτερινή υποξαιμία μπορεί να ασκεί δυσμενείς επιδράσεις στο έμβρυο και έχει αναγνωριστεί στη βιβλιογραφία καθυστέρηση της εμβρυϊκής αναπτύξεως επί εγκύων με υπνικές διαταραχές. Η θεραπεία με εφαρμογή ρινικής θετικής συνεχούς πιέσεως (CPAP) πρέπει να εφαρμοστεί σε όλες τις περιπτώσεις, μετά ενδελεχή -πολυκαταγραφική- μελέτη. Οι Guilleminault et al (&) μελέτησαν την ανοχή, τη συμμόρφωση και προβλήματα που αναφύονται κατά την εφαρμογή ρινικής θετικής πιέσεως σε γυναίκες σε εγκυμοσύνη και υπνικές διαταραχές. Όλες οι υπό θεραπεία γυναίκες είχαν φυσιολογικό τοκετό, μετά τελειόμηνη κύηση. Η εφαρμογή ρινικής CPAP είναι ασφαλής και αποδοτική θεραπεία της υπνικής άπνοιας κατά την εγκυμοσύνη.