αντιπηκτικά φάρμακα και πρωταμίνη

import_contacts|εισαγωγή| Πνευμονική Εμβολή:Θεραπεία |αντιπηκτικά στην πνευμονική υπέρταση|παρεντερικά αντιπηκτικά| ηπαρίνεςηπαρίνηχαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες|βεμηπαρίνη νατριούχος| ιρουδίνες| φονταπαρινούξη |fontaparinux|μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη| idraparinux| Danaparoid| Hirudin και παράγωγα|desirudin| lepirudin|Bivalirudin| άλλοι παράγοντες:| Argatroban| Dabigatran| Rivaroxaban| Defibrotide | φυσικά αντιπηκτικά: αντιθρομβίνη ΙΙΙ | αναστολέας του ιστικού παράγοντα| ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C| ανασυνδυασμένη θρομβομοντουλίνη | άντίδοτα |
 αντιπηκτικά από το στόμα | πρωταμίνη θειική|stars εισαγωγή  Τα αντιπηκτικά χρησιμοποιούνται, κυρίως, για την πρόληψη της θρομβώσεως ή την επέκταση του θρόμβου στο φλεβικό σκέλος της κυκλοφορίας. Κατ΄επέκταση, χρησιμοποιούνται κυρίως για την πρόληψη και θεραπεία της εν τω βάθει φλεβικής θρομβώσεως και του θρόμβου στις προσθετικές βαλβίδες. Τα αντιπηκτικά χρησιμοποιούνται λιγότερο για την πρόληψη δημιουργίας θρόμβου στις αρτηρίες, επειδή οι θρόμβοι εκεί συνίστανται κυρίως από αιμοπέτάλια. Η θειική πρωταμίνη χρησιμοποιείται ως αντίδοτο, για τη θεραπεία των αιμορραγίων, από υπερβολική δόση ηπαρίνης.
παρεντερικά αντιπηκτικά
Στα παρεντερικά αντιπηκτικά υπάγονται η μη κλασματοποιημνένη ηπαρίνη, οι ηπαρίνες χαμηλοιύ μοριακού βάρους, η ιρουδίνη, και τα παράγωγά της και η φονταπαρινούξη.
ηπαρίνες
  Ηπαρίνη παράγεται στα σιτευτικά κύτταρα, στα ενδοθηλιακά κύτταρα των πνευμονικών τριχοειδών.  Η αντιπηκτική αγωγή αρχίζει είτε με (μη κλασματοιποιημένη) ηπαρίνη ή με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. Η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης αρχίζει γρήγορα, αλλά έχει βραχεία διάρκεια δράσεως. Αντίθετα, οι χαμηλού μοπριακού βάρους ηπαρίνες (ΧΜΒΗ) έχουν μεγαλύτερη διάρκεια δράσεως. 
  Η θεραπεία της Πνευμονικής Εμβολής ή της εν τω βάθει φλεβικής θρομβώσεως χορηγείται ηπαρίνη σε μια ενδοφλέβια δόση φόρτισης, και συνεχίζεται ενδοφλέβια έγχυση, μέσω αντλίας έγχυσης, ή με διαλείπουσες υποδόριες ενέσεις. Αντίθετα, η διαλείπουσα ενδοφλέβια ένεση δεν συνιστάται, πλέον. Εναλλακτικά, χρησιμοποιούνται ΧΜΒΗ. Ταυτόχρονα αρχίζει η χορήγηση ενός από του στόματος αντιπηκτικού. Η χορήγηση της ηπαρίνης συνεχίζεται επί 5 ημέρες, μέχρις ότου επιτευχθεί κατάλληλο θεραπευτικό επίπεδο INR για 2 συνεχείς ημέρες. Διενεργείται καθημερινή εξέταση του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης ΑΡΤΤ). Η ηπαρίνη χρησιμοποιείται επίσης σε σχήματα για την αγωγή του εμφράγματος του μυοκαρδίου, της ασταθούς στηθάγχης, και της οξείας περιφερικής αρτηριακής αποφράξεως.  Προφυλακτικά, η υποδόρια χορήγηση μικρών δόσεων ηπαρίνης χορηγείται σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που πρόκειται να υποστούν μια επέμβαση, για την πρόληψη της μετεγχειρητικής θιρομβοφλεβίτιδας, και της πνευμονικής εμβολής. Υψηλού κινδύνου θεωρούνται ασθενείς με παχυσαρκία, κακόηθες νόσημα, ιστορικό θρομβοφλεβίτιδας, ή πνευμονικής εμβολής, ηλικίας >40 ετών, άτομα με γνωστή θρομβοφιλική διαταραχή ή μεγάλη πολύπλοκη εγχείρηση. Για την προφυλακτική χρήση της ηπαρίνης δεν απαιτείται εργαστηριακή παρακολούθηση. Η ηπαρίνη χρησιμοποιείται για τη διατήρηση εξωσωματικών κυκλωμάτων όπως επί καρδιοπνευμονική παράκαμψη, και η αιμοδιάλυση.
Η νατριούχος ηπαρίνη χορηγείται μόνο ενδοφλεβίως, ενώ η ασβεστιούχος υποδορίως, αλλά έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία.
Αν συμβεί αιμορραγία, αρκεί, συνήθως, η διακοπή της ηπαρίνης. Αν όμως απαιτηθεί ταχεία αναστροφή της δράσεως της ηπαρίνης μπορεί να χορηγηθεί θειική πρωταμίνη, που θεωρείται ειδικό αντίδοτο, αν και μόνο μεριλώς ανταγωνίζεται τη δράση των ΧΜΒΗ.
ηπαρίνη Ενδείξεις. Θεραπεία [α] της εν τω βάθει φλεβο θρομβώσε ως, για την αναστολή της επεκτάσεως των θρόμβων και μείωση της πιθανότητας πνευμονικής εμβολής, [β] της πνευμονικής μεβολής, [γ] της οξείας περιφερικής αρτηριακής αποφράξεως, [δ] μερικών περιπτώσεων οξείας δάχυτης ενδαγγειακής πήξεως, με την προϋπόθεση να έχει επιτευχθεί αιμόσταση, [ε] ασταθούς στηθάγχης, [στ] μη θρομβολυμένου οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου. Προφυλακτιώς, πρφοεχγειρητικώς για την προφύλαξη της μεταγχειρητικής θρομβώσεως σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, σε χειρουργικές επεμβάσεις καρδιάς και αρτηριών, ή σε ορισμένες περιπτώσεις ΑΕΕ, όπως τα θομβωτικά, μη αιμορραγίκα, σε κολπική μαρμαρυγή, με εμβολικά επεισόδια, σε ασθενείς με τεχνητή καρδιακή βαλβίδα, που πρόκειτια να χειρουργηθούν, ή ευρίσκονται στο τελευταίο στάδιο κυήσεως, συμπληρωματικώς σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, εξωσωματική κυκλοφορία, αιμοκάθαρση, για διατήρηση της βατότητας συσκλευών εγχύσεως, που θαπαραμείνουν για διάστημα >48 ωρών. Αντενδείξεις. Ενεργός αιμορραγία, και αιμορραγικές παθήσεις, αικορροφιλία, θρομβοπενία, ενεργό πεπτικό έκος, μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα, ενεργός φυματίωση, βαριά υπέρταση, απειλούμενη αποβολή, εγκεφαλικό και διαχωριστικό ανεύρσμα αορτής. Επίσης, δεν πρέπει να χορηγείται μετά από χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο, τον οφθαλμό, τον νωτιαίο μυελό, και στους ασθενείς στους οποίους διενεργείται οσφυονωτιαία παρακέντηση. Αποφεύγεται στην ηαπτική και νεφρική ανεπάρκεια. Ανεπιθύμητες ενέργειες. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, μέχρι αναφυλακτική καταπληξία, αιμορραγική διάθεση και αιμορραγίες, θρομβοπενία. Όψιμη παρωδική αλωπεκία, αίσθημα καύσου στα πόδια, τοπικός ερεθισμός, πόνος, νέκρωση δέρματος, και αιμάτωμα σε ενδομυϊκή ένεση, ή μετά υποδόρια έγχυση. Θρομβοεμβολικά επεισόδια μπορεί να είνα αποτέλεσμα της θεραπείας με ηπαρίνη, Κλινικά σημαντική θρομβοπενία, ανοσολογικής αρχής, αναπτύσσεται μετά από 6-10 ημέρες. Μπορεί να επιπλακεί από θρομβωτικό επεισόδιο. Υπερκαλιαιμία, από αναστολή εκκρίσεως αλδοστερόνης. Μπορεί να προκαλέσει κυψελιδική αιμορραγία. Αλληλεπιδράσεις. Η αντιπηκτική δράση ενισχύεται με τα αντιπηκτικά από του στόματος,, το ακευλοσαλικυλικό οξύ, κια την πυριδαμόλη. Ελαττώνεται με συγχορήγση δακτυλίτιδας, τετρακυκλίνη, νικοτίνη και αντιισταμινικά. Η συγχορήγηση με αλοπουρινόλη αυξάνει την επίπτωση εξανθήματος μετά αμοξυκιλλίνη. Προσοχή στη χορήγηση. Σε ασθενείς με ηπατική/νεφρική ανεπάρκεια. Σε κύηση και λοχεία, αν και το φάρμακο δεν διέρχεται τον πλακούντα και δεν απεκκρίνεται με το γάλα. Πρέπει να αποφεύγεται η ενδομυική χορήγηση. Σοβναρές αιμορραγίες συμβαίνουν και με χαμηλές δόοεις ηπαρίνης. Εξαιτίας της πιθανότητας θοπρμβοκυτοπενίας, έχει προταθεί η μέτρηση των αιμοπεταλίων σε ασθενείς που θεραπεύονται με ηπαρίνη για διάστημα>5 ημερών, και η άμεση διακοπή του φαρμάκου σε ασθενείς που αναπτύσσουν θρομβοκυτοπενία. Εναλλακτικές θεραπείες γιοα τους ασθενείς αυτούς είναι οι ΧΜΒΗ, αν κια μπορεί να παρατηρηθεί διασταυθρούμενη ευαισθησία, η βραφαρίνη και η εποπροστενόλη. Δοσολογία. Η νατριούχος ηπαρίη χορηγείτια μόνο ενδοφλεβίως. Απαιτείται καθημερινή μέτρηση του ΑΡΤΤ. Φαρμακευτικά σκευάσματα. heparin leo inj sol 25000 iu/5 ml.
χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνες
γενικά  Καθώς η ηπαρίνη, μια γλυκοζαμινογλυκάνη, είναι ένα μεγάλο πολυδιάστατο μόριο του οποίου το μέγιστο μέρος είναι θεραπευτικά αδιάφορο, η διάσπασή του σε μικρότερα και πλέον ενεργά τμήματα οδήγησε στην παραγωγή των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους., όπως η ενοξαπαρίνη, η νταλτεπαρίνη, και διάφορες άλλες. Οι παράγοντες αυτοί έχουν μοριακό βάρος (4-5000 da) ίσον με το 1/3 της μη διατεμαχισμένης ηπαρίνης (~15000 da), αλλά διατηρούν την αλληλουχία των πεντασακχαριτών, που είναι υπεύθυνοι για το πλείστον της αντιπηκτικής δράσεως της ηπαρίνης. 
Οι ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους είναι εξίσου αποτελεσματικές και ασφαλείς με την ηπαρίνη για την πρόληψη της εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδας κι έχουν μεγαλύτερη διάρκεια δράσεως από την ηπαρίνη. Χορηγούνται υποδορίως, σε 1-2 δόσεις και δεν απαιτούν εργαστηριακή παρακολούθηση παραμέτρων πήξεως, γεγονός που διευκολύνει τη συμμόρφωση των ασθενών. ενδείξεις. στις κύριες ενδείξεις τους περιλαμβάνεται η πρόληψη των φλεβικών θρομβώσεων και των εμβολικών επιπλοκών, η πρόληψη της δημιουργίας πηγμάτων από εξωσωματικά κυκλώματα, όπως επίθ αιμοκαθάρσεως ή επεμβάσεων ανοικτής καρδίας. Στην ασταθή στηθάγχη και το μη διατοιψωματικό (non Q) έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σημειώνεται ότι η δραστικότητα των ΧΜΒΗ δεν είναι ίδια σε όλες τις ενδείξεις.Αντενδείξεις. Σοβαρές διαταραχές της πηκτικότητας με εξαίρεση τη διάχυτη ενδαγγειακή πήξη. Ιστορικό εγκεφαλικής αιμορραγίας, μικροβιακή ενδοκαρδίτιδα, ενεργό πεπτικό έλκος, ενεργής εγκεφαλική αιμορραγία. Ανεπιθύμητες ενέργειες. Αιμορραγία, ιδιαίτερα εάν συνυπάρχει και άλλος επιβαρυντικός παράγοντας. Θρομβοπενία, τοπική νέκρωση του δέρματος, αλλεργικές εκδηλώσεις, αύξηση τρανσαμινασών. Προσοχή στη χορήγηση. Σε ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, προηγηθείσα θρομβοπενία από την ίδια ή άλλη ηπαρίνη, βλάβες που κινδυνεύουν να αιμορραγήσουν ( π.χ., έλκος), πρόσφατη εγχείρηση στον εγκέφαλο ή νωτιαίο μυελό, ταυτόχρονη λήψη ασπιρίνης, ΜΣΑΦ, τικλοπιδίνης, αντιπηκτικών από του στόματος, κορτιζόνης. Απουσία επιβαρυντικών παραγόντων, δεν απαιτείται παρακολούθηση της πηκτικότητας του αίματος με τις ειδικές μετρήσεις.
βεμηπαρίνη νατριούχος
H βεμηπαρίνη είναι μία ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους που λαμβάνεται με αποπολυμερισμό της νατριούχου
δοσολογία. Σε ασθενείς με μέτριο κίνδυνο φλεβικής θρομβώσεως, μετά χειρουργική επέμβαση, 2500 iu υποδορίως, 2 ώρες πριν, και 6 ώρες, μετά την επέμβαση.
φονταπαρινούξη. Είναι ένας συνθετικός πολυσακχαρίτης, μοριακού βάρους 1728Da που διπλασιάζει τις θέσεις δεσμεύσεως της ηπαρίνης με τον ΑΤ-ΙΙΙ. Εμφανίζουν, επίσης, εκλεκτική αναστολή του ενεργοποιημένου παράγοντα Χ (Χα). Είναι τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό αποτελεσματική , όπως οι υπολοιπες ΧΜΒΗ στην προφύλαξη και θεραπεία της θρομβοεμβολικής νόσου.  Πλεονεκτεί στο ότι έχει μακρότερο χρόνο ημιζωής κι έτσι, μπορεί να χορηγείται μιά φορά την ημέρα, σε δόση 2.5 mg για προφύλαξη και 7.5 mg /Η, ως θεραπεία, υποδορίως, θεραπευτικό φάσμα (5-10 mg) για τη θεραπεία της θροκμβοεμβολικής νόσου. Δεν χρειάζεται εργαστηριακή παρακολούθηση, ενώ δεν παρατηρήθηκε ποτέ  ΗΙΤ (σύνδρομο ΗΙΤ: Heparin-induced thrombocytopenia = από την ηπαρίνη επαγόμενη θρομβοκυτοπενία). Αντενδείκνυται σε βαρειά νεφρική ανεπάρκεια.
Ιdraparinux. Είναι παρατεταμένης δράσεως παράγωγο του fontapinux που έχει σχεδιαστεί, ώστε να χορηγείται Χ1/εβδομαδιαίως, αλλά τελεί. ακόμη υπό κλινική δοκιμή.
Danaparoid. Είναι ένα ηπαρινοειδές, δηλαδή, ένα μίγμα σχετικών με την νηπαρίνη γλυκοζαμινογλυκάνων, δηλαδή θειικό ηπαρινικό, θειικό δρματανικό, και χονδροϊτίνη. Δρα τόσο μέσω του ΑΤ-ΙΙΙ και του συμπαράγοντος ΙΙ της ηπαρίνης κι έχει ακόμη ισχυρότερη εκλεκτική συγγένεια με το Xa στο IIa, συγκριτικά με τις ΧΜΒΗ. ίναι αποδοτικό και ασφαλές για την πορόληψη και θεραπεία της θρομβοεμβολικής νόσου Λόγω της πολύ χαμηλής διαταυρούμενης δράσεως με την ηπαρίνη, (<5% in vivo) συνιστάται για τη θεραπεία της επαγόμενης από την ηπαρίνη θρομβοκυτοπενία. Εν τούτοις, είναι πολύ ακριβή και όχι πάντα διαθέσιμη.  
Hirudin και παράγωγα Η χιρουδίνη είναι μοια πρωτεΐνη 65 αμινοξεών, που προέρχεται από τη σίελο της ιατρικής βδέλλας [Hirudo medicinalis]. Συνδέεται, απ΄ευθείας (χωρίς την παρουσία της ΑΤ-ΙΙΙ) με την θρομβίνη, την οποία αδρανοποιεί (ενώ οι ηπαρίνες αδρανοποιούν μόνο την ΑΤ-ΙΙΙ). Παρ΄όλο ότι είναι ένα ισχυρό αντιπηκτικό, έχει βρεθεί ότι δεν είναι καλύτερο, συγκριτικά με την ηπαρίνη και το θεραπευτικό της παράθυρο, ακόμη στενότερο, ενώ, επίσης, ΄έχει αντιγονική δράση. Συνατάται σε δύο ανασυνδυασμένες μορφές: desirudin και lepirudin.
Η desirudin Η ντεσιρουμπίνη, έχει δειχθεί ότι, είναι αποδοτική στην προφύλαξη μετά από επ΄μβαση αντικαταστάσεως κεφαλής μηριαίου, και χορηγείται σε δόση 15mg, υπποδορίως Χ2 ημερησίως.
Η lepirudin . Συνιστάται για την επάγωγη από την ηπαρίνη θρομβοκυτοπενία (σύνδρομο ΗΙΤ: Heparin-induced thrombocytopenia). Έχει χρησιμοποιηθεί, επιτυχώς, για θρομβόλυση σε περιπτώσεις οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Αποβάλλεται από τους νεφρούς, ώστε η δόση πρέπει να μειώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η συνήθης δόση είναι 0.4 mg/Kg/ IV, ως δόση επιθέσεως, που ακολουθείται από 0.15 ml/Kg /ώρα με τη  δόση συντηρήσεως να ρυθμίζεται έτσι, ώστε η ΑΡΤΤ να κυμαίνεται περί το Χ2 του φυσιολογικού. 
 Η Bivalirudin είναι ένα συνθετικό ανάλογο της Hirudin  και συνίσταται από 20 αμινοξέα, (ΜΒ 1980 Da). Δεν είναι ανοσογενής, αν και μπορφεί να συνδεθεί με προϋπάρχοντα αντισώματα τγης ιρουδίνης. Έχει, επίσης, χρησιμοποιηθεί με επιτυχία έναντι συνδρόμου HIT |Σύνδρομο HIT|. Έχει αποδειχθεί δραστικό αντιπηκτικό στην επέιγουσα καρδιολογία, στο έμφραγμα του μυοκαρδίου, και την διαδερμική στεφανιογραφία και την καρδιοπνευμονική παράκαμψη. Αποβάλλεται από τους νεφρούς και η δόση πρέπει να ρυθμίζεται σε ασθενείς με ενεφρική ανεπάρκεια. Η συνιστώμενη δόση κυμαίνεται από 0.5-1mg/kg ΙV, ως δόση φορτίσως, που ακολουθείται από αππο δόση 1.75-2.5 mg/kg/ώρα, δόση, που πρέπει να ρυθμίζεται, ώστε να διατηρείται ACT~ Χ2.5 του φυσιολογικού.  
| άλλοι παράγοντες:| 
Argatroban. Είναι αναστολέας της θρομβίνης (DTI), ικανός να εξουδερώνει τόσο την διαλυτή, όσο και τη συνδεδεμένη με θρόμβο θρομβίνη. Έχει αποδειχθεί δραστική έναντι της θρομβοκυτοπενίας που προκαλεί η ηπαρίνη κι 'εχει χρησιμοποιηθεί αποδοτικά για την θρομβόλυση επί μφράγματος του μυοκαρδίου, δτη διαδερμική στεφανιογραφία, και στη θεραπεία με τεχνητό νεφρό. Αποκαθαίρεται στο ήπαρ, και η δόση πρέπει να μειωθεί στο 90% στους ασθενείς με πολυρογανική ανεπάρκεια. Η συνήθης δόση είναι 2μg/kg IV, με έλγχο τη δόσεως συντηρήσεως, ώστε να διατηρείται ΑΡΤΤ ~2Χ τη φυσιολογική τιμή.     
Dabigatran. Είναι ένα από του στόματος λαμβανόμενος αναστολέας της θρομβίνης και είναι δραστικός για την πρόληψη της θρομβοεμβολής επί ορθοπεδικών επεμβάσεων ή επί κολπικής μαρμαρυγής όπως και για τη θεραπεία του θρωομβοεμβολισμού. Ως προφύλαξη χορηγείται σε δόση 220 mg/H, χωρίς να χρειάζεται εργαστηριακή παρακολούθηση
Rivaroxaban (xarelto 10, 15 mg). Είναι ένας από του στόματος αναστολέας του Χα.
Defibrotide. Είναι ένα πολυδεοξυριβονουκλεοτίδιο με ινοδωλυτικές, αγγειογενετικές και αντιπηκτικές ενέργειες, αν και παρουσιάζει περιορισμένη συστηματική αντιπηκτική δράση. Είναι ανταγωνιστής της αδενοσίνης και πηρεάζει πολλές μεταβολικές οδούς, όπως των προστανοειδών, και τη λειτουργία των ενδοθηλίων και αιμοπεταλίων. Είναι, επομένως, ένας ευρέως φάσματος αντιθρομβοτικός παράγων., ¨εχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά στην ηπατική φλεβοαποφρακτική νόσο, (σύνδρομο ηπατικών κόλπων) ιδιαίτερα μετά από αυτόλογη μεταμόσχευση μυελού οστών (Σύνδρομο Budd-Chiari). . 
Φυσικά αντιπηκτικά. Θα μπορούσαν να ήταν, επίσης, σημαντικά θεραπευτικά αντιπηκτικά αλλά λόγω των διαξιφισμών μεταξύ των σωματικών μηχανισμών θρομβώσεως και φλεγμονής -και άλλων απαντήσεων- έχουν, κυθρίως, μελετηθεί για την ενδεχόμενη δράση τους στη σήψη.  Στους παράγοντες που έχουν μελετηθεί συγκαταλέγονται:
αντιθρομβίνη ΙΙΙ | αναστολέας του ιστικού παράγοντα| ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C| ανασυνδυασμένη θρομβομοντουλίνη.
αντίδοτα. Η πρωταμίνη ανταγωνίζεται περιορισμένα τα από του στόματος αντιπηκτικά, και μόνον όταν ο υπεύθυνος [παρ'αγων είναι της ομάδας των ΧΜΒΗ. Ειδικά αντίδοτα δεν είναι διαθέσιμα για τα νεότερα αντιπηκτικά. Παρ΄όλο ότι δεν αναμένεται να χρειαστούν σε συνθήκες ποροφυλακτικής θεραπείας μπορεί να καταγραφούν αιμορραγίες σε ασθενείς υπό θεραπευτικές δόσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές οι συγκεντρώσεις του πράγοντος, ο ενεργοποιημένος παράγοντος VIIa κσι η δεσμοπρεσσίνη μπορεί να είναι επικουρικά, ενώ αναμένονται την απομάκρυνση του φαρμάκου.
 
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΥ.
Παλαιότερες, μικρής εκτάσεως κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η προσθήκη αντιπηκτικών στη συμβατική θεραπεία ασθενών με ιΠΑΥ μπορεί να αποφέρουν βελτίωση στο προσδόκιμο επιβιώσεων των ασθενών (&, &) και η τακτική αυτή χρονολογείται από 30ετίας. Το ευνοϊκό αυτό αποτέλεσμα έχει επιβεβαιωθεί από τη μελέτη COMPERA (&), παρ΄ότι για τις παλαιότερες μελέτες δεν υπάρχουν σαφείς. Εν τούτοις, η παράταση της επιβιώσεως είναι μικρή για ασθενείς με ιΠΑΥ στους οποίους προστέθηκαν αντιπηκτικά, ταυτόχρονα με βιταμίνη Κ, προκειμένου να διατηρηθεί ένα επίπεδο ΙΝR  1.5-2.5 εκτός και εάν υπάρχουν αντενδείξεις (&), όπως στους ασθενείς με συστηματική σκλήρυνση, που έχουν προδιάθεση για αιμορραγία. Η αντιπηκτική, εκτός των άλλων, είναι χρήσιμη για την ελαχιστοποίηση των επεισοδίων θρομβώσεως σε εκείνους που λαμβάνουν συνεχή έγχυση προστανοειδών. Απουσία, δεδομένων επί της αποδόσεως και της ασφάλειας είναι παρακινδυνευμένη η χορήγση από του στόματος αντιπηκτικών, όπως η ριβαροξαμπάνη (xarelto), σε ασθενείς με ιΠΑΥ (&). Υπενθυμίζεται ότι δεν συνηγορείται, επίσης, η χορήγηση ασπιρίνης (&).