Βιοδείκτες στη διαχείριση της ΧΑΠ

import_contacts Περιεχόμενα : εισαγωγή | δείκτης BODE  | τύποι βιοδεικτών | Κυτοκίνες |πρωτεΐνες οξείας φάσεως | C-αντιδρώσα πρωτεΐνη | νεοπτερίνη |ορμοκίνες | προκαλσιτονίνη | αδρενομοντουλίνη | κοπεπτίνη |-ενδοθηλίνη-1 | νατριουρητικά πεπτίδια | κολπικό νατριουρητικό πεπτίδιο | -εγκεφαλικό νατριουρητικό πεπτίδιο | Cc-16 | -SP-D |Αμυλοειδές ορού |λιποκαλίνες | βιοδείκτες και διαχείριση της παροξύνσεως - φλεγμονή |Βοδείκτες και πρόγνωση - επίδραση κι επιρροή συνοσηροτήτων |πρόγνωση και κλινική εξέλιξη | ΧΑΠ και οστεοπόρωση
 Current Respiratory Medicine Reviews, 2013,9,372-378
εισαγωγή  εισαγωγή | γενικά | κλινική εικόνα.
Έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι στη θεραπεία της ΧΑΠ, που εστιάζουν σε στοχευμένες θερασπείες, και στην ανάπτυξη νέων διαγνωστικών βιοδεικτών προς επιλογή των ασθενών εκείνων που αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο από την εφαρμογή των θεραπειών αυτών. Τα σχέδια και τα πλάνα κλινικών δοκιμών  με βιοδείκτες περιλαμβάνουν πρόσθετες θεωρήσεις πέρα από τις γνωστές, στις συμβατικές κλινικές δοκιμές, σε ανεπίλεκτους ασθενείς. Π.χ., η ετερογένεια των φαινότυπων της ΧΑΠ στον πληθυσμό, η ικανότητα ενός βιοδείκτου στην πρόγνωση κλινικά σημαινόντων φαινοτύπων, που κατά διαφοριζόμενο τρόπο, συνδέονται με την απάντηση σε μια στοχευμένη θεραπεία και τα δεδομένα που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων αναφορικά με τις δέουσες θετικές ή αρνητικές ενέργειες προ κάθε μιας εξατομικευμένης περιπτώσεως (&).
Έχει ανεπιφύλακτα κατανοηθεί (&) ότι η ΧΑΠ δεν είναι μόνο μια φλεγμονώδης πάθηση, περιορισμένη στο τραχειοβρογχικό δένδρο ή/και το πνευμονικό παρέγχυμα, αλλά μια συστηματική, χαμηλής εντάσεως, χρόνια φλεγμονώδης διεργασία, με έκδηλες εξωπνευμονικές εκδηλώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται [α] μείωση του BMI, [β] αδυναμία των σκελετικών μυών, [γ] καρδιαγγειακές παθήσεις, και [δ] οστεοπόρωση. Κατά παράδοση, η ΧΑΠ σταδιοποιείται, ανάλογα με τη διακύμανση του FEV1 σε 4 στάδια βαρύτητας, ανάλογα με το μέτρο του FEV1, Ι:  >50% προβλ., ΙΙ: 80-50%, ΙΙΙ: 50-30%, IV: <30% ±καρδιακή ανεπάρκεια. Ο δείκτης FEV1 έχε αποδειχτεί αξιόπιστος στην πρόγνωση της εκβάσεως της ΧΑΠ. Εν τούτοις, κατανοείται, ήδη, ότι η ΧΑΠ είναι πολύπλοκη πάθηση με σημαντικές συστηματικές συνέπειες, και ότι ένας πολυδιαστατικός δείκτης όπως ο BODE θα ήταν περισσότερο αξιόπιστος προγνωστικός δείκτης: Σύμφωνα με μια δημοσίευση της ATS/ERS βιοδείκτης είναι οποιοδήποτε μόριο ή πρωτεΐνη, κύτταρο ή ιστός, που αντανακλά την εξέλιξη (την ενεργότητα) της παθήσεως(&), την παθογενετική της εξέλιξη, ή την απάντηση στη χορηγούμενη φαρμακολογική θεραπεία. Μερικές απόψεις του ορισμού αυτού χρειάζονται σχόλια. [α] Κατ΄αρχή στους βιοδείκτες (&) δεν συμπεριλαμβάνονται παράμετροι λειτουργικού ελέγχου αναπνοής (όπως οι φυσιολογικές παράμετρο και η αντοχή στην άσκηση), απεικονιστικές περιγραφές ή εκβάσεις της θεραπευτικής παρεμβάσεως και εστιάζουν σε βιολογικούς καθοριστές. Η άσκηση της κλινικής Ιατρικής είναι αδιανόητη χωρίς τη βοήθεια των βιοδεικτών. Το εντεινόμενο ενδιαφέρον στην αναγνώριση και την προτυποίηση βιοδεικτών στη διαχείριση του άσθματος, ώθησε την σύμπυξη ομάδας εργασάις, η οποία πορότεινε ως κατάλληλους για κλινική χρήση βιοδείκτες, όπως  ο FeNO, τα ηωσινόφιλα πτυέλων κια περιφερικού αίματος, η ολική IgE, η αντιγονοειδική IgE, τα λευκοτριένια Ε4 στα ούρα και διάφορους νέους βιοδείκτες, όπως η περιοστίνη. Οι νέοι βιοδείκτες περιλαμβάνουν επίσης απεικονιστικά ευρήματα, εκπνεόμενα συμπυκνώματα,καθώς επίσης και την εφαρμογή πρωτεομικών και γενομικών τεχνικών για την ταυτοποίηση ιστικών χρακτήρων στους ασθενείς με άσθμα.    
Στον επόμενο πίνακα 1, καταχωρούνται αντιπροσωπευτικές παράμετροι ελέγχου της ενεργότητας της ΧΑΠ και της αποτιμήσεως της θεραπείας.
 τύποι βιοδεικτών
τύποι βιοδεικτών παραδείγματα
φυσιο
λογικές παράμετροι
Παράμετροι από λειτουργικό έλεγχο αναπνοής, π.χ. FEV1, TLCO. Αντοχή στην άσκηση
αυτο
εκτιμούμενες εκβάσεις
δύσπνοια, σχετική με την υγεία ποιότητα τη ζωής
φαινότυποι ΒMI
παροξύνσεις συχνότητα και βαρύτητα
ακτινολογικές εικόνες ποσοτική ανάλυση απεικονιστικών ευρημάτων. Οπτικές βαθμονομήσεις ευρημάτων 
πρωτεΐνες συμπυκνώματα εκπνοής, και πτητικά αέρια, πτύελα, βρογχικές βιοψίες, βρογχο- κυψελιδικές εκπλύσεις, BAL, ούρα, περιφερικό αίμα

[β] ο όρος "εξέλιξη της παθήσεως" δεν έχει οριστεί και μπορεί να διακυμαίνεται από βιολογικούς μηχανισμούς, μέχρι κλινικές σχετικές εκβάσεις. Άλλα ιατρικά χαρακτηριστικά εν τούτοις, έχουν αποδειχθεί περισσότερο ειδικά για την ανάδειξη κλινικά αξιοποιήσιμων βιοδεικτών. Στα καρδιοαγγειακά νοσήματα, και, ενδεχομένως, στη ΧΑΠ, προκειμένου να αποβεί κλινικά αξιοποιήσιμος ένας βιοδείκτης πρέπει να:
είναι τεχνικά μετρητός,
να διαθέτει ειδικότητα και αξιοπιστία·
να παρέχει νέες πληροφορίες που να μη παρέχονται από άλλες –φτηνότερες- μεθόδους·
να είναι χρήσιμος για την αποτελεσματική διαχείριση του ασθενούς. Στα περισσότερα κέντρα προτιμώνται οι παραλαμβανόμενοι από το αίμα βιοδείκτες, επειδή, τεχνικά είναι πιό ευαίσθητοι, προτυπώνονται καλύτερα, και είναι περισσότερο αναπαραγώγιμοι, ενώ είναι ελάχιστα παρεμβατικοί, έχουν ελκυστική σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, ευχερώς προσιτοί σε κλινικές διατάξεις, εύκολα μετρήσιμοι κατά τη διάρκεια παροξύνσεων, συσχετίζονται με τη θνητότητα και άλλες κλινικές παραμέτρους, μπορούν να μελετηθούν προοπτικά.
Έχει ειπωθεί ότι η άσκηση της σύγχρονης Ιατρικής είναι αδύνατη χωρίς βιοδείκτεAn external file that holds a picture, illustration, etc.Object name is chest_142_4_1027_fig01.jpgς και υιοθετούνται σχεδόν σε κάθε κλινική οντότητα. Στην πνευμονική ίνωση, π.χ., έχει περιγραφεί πληθώρα βιοδεικτών, μερικοί από τους οποίους αποτελούν προϊόντα των κυψελιδικών επιθηλιακών κυττάρων, όπως οι πρωτεΐνες Α και D, το αντιγόνο glycoprotein Krebs von den Lungen 6 Antigen, ενώ άλλοι προέρχονται από τα μακροφάγα, όπως ο CCL18. Τελευταία, η αυξημένη παραγωγή ινώσεως, θεωρείται ως δείκτης παροξύνσεως επί ΙΠΙ. Κανένας από τους δείκτες αυτούς δεν έχει τύχει κλινικής εφαρμογής, ωστόσο. Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους βιοδείκτες στη ΧΑΠ (&, &, &, &, &, &, &, &, -&-), στην ΙΠΙ, καθώς επίσης κι σε άλλες παθήσεις του πνευμονικού παρεγχύματος, όπως η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση. Μερικοί αποτελούν αποκλειστικούς δείκτες της μιας ή της άλλης παθήσεως, άλλοι αναγνωρίζονται και στις δύο παθολογικές καταστάσεις (&). Η CRP στάθηκε ο πρώτος υποψήφιος βιοδείκτης για μελέτη μεταξύ των ασθενών αυτών.
Οι μελέτες αυτές εστιάζουν σε έναν ή περισσότερους  βιοδείκτες.  Η χρήση υψηλής τεχνολογίας θα βελτιώσουν την ικανότητά μας στον προκλινικό έλεγχο, την ταυτοποίηση και, ενδεχομένως, αξιολόγηση πολλών διαφορετικών και νέων βιοδεικτών, ταυτόχρονα. Στο γνωστικό αντικείμενο της ΧΑΠ, οι Pinto-Panta χρησιμοποιώντας πλατφόρμα μικροδιατάξεων πρωτεϊνών και ταυτοποιώντας μια ομάδα 24 βιοδεικτών ορού για τη φλεγμονή, την ιστική καταστροφή και την ιστική αναδόμηση, βρήκαν ότι συσχετίζονται ικανοποιητικά με τις παραμέτρους αναπνοής, τον δείκτη BODE και τη συχνότητα των παροξύνσεων.
Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να διαπιστωθεί ότι διαφορετικοί βιοδείκτες εξυπηρετούν διαφορετικές επιδιώξεις, που εκτείνονται από την πρώιμη αναγνώριση υποκλινικών μορφών της παθήσεως, τη διάγνωση οξέων επεισοδίων, (π.χ., παροξύνσεων ΧΑΠ), επίπεδο κινδύνου, επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας, για κάθε ειδικό φαινότυπο, και την παρακολούθηση της εξελίξεως της παθήσεως, της ενεργότητας της παθήσεως, και την απάντηση στη θεραπεία. Επομένως, είναι λογικό και αναμενόμενο ότι στο κοντινό μέλλον, οι ιατροί θα έχουν στη διάθεσή τους πιστοποιημένους βιοδείκτες, με τους οποίους θα δύνανται να χαρακτηρίζουν διαφορετικές απόψεις των πνευμονικών και εξωπνευμονικών διαστάσεων της παθήσεως, που θα τον βοηθήσουν να προσεγγίσει το καταλληλότερο θεραπευτικό σχήμα για κάθε ασθενή του χωριστά.
Μια ενδιαφέρουσα προοπτική παραμένει η μέτρηση συστηματικών βιοδεικτών και η συσχέτισή τους με τα χαρακτηριστικά της παροξύνσεως και την κλινική πρόγνωση της παθήσεως. Ποικιλία βιοδεικτών έχουν συσχετισθεί ισχυρά και και με στατιστική σημαντικότητα με την αιτιολογία, των λοιμώξεων των κατώτερων αναπνευστικών οδών, και την απάντηση στην αντιβιοτική θεραπεία που φαίνεται ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις παροξύνσεις της ΧΑΠ ().
Στους ασθενείς με ΧΑΠ έχει προταθεί ένας μακρύς κατάλογος βιοδεικτών που έχουν αποτιμηθεί, αν και σήμερα θα παρουσιάσουμε τους πλέον δημοφιλείς και εκείνους που μέχρις στιγμής υπόσχονται καλύτερη συνεπικουρία στη διαχείριση ασθενών με ΧΑΠ.
Κυτοκίνες
C-αντιδρώσα πρωτεΐνη

Μια πρωτεΐνη οξείας φάσεως που έχει μελετηθεί εκτεταμένα, σε κλινικές διατάξεις είναι η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, CRP, τα επίπεδά της αυξάνονται  παρουσία τοπικών μικροβιακών ή ιογενών λοιμώξεων, όπως και επί χρονίων φλεγμονωδών καταστάσεων. Σε μια συστηματική ανάλυση η CRP βρέθηκε ότι δεν ήταν σημαντικά ευαίσθητη για τη διάγνωση της ακτινολογικά διαπιστωμένης πνευμονίας, ώστε η συνδρομή της στην καθοδήγηση της χορηγήσεως αντιβιοτικών δεν υποστηρίζεται σταθερά.
Δείκτες όπως η CRP βοηθάνε στην τεκμηρίωση της παροξύνσεως της ΧΑΠ. Έχει δειχθεί (Pinto-Plata et al) ότι η CRP αυξάνεται σε ασθενείς ΧΑΠ, ανεξάρτητα της καπνιστικής συνήθειας. Ενώ ο Dahl et al έδειξαν ότι η CRP αυξάνεται στους ασθενείς με ΧΑΠ και ότι η αύξηση της CRP στους ασθενείς με ΧΑΠ είναι ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης της μελλοντικής εκβάσεως της ΧΑΠ συμπεριλαμβανομένης των νοσηλειών και του θανάτου. Δεν είναι γνωστό, ουσιαστικά, αν ην CRP μεταβάλλεται ανάλογα με τη θεραπεία με εισπνεόμενα στεροειδή.
Ο φυσιολογικός ρόλος της CRP είναι αδιευκρίνιστος. Αυξάνεται στο πλάσμα ασθενών με ΧΑΠ, ιδίως επί οξείας λοιμώδους παροξύνσεως. Αυξημένες τιμές CRP σχετίζονται με την ικανότητα στην άσκηση και την κατάσταση υγείας και είναι δείκτης σωματικής μάζας. Παρόλο ότι σχετίζεται με τον FEV1 σε ταυτοχρονικές μελέτες, δεν φαίνεται να σχετίζεται με την ετήσια μείωση του FEV1 σε διαχρονικές μελέτες. Αυξάνεται επί παροξύνσεων που οφείλονται σε ιογενείς ή μικροβιακές λοιμώξεις, ενώ παραμονή υψηλών τιμών επί 2 εβδομάδες μετά, αποτελούν δείκτη επερχόμενης νέας παροξύνσεως.
Η σχέση μεταξύ CRP και προβλέψεως καρδιαγγειακού κινδύνου ενισχύει την ενδοσχέση που υπάρχει μεταξύ ΧΑΠ και αυξημένης επιπτώσεως καρδιαγγειακής νόσου, αν και η σχέση αυτή συγχέεται από την παρουσία κοινού αιτιολογικού παράγοντος: του καπνίσματος.
H CRP συνδέεται στους ιστούς που έχουν υποστεί βλάβη και προκαλεί την ενεργοποίηση του συμπληρώματος, που απολήγει σε καταστροφή του ενδοθηλίου και ιστική φλεγμονή. Έχει απομονωθεί ένα μικρό μόριο που λειτουργεί ως αναστολέας που μπορεί να αποδειχθεί καρδιοπροστατευτικό. Πρόσφατα ο ρόλος της έχει επαναδιατυπωθεί, καθώς η υπερέκφραση ανθρώπειας CRP στα πειραματόζωα δεν είναι ούτε προφλεγμονώδης παράγοντας ούτε προαθηρογενετικός. Φαίνεται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύμφυτης ανοσίας έναντι του πνευμονιοκόκκου, έτσι, που η αναστολή του θα είχε δυσμενή αποτελέσματα στη ΧΑΠ, επειδή οι πάσχοντες συνήθως είναι ξενιστές του μικροβίου.
Μερικοί συγγραφείς προτείνουν την CRP ως το καταλληλότερο εργαλείο για την ταυτοποίηση λοιμώδους παροξύνσεως ΧΑΠ. Με βάση 36 παραμέτρους, διαπιστώνεται ότι ο συνδυασμός CRP + την παρουσία ένα μείζονος συμπτώματος, όπως δύσπνοια, ή αλλαγή της ποσότητας ή της ποιότητας των πτυέλων, αποτελεί τους καλύτερους δείκτες για την τεκμηρίωση της παροξύνσεως, ακόμη και εάν δεν είναι ικανοί οι δείκτες για να βαθμονομήσουν την βαρύτητα. Ο Weiss και συν., εν τούτοις, έδειξαν ότι η CRP κυμαίνεται ευρέως, σε παροξύνσεις ΧΑΠ, που εισήχθησαν στο Νοσοκομείο, γεγονός που εγείρει επιφυλάξεις για την καταλληλότητα του δείκτου για την προοριζόμενη κλινική χρήση, δηλαδή εκείνη της αναδείξεως του λοιμώδους υποστρώματος της παροξύνσεως ή της εκτιμήσεως της βαρύτητας. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ασθενείς με βλεννοπυώδη απόχρεμψη είχαν υψηλότερες τιμές CRP, συγκριτικά με εκείνους χωρίς βλεννώδη απόχρεμψη. Νεοπτερίνη
Σημαντικός μεσολαβητής της φλεγμονής είναι και η 2-αμινο-4-υδροξυπτεριδίνη. Συντίθεται από μακροφάγα και μονοπύρηνα, μετά επαγωγή από την ιντερφερόνη-γ που εκκρίνεται από τα Τ-λεμφοκύτταρα. Έχει δειχθεί ότι δρα ως μεσολαβητής στην κυτταρική άμυνα, έναντι ενδοκυττάριων παθογόνων, όπως οι ιοί, παράσιτα και ενδοκυττάρια μικρόβια. Η μέτρηση της νεοπτερίνης σε ασθενείς με πνευμονία κοινότητας φαίνεται ότι διευκολύνει τη διάκριση ανάμεσα στην ιογενή και μικροβιακή πνευμονία/παρόξυνση ΧΑΠ, ενώ φαίνεται ότι συσχετίζεται σημαντικά με τη βαρύτητα της λοιμώξεως. 
s-TREM-1 soluble Τriggering Receptor Expressed on Myeloid cells-
Εκφράζεται στα ουδετερόφιλα τα ώριμα μονοκύτταρα και μακροφάγα, και τα επίπεδά του αυξάνονται στη σήψη και όχι σε μη λοιμώδεις φλεγμονές.
  Ορμοκίνες
Οι ακόλουθοι βιοδείκτες δρουν ως ορμοκίνες και ακολουθούν είτε μια κλασική έκφραση ορμόνης ή κάτω από ειδικές λοιμώδεις ή φλεγμονώδεις συνθήκες μιμούνται τις κιτοκίνες.
Προκαλσιτονίνη, PCT 
Είναι προπεπτίδιο της καλσιτονίνης, με το οποίο φαίνεται ότι μπορεί να διακριθούν εκείνοι που έχουν παρόξυνση από μικροβιακή λοίμωξη από εκείνους που έχουν ιογενή και δεν χρειάζονται αντιβιοτική θεραπεία ή λόγω φλεγμονής μη λοιμώδους αιτιολογίας. Έχει μελετηθεί διεξοδικά μεταξύ ασθενών με πνευμονία κοινότητας, ενώ έχει δειχθεί ότι συσχετίζεται σημαντικά με τον δείκτη βαρύτητας της πνευμονίας(&) (βλέπε: προκαλσιτονίνη). Ανεξάρτητα με την αιτιολογική της προέλευση, η PCT έχει δειχθεί ότι παριστά έναν αξιόπιστο βιοδείκτη στην βακτηριακή πνευμονία (&). Έχει δειχθεί ότι με γνώμονα τις αυξομειώσεις των συγκεντρώσεών της, μπορεί να επιχειρηθεί μείωση των χορηγούμενων αντιβιοτικών, σε βαριές πνευμονίες, χωρίς να απειληθεί η έκβασή τους. Αυτή είναι η μεθοδολογία περιστολής δαπανών και όχι η επιβολή γενοσήμων, που χωρίς ελεγμένη βιοδιαθεσιμότητα δεν απολήγει σε μείωση του κόστους της νοσηλείας, έστω, και εάν επιτυγχάνεται μείωση του κόστους της αγοράς της δόσεως. Είναι γεγονός ότι η θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοειδή, που χορηγείται στους ασθενείς με ΧΑΠ, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της σταθεροποιημένης παθήσεως, αλλά και κατά τις παροξύνσεις. Όπως έχει δειχθεί, η θεραπεία με στεροειδή μειώνει τις συγκεντρώσεις των μεσολαβητών φλεγμονής με εξαίρεση την προκαλσιτονίνη, το γεγονός ότι τα επίπεδα της προκαλσιτονίνης δεν μειώνονται με τη χρήση στεροειδών σημαίνει ότι ο δείκτης αυτός διατηρεί τη χρησιμότητά του ως δείκτης λοιμώδους παροξύνσεως και επιτρέπει τη διαχείριση της παροξύνσεως με χορήγηση αντιβιοτικών. 
Η προκαλσιτονίνη έχει επανειλημμένα αναγνωρισθεί ως ειδικός βιοδείκτης λοιμώξεων. Στις περιπτώσεις ΧΑΠ, εν τούτοις, με απομόνωση παθογόνων στα πτύελα, οι συγκεντρώσεις της δεν αυξάνονται σημαντικά, μια ενδεχόμενη ερμηνεία είναι ότι επί ασθενών με ΧΑΠ, η λοίμωξη μπορεί να περιορίζεται τοπικά, και να είναι εντελώς μη ειδική για να απολήξει σε αξιοσημείωτη αύξηση της PCT ενόσω ελλείπει ένα gold standard για την ταυτοποίηση πιθανόν λοιμωδών παροξύνσεων είναι πιθανό ότι κάποιες θετικές καλλιέργειες θα μπορούσαν να αποδοθούν σε εποικισμό, και, αντίθετα, κάποιες αρνητικές καλλιέργειες θα μπορούσαν να οφείλονται σε λοιμώδεις παροξύνσεις (;;;). Είναι γεγονός ότι αντίθετα με τις περιπτώσεις πνευμονίας, με θετικές καλλιέργειες πτυέλων, όπου συντρέχει αύξηση της PCT, οι παροξύνσεις ΧΑΠ, με θετικές καλλιέρργειες, ούτε αποτελούν ανεπιφύλακτες αποδείξεις ότι αποδίδονται σε μικροβιακή λοίμωξη, ούτε και συντρέχουν σταθερά με αύξηση της PCΤ. | προκαλσιτονίνη |
Αδρενομοντουλίνη, ADM
Είναι ισχυρό αγγειοδιαταλτικό που κωδικεύεται στα γονίδια CALC και παράγεται από το αγγειακό ενδοθήλιο. Έχει ανοσολογικές, μεταβολικές και βακτηριοκτόνες  ιδιότητες
.Κοπεπτίνη, AVP
Είναι το σταθερό C-πέρας της αργινικής βασοπρεσσίνης. Πρόκειται για πεπτιδορμόνη που παράγεται στον υποθάλαμο και το ερέθισμα για την παραγωγή της είναι η υπερωσμοτικότητα και η υπογκαιμία.
Ενδοθηλίνη, ΕΤ-1
(βλ. Ενδοθηλίνες)
Είναι ισχυρό αγγειοσπαστικό που κυρίως προέρχεται από το ενδοθήλιο. Νατριουρητικά πεπτίδια
Το κολπικό νατριουρητικό πεπτίδιο, ΑΝΡ
Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιοστασία, και απελευθερώνεται από την καρδιά σε περιπτώσεις αυξημένης έντασης του μυοκαρδίου, ώστε χρησιμοποιείται ως βιοδείκτης καρδιακής συμφορήσεως. Έχει δειχθεί ότι ο προ-ΑΝΡ παριστά έναν αξιόπιστο δείκτη βαρύτητας της ΧΑΠ αλλά οι συγκεντρώσεις του δεν συνδέονται με την αιτιολογία της παροξύνσεως. Τα επίπεδα του δείκτη συσχετίζονται, απλά, με την διαταραχή της ομοιοστάσεως και την δυσλειτουργία.
Το εγκεφαλικό νατριουρητικό πεπτίδιο, ΒΝΡ

Συντίθεται κυρίως στον δεξιό κόλπο και αριστερή κοιλία και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της διουρήσεως, στην απαγωγή νατρίου, ενώ είναι αγγειοδιασταλτικό.
Όλοι οι προηγούμενοι βιοδείκτες έχουν δοκιμασθεί στην πνευμονία κοινότητας και έχει βρεθεί ότι είναι χρήσιμη στην εκπόνηση κλιμάκων κινδύνου. Οι κιτοκίνες έχουν επίσης δοκιμασθεί με το σκοπό να μετρηθεί η φλεγμονώδης απάντηση που συμπαρασύρει η πνευμονιοκοκκική λοίμωξη.
Μεταξύ άλλων βιοδεικτών, η πρωτεΐνη που εκκρίνεται από τα κύτταρα Clara (cc-16), η πρωτεΐνη της επιφανειοδραστικής ουσίας (SP-D) και το αμυλοειδές ορού (SAA).
Cc-16
Η cc-16 είναι ένας βιοδείκτης τοξικότητας των κυττάρων Clara, που φαίνεται ότι μειώνεται σε ασθενείς με ΧΑΠ.
  SP-D
Αντίθετα, οι συγκεντρώσεις της SP-D μια πρωτεΐνη που προέρχεται από τους πνεύμονες που συνδυάζονται με συντρέχουσα φλεγμονώδη διεργασία στους πνεύμονες, εμφανίζεται να αυξάνεται σε καπνιστές με ή χωρίς ΧΑΠ, και είναι δυνητικά χρήσιμη για την ταυτοποίηση ασθενών σε κίνδυνο παροξύνσεων. Ενδιαφέρον επίσης ότι οι συγκεντρώσεις της SP-D φαίνεται ότι συσχετίζονται με την επίδραση στη θεραπεία με κορτικοειδή.
Αμυλοειδές ορού, SAA
Τέλος οι Bozinovski et al., πρόσφατα, έχουν δημοσιεύσει ότι, αντίθετα με την IL-6, την CRP και τα επίπεδα της προκαλσιτονίνης, οι συγκεντρώσεις αμυλοειδούς ορού, SAA, μπορεί να είναι επικουρική στη διάγνωση των επεισοδίων των παροξύνσεων. Το αμυλοειδές είναι πρωτεΐνη οξείας φάσεως που απελευθερώνεται από τις κυκλοφορούσες κιτοκίνες από το ήπαρ, αλλά, αντίθετα, με τη CRP επίσης και από τους φλεγμαίνοντες ιστούς. Έχει δειχθεί αύξηση του αμυλοειδούς στον ορό ασθενών σε παρόξυνση και η συγκέντρωση του είναι ανάλογη της βαρύτητάς της. Το αμυλοειδές συνδέεται με gram αρνητικά βακτηρίδια και είναι μέρος της σύμφυτης άμυνας έναντι βακτηριακών λοιμώξεων αλλά επίσης επιδεικνύει και προφλεγμονώδεις δράσεις όπως ενεργοποίηση των ουδετεροφίλων των μονοκυττάρων και των Τ-λεμφοκυττάρων.
λιποκαλίνες
Παρ΄όλο ότι έχει εκπονηθεί ένας τεράστιος αριθμός ερργασιών αναφορικά με τον έλεγχο βιοδεικτών στη ΧΑΠ, μόνο περιορισμένος αριθμός σχετιζομένων με την πάθηση βιοδεικτών έχουν ταυτοποιηθεί, ενώ ελλείπουν ειδικοί δείιτες της δραστηριόττηας του σύμφυτου αμυντικού συστήματος και της ενεργοποιήσεως των ουδετεροφίλων, που αποτελούν εξέχοντα φαινόεμνα στην παθοένεια της ΧΑΠ. Σε πρόσφατες μελέτες έχει αναμνγνωριστεί ότι οι λιποκαλίνες μπορεί να εμπλέκονται στις εξελίξεις της φλεγμονής επί ΧΑΠ και στην διέγεση της σύνφυτης ανοσίας, με αποτελέσματα που αντιμετωπίζονται με επιφυλάξεις. Σε μια πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη (&, 2014) αναγνωρίζεται ότι οι συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης 1 και λιποκαλίνης 2 ευρίσκονται αυξημένες στον ορό ασθενών με ΧΑΠ, σε επίπεδα ανάλογα της βαρύτητας της παθήσεως, όπως αυτή αποτιμάται με τη βοήθεια της διοκιμασίας COPD Assessment Test και της τροποποιημένης διαβαθμίσεως από το  Βρετανικό Συμβούλιο (:Modified Medical British Research Council score). Τα ευρήματα αυτά καθιστούν αναγκαίο το σχεδιασμό κι εκπόνηση ευρείας κλίμακας προοπτικών μελετών επί της σχέσεως των φαινοτύπων της ΧΑΠ και των κυκλοφορούντων συγκεντρώσεων λιποκαλινών.| βιοδείκτες και διαχείριση της παροξύνσεως - φλεγμονή |Βοδείκτες και πρόγνωση - επίδραση κι επιρροή συνοσηροτήτων |πρόγνωση και κλινική εξέλιξη | ΧΑΠ και οστεοπόρωση |βλέπε, επίσης: άσθμα ή ΧΑΠ1|άσθμα ή ΧΑΠ 2|
ΧΑΠ και υπερουριχαιμία.Σε μια πρόσφατα δημοσιευμένη εργασία, αναγνωρίστηκε ότι η υπερουριχαιμία συνδεόταν ανεξάρτητα άλλων συμπαραγόντων με υψηλότερο κίνδυνο πρώιμου θανάτου, μεταξύ αθενών με ΧΑΠ (&)