Κιτοκίνες

import_contactsΗ μέτρηση κυτοκινών στο κατώτερο αναπνευστικό δεν προσφέρει σημαντικά, λόγω της βραχυπρόθεσμης παρουσίας τους στο περιφερικό αίμα, τον πολύ γρήγορο μεταβολισμό τους, την παρουσία πληθώρας αναστολέων τους, και την  διαμερισματική παραγωγή τους στους πνεύμονες. Επιπλέον, όταν ανιχνεύονται στον ορό, υφίστανται μια ταχεία υποβάθμιση. Επομένως, οι πρωτεΐνες οξείας φάσεως, που ονομάζονται ορμοκίνες, φαίνεται ότι είναι πιο αξιόπιστες, λόγω παρατεταμένης παραμονής στο πλάσμα μικρότερες διακυμάνσεις στη διάρκεια της ημέρας και σταθερότητας σε in vivo και ex vivo διατάξεις. [βλέπε: σχέση κυτοκινών με λιπιδικούς μεσολαβητές). κυτοκίνες ως βιοδείκτες / . [βλέπε: σχέση κυτοκινών με λιπιδικούς μεσολαβητές). IL /  IL1  /  IL10  /  L12 /  IL13 / IL15 / IL16 / IL17 / IL2 / IL4 IL5 / IL6 / IL8
Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη |C- αντιδρώσα πρωτεΐνη| H CRP είναι πρωτεΐνη πλάσματος, τύπου πεντραξίνης, με σταθερή δομή από έναν δακτύλιο 5 μονομερών και μοριακό βάρος 115KDa. Αρχικά αναγνωρίζονταν ως πρωτεΐνη οξείας φάσεως, και της δ΄λοθηκε το όνομά της, το 1939, λόγω της ορολογικής αντιδράσεώς της με συγκρίματα C  πολυσακχαρίτες της κάψας του πνευμονιοκόκκου, όπως αναγνωρίστηκε σ΄έναν ασθενή με πνευμονία.
 Καθώς ανιχνεύεται σε όλα τα σπονδυλωτά, συνάγεται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην άμυνα του ξενιστή και στην πραγματικότητα, είναι η μόνη πρωτεΐνη οξείας φάσεως που εμπλέκται στην αδρανοποίηση των μικροοργανισμών, μια διαδικασία που συνεπικουρείται από από την ικανότητά της να δεσμεύεται από τους πολυσακχαρίτες της κάψας των μικροβίων και να ενεργοποιεί το συμπλήρωμα. Οι συγκεντρώσεις της στο πλάσμα προσδιορίζονται γενετικά, ενώ έχουν περιγραφεί αρκετοί πολυμορφισμοί της πρωτεΐνης, αλλά χωρίς ουσιώδη κλινική ιδιαιτερότητα. 
Όπως άλλες πρωτεΐνες, η CRP συντίθεται ταχέως, στο ήπαρ, σε απάντηση διεγέρσεως από κυτοκίνες, ιδίως την IL-6, ώστε οι συγκεντρώσεις της μπορεί να αυξηθούν Χ100 μέσα σε 36-48 ώρες. Οι συνήθεις, φυσιολογικές τιμές είναι <10 mg/l, με μέση τιμή ~1 mg/l. Πρτος σύγκριση αναφέρουμε ότι σε ασθενείς με σήψη μπορεί να φτάσει τα 500 mg/l ή και περισσότερο. Αλλά η καλύτερη διάκριση μεταξύ της παρουσίας ή απουσίας λοιμώξεως είναι τα 50 mg/l. Εφόσον ο χρόνος ημιζωής της είναι 6 ώρες, οι συγκεντρώσεις της φθίνουν ταχύτατα, μετά την άρση της λοιμώξεως. Η παραγωγή της CRP μπορεί να μειώνςεται σε ηπατοπάθειες και να αυξάνεται σε ρευματοπάθειες. 
 Πρόσφατα, το ενδιαφέρον για την CRP έχει σε αναζωπυρωθεί, ως δείκτου σήψεως, καθώς, μάλιστα τα βιοχζημικά της χαρακτηριστικά επέτρεψαν την ταχεία και ακριβή μέτρησή της, μέσω χαμηλού κόστους μεθόδων. Τελευταία, από κοινού με την προκαλσιτονίνη θεωρείται ως άριστος μη ειδικός δείκτης λοιμώξεως / φλεγμονής, κι έχει απωθήσει τη την κλινική σημασία της ΤΚΕ. Ειδικότερα, οιν διαδοχικ΄λες μεταβολές της συγκεντρώσεώς της, υποδηλώνουν λύση ή υποστροφή της υποικείμενης λοιμώξεως κι έτσι, μπορεί να συνεπικούρησει στη λήψη αποφάσεων αναφορικά με την απάντηση των αντιβιοτικών, τη διάρκεια της θεραπείας και την πρόγνωση. Παρ΄όλο ότι οι συγκεντρώσεις της CRP αυξάνονται σε κάθε περίπτωση μικροβιακής λοιμώξεως, από οποιονδήποτε μικροοργανισμό, Αναμένεται, επίσης, να αυξάνεται σε κάθε πε4ρίπτωση σοβαρής κακώσεως, νεκρώσεως, κακοήθειας, και μη λοιμώδους φλεγμονής, όπως π.χ., η παγκρεατίτις.
Πρόσφατα, οι συγκεντρώσεις της CRP, μετρούμενης με μεθόδους υψηλής ευαισθησίας έχουν, επίσης, βρεθεί ενδεικτικές επί οξείας στεφανιαίας νόσου σε ασθενείς με καρδιαγγεικές παθήσεις και, ιδιαίτερα επί μεταβολικοιύ συνδρόμου. Εν τούτοις, η κλινική χρήση της τιμής της CRP ανταποκρίνεται καλύτερα σε μελέτες προσυμπτωματικού ελέγχου, παρά σε εξατομικευμένες περιπτώσεις.