Συμπυκνώματα εκπνοής, exhalation condesates

 

 

γενικά

 εκπνεόμενα αέρια

εκπνεόμενο ΝΟ

συμπυκνώματα εκπνοής (&)

αλίτωση

 

Η διάγνωση των διαφόρων παθήσεων βασίζεται στις αναλύσεις αίματος και ούρων και την αναζήτηση  βιομορίων συνήθως πρωτεϊνών και πυρηνικών οξέων (γενομικές και πρωτεϊνομικές προσεγγίσεις -genomics and proteomics. Ήδη ένας άλλος κλάδος της αναλυτικής χημείας έρχεται να εισφέρει στη διάγνωση παθολογικών εκτροπών- μεταβολομικές προσεγγίσεις - metabolomics). Με τις τεχνικές αυτές αναλύονται απ΄ευθείας η μεταβολική δραστηριότητα παθολογικων εξελίξεων, με τη μέτρηση μικρών μεταβολιτών. Κατά τη μεταβολική δραστηριότητα των όγκων παράγονται διαφορετικοί μεταβολίτες, παρ΄ό,τι κατά το μεταβολισμό υγιών ιστών. Στους μεταβολιτες αυτούς ανήκουν πτητικές, οργανικές ενώσεις, που εκβάλλονται στον κυψελιδικό χώρο και παρασύρονται με την εκπνοή, και αποτελούν μάρτυρες των παθήσεων που διακρίνουν τους πάσχοντες από τους υγιείς. Η απόπνοια ήταν γνωστή διαγνωστική μέθοδος από την αρχαία Ιατρική και πολλές παθήσεις αναγνωριζόντο από την απόπνοια του ασθενούς (απόστημα ήπατος). Έχει αναπτυχθεί η τεχνολογία Metabolomix, με την οποία επιδιώκεται να αναγνωρισθούν, με την απόπνοια, οι ασθείς με πνευμονικό καρκίνο. Έχει βρεθεί ότι τα αποτελέσματα από τη μέθοδο αυτή είναι συγκρίσιμα με τις απεικονίσεις επί CT, ενώ είναι δυνατή η ταυτοποίηση του κυτταρικού τύπου του όγκου βασισμένη στο μεταβολικό προφίλ που ανιχνεύεται με την ανάλυση της εκπνοής (&).

-- γενικά. Η ανάλυση των συστατικών των βρογχοκυψελιδικών εκπλύσεων  (BAL), για τον δειγματισμό του κυψελιδικού υγρού και των βρογχικών εκκρίσεων, αποτελεί, από μακρού, σημαντική εξέλιξη στη διάγνωση παθήσεων εδραζομένων στο πνευμονικό παρέγυχμα ή/και τους αεραγωγούς. Εντούτοις, η μέθοδος του BAL δεν υποστηρίζεται από σταθερά υψηλούς δείκτες ευαισθησίας και ειδικότητας, για μεγάλη σειρά παθήσεων, την ίδια στιγμή που παραμένει παρεμβατική, ώστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο αποτιμήσεως της εξελίξεως της παθολογικής εκτροπής ή της επιδράσεως της θεραπείας.  Η εμπλοκή των παραγώγων της υπεροξειδώσεως του αραχιδονικού οξέος στις διεργασίες της φλεγμονής επί παθήσεων του τραχειοβρογχικού δένδρου / παρεγχύματος είναι γνωστή από δεκαετιών (βλέπε: αραχιδονικό οξύ).

Ενώ η παραγωγή προκλητών πτυέλων είναι σχετικά μη παρεμβατική μέθοδος παραλαβής δειγμάτων εκκρίσεων από το αναπνευστικό σύστημα, είναι γεγονός ότι η επανάληψη της προκλήσεως μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη φλεγμονής, που μπορεί να περιορίζει την ευρεία χρήση της μεθόδου, κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες. Η συλλογή των εκπνεόμενων αερίων είναι μια 'νέα' μέθοδος για την ανίχνευση πτητικών μεσολαβητών και βιοδεικτών της φλεγμονής, μέθοδοι, δηλαδή, που δεν επηρεάζουν την λειτουργία των αεραγωγών ή την εξέλιξη της τυχόν υπάρχουσας φλεγμονής. Η μέτρηση των εκπνεόμενων συμπυκνωμάτων προϋποθέτει τη συλλογή και τη συμπύκνωση του εκνεόμενου αέρα, μέσω ειδικής συσκευής που απολήγει στο σχηματισμό υγρού που προέρχεται από τους υδρατμούς που εκνέονται. Υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι συλλογής συμπυκνωμάτων εκπνοής, μερικές από τις οποίες είναι διαθέσιμες στο εμπόριο. Ο κατάλογος των βιοδεικτών που μπορούν να μετρηθούν από τα συμπυκνώματα εκπνοής είναι μακρύς και περιλαμβάνει το pH, το υπεροξείδιο του υδρογόνου, κυτοκίνες, αλδεΰδες, ισοπροστάνια, και άλλα προϊόντα οξειδώσεως. Τα συμπυκνώματα εκπνοής έχουν μελετηθεί σε μεγάλη ποικιλία αναπνευστικών παθήσεων, όπως το άσθμα, η ΧΑΠ, η κυστική ίνωση, οι διάμεσες πνευμονοπάθειες και οξεία πνευμονική βλάβη/ARDS, τόσο στους ενήλικες, όσο και στα παιδιά. Στους παράγοντες που επηρεάζουν συμπεριλαμβάνονται ανάμιξη σιέλων, αναμίξεις από τον ρινικό εκπνεόμενο αέρα, την υγρασία και τη θερμοκρασία του αέρα. Οι συλλογές συμπυκνωμάτων εκπνοής είναι μια υποσχόμενη μέθοδος για τη συλλογή των αναπνευστικών δειγμάτων, αλλά οι μέθοδοι συλλογής και οι τεχνικές μετρήσεως χρειάζονται προτυποποίηση πριν χρησιμοποιηθούν ως μέσο φαινοτυπικών καθορισμών των διαφόρων πνευμονοπαθειών σε γενετικές μελέτες.  

εκπνεόμενα αέρια. Η ανάλυση των συστατικών της εκπνοής έχει συγκεντρώσει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον, επειδή παρέχει μια ευχερή, μη παρεμβατική μέθοδο για τη μέτρηση των φλεγμονωδών εξελίξεων και του οξειδωτικού stress στους αεραγωγούς. Επειδή η συλλογή των εκπνεόμενων αερίων ή των εκπνεόμενων συμπυκνωμάτων είναι σχετικά μη παρεμβατική, διευκολύνει τις επαναλήψεις της προκειμένου να εντοπιστούν μεταβολές των διαφόρων φαινοτύπων των πνευμονοπαθειών, με την πάροδο του χρόνου, να ελεγχθούν οι παράγοντες που υπεισέρχονται στη διαμόρφωση παροξύνσεων ή, ακόμη, και να αποτιμηθεί η απόδοση μιας θεραπευτικής ποαρεμβάσεως (φαρμακογενετικές μελέτες).

- Σημαντικός αριθμός πτητικών αερίων, όπως το ΝΟ, το CΟ, πτητικοί υδρογονάνθρακες -αιθένιο, πεντάνιο και ισοπρένιο, και άλλοι δείκτες υπεροξειδώσεως λιπιδίων, όπως η μαλονδαλκδεΰδη και αλειφατικοί υδρογονάνθρακες, έχουν μετρηθεί στον εκπνεόμενο αέρα, και έχει δειχθεί ότι αυξάνονται σε αριθμό πνευμονοπαθειών.

--NO. Το ΝΟ είναι ο πλέον εκτεταμένα μελετηθείς βιοδείκτης στο άσθμα, την ασταθή ΧΑΠ, και τις βρογχεκτασίες, αλλά παραμένει σταθερός, στην σταθεροποιημένη ΧΑΠ, και μειώνεται στην πνευμονική υπέρταση και την κυστική ίνωση. Πρόσφατα ο γενετικός έλεγχος του εκπνεόμενου ΝΟ έχει μελετηθεί με μελέτες γενετικής συσχετίσεως. Επειδή το εκπνεόμενο ΝΟ είναι υψηλότερο στις ρινικές κόγχες, και επηρεάζεται από την ταχύτητα εκπνοής, το δείγμα εκπνοής συλλέγεται, από εκπνοή μέσω αντιστάσεως, προς αποκλεισμό της μαλθακής υπερώας, υπό σταθερή ταχύτητα εκπνοής. Το ΝΟ μπορεί να μετρηθεί από εκπνοή που συλλέγεται με το συνεχή δειγματισμό, από τον αναλυτή του ΝΟ (on line measurement), ή από ένα συλλέκτη, στον οποίο συγκεντρώθηκε όλος ο εκπνεόμενος αέρας (off line measurement). Έχουν δημοσιευτεί λεπτομερείς οδηγίες από την ΑTS και την ERS, και ειδικές για τα παιδιά, από μια κοινοπρακτική ομάδα εργασίας από τις δύο διεθνείς Εταιρείες.  

 --συμπυκνώματα εκπνοής. Είναι γνωστό ότι περίπου 500 ml νερού εκπνέονται καθημερινά, μέσω του αναπνευστικού συστήματος, υπό μορφή εκνεφώματος. Από δεκαετίας και πλέον, έχει επισημανθεί ότι το εκπνεόμενο συμπύκνωμα δεν περιέχει μόνο νερό, σε αέρια φάση, αλλά, επίσης και άλλες προσμίξεις, που παρασύρονται διαλυμένες στα εκπνεόμενα σταγονίδια. Οι ουσίες αυτές, μπορούν να εντοπισθούν με βάση τις φυσικές (π.χ., οσμή, χρώμα κλπ) ή χυμικές τους ιδιότητες, με τη βοήθεια μεθόδων ανιχνεύσεως ιχνοστοιχείων (π.χ., φασματομετρία ατομικής απρροφήσεως, αέρια χρωματογραφία κλπ). Η αποκάλυψη αυτή συγκέντρωσε το ενδιαφέρον ερευνητών και κλινικών, με την ενδεχόμενη συλλογή και χρήση των συμπυκωμάτων της εκπνοής, για διαγνωστικούς λόγους. Εν τούτοις, στο εκπνεόμενο μίγμα αέρος, δεν εμπεριέχεται μόνο Ν2,  CO2 , ίχνη πτητικών αερίων και όσο Ο2 δεν συμμετέχει στην ανταλλαγή αερίων, λόγω παραμονής του στο νεκρό χώρο, αλλ΄ επίσης πτητικές ουσίες, απότοκες ενδογενούς μεταβολισμού, όπως ΝΟ2, και  CO, και, επίσης, υδρατμοί και άλλα μη πτητικά εκνεφώματα, όπως διάφοροι μεσολαβητές της φλεγμονής.  Η ανάλυση του συμπυκνώματος της εκπνοής είναι δυνητικά χρήσιμη για τη διαχείριση της φλεγμονής των αεραγωγών και τον έλεγχο της αποδόσεως των χορηγουμένων θεραπειών. Η ταυτοποίηση συγκεκριμένων δεικτών φλεγμονής, στο συμπύκνωμα εκπνοής επί διαφόρων πνευμονοπαθειών μπορεί να εμπλέκονται στη διαφορική διάγνωση. Δεδομένου ότι πρόκειται για μη παρεμβατική εξέταση ,η μέθοδος αυτή θα ήταν κατάλληλη για διαχρονικές, προοπτικές, μελέτες, επί ασθενών με χρόνιες πνευμονοπάθειες, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, που, γενικά, παραμένουν  δυσπροσάρμοστοι ως ασθενείς. Με βάση την παραδοχή ότι τα παραγόμενα μικροαερολύματα στο τραχειοβρογχικό και παρεγχυματικό χώρο, που παρασύρονται με την εκπνοή, αντανακλούν τη σύνθεση του βρογχοκυψελιδικού εξωκυττάριου υγρού, που επαλήφει την εσωτερική επιφάνεια των αεραγωγών και του πνευμονικού παρεγχύματος, η συλλογή και ανάλυση τους μπορεί να αποδειχθεί μια μη παρεμβατική μέθοδος ανιχνεύσεως και εκτιμήσεως των παθολογικών διεργασιών που εξελίσσονται στους πνευμονικούς αεραγωγούς και αεροχώρους. Είναι γνωστό ότι με την εκπνοή παρασύρονται πάνω από 400 διαφορετικά μη πτητικά προϊόντα της κυτταρικής δράσεως σε φυσιολογικές ή παθολογικές συνθήκες, μεταξύ των οποίων διάφορες πρωτεΐνες, όπως η ιντερλευκίνη 1β, ο διαλυτός υποδοχέας της ιντερλευκίνης 2, η ιντερλευκίνη -6, και ο παράγων νεκρώσεως όγκων (TNF-a) (). Η ποσοτική εκτίμηση των εκπνεόμενων ιχνοστοιχείων μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο βιοδείκτη της φυσικής ιστορίας των πνευμονοπαθειών και εξωπνευμονικών νοσημάτων,  και μέτρο της θεραπευτικής επιδράσεως (εικόνα 2).

βλέπε: εκπνευστικό συμπύκνωμα, στο λήμμα: προσυμπτωματικός έλεγχος πνευμονικού καρκίνου. Επίσης, σημειώνεται ότι, το stress μπορεί ευκολότερα και αντικειμενικά να εκτιμηθεί και να ποσοτικοποιηθεί από μεταβολές στη σύνθεση του συμπυκνώματος εκπνοής, όπως έχει πρόσφατα δειχθεί. "έτσι, με δοκιμασίες συμπυκνωμάτων εκπνοής, που είναι μέθοδος μη παρεμβατική, μπορεί να αναγνωρισθούν περιπτώσεις Altzheimer, πχ.

 η χρησιμότητα του βιοδείκτη για την επισήμανση επερχόμενου "επεισοδίου" παροξύνσεως. Σημείο, κατά το οποίο ο βιοδείτης υπερσκελίζει τις συνήθεις "φυσιολογικές" του συγκεντρώσιες. Β, σημείο κατά το οποίο τα συμπτώματα καθίστανται εμφανή. c, χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί να εκδηλωθεί ιατρική παρέμβαση, ώστε να αποφευχθεί η εκδήλωση πλήρους παρόξυνσης. Το μεσοδιάστημα αυτό μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ ημερών, ως ετών, ανάλογα με την πάθηση, το αναμενόμενο επεισόδιο ή την έκβαση (π.χ., παρόξυνση ΧΑΠ ή αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η απόπνοια της αναπνοής, ως διαγνωστικό "εργαλείο" είναι γνωστή στην κλινική πρακτική από αιώνων, όπως, π.χ., συμβαίνει στην προσέγγιση ασθενών με νεφρικά ή ηπατικά νοσήματα, όζαινα, αλίτωση, νοσήματα της στοματικής κοιλότητας, σακχαρώδης διαβήτης κλπ. Η εμπειρία αυτή έκανε τον Keen να σημειώσει, τo 1843  "Nothing can replace the watchful eye, the alert ear, the awake nose, the tactile finger, and the logical mind which corelates the facts obtained through all of these avenues and so reaches an exact diagnosis".  Η μέτρηση εκπνεόμενων βιοδεικτών εκτείνεται από την μέτρηση του εκπνεόμενου ΝΟ, μέχρι την μέτρηση πτητικών οργανικών συστατικών της εκπνοής, και της χαρτογραφήσεως του εκπνευστικού συμπυκνώματος. Η μέτρηση των διαφόρων συστατικών και η εντόπισή τους σε ποικιλία πνευμονικών, αλλά και εξωπνευμονικών παθολογικών εκτροπών αποτελεί μια μη παρεμβατική και ευέλικτη μέθοδο, με την επισήμανση ότι τα συστατικά αυτά ευρίσκονται στην εκπνοή σε μεγέθη ιχνοστοιχείων, γεγονός που οδήγησε στην εισαγωγή μεθόδων ανιχνεύσεως, όπως η φασματοφωτομετρία μάζης, τις τεχνικές των πρωτεόμικσ και μεταβολόμικς, της αέριας χρωματογραφίας, του συνδυασμού φασματοφωτομετρίας/αέριας χρωματογραφίας, της φασματομετρίας ιοντικής ροής ακόμη και της ηλεκτρονικής οσφρήσεως

 Η μελέτη των εκπνεόμενων βιοδεικτών εισφέρει στην κατανόηση των παθογενετικών μηχανισμών και στην προσπάθεια λήψεως κλινικών αποφάσεων σε διάφορες κλινικές καταστάσεις, όπως το άσθμα, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ο πνευμονικός καρκίνος, και τα συστηματικά νοσήματα.

 Η ανίχνευση δεικτών συστατικών εκπνευστικών συμπυκνωμάτων σε καταστάσεις φλεγμονής/οξειδωτικού stressθεωρείται ως ένα αξιόπιστο, μη παρεμβατικό εργαλείο αποτιμήσεως της υποκείμενης παθολογικής εκτροπής, που εφαρμόζεται με ευχέρεια σε κάθε ηλικία, τόσο στα παιδιά (), όσο και στους ενήλικες (,,). Για την συγκέντρωση του εκπνευστικού συμπυκνώματος χρησιμοποιείται συσκευή, ανάλογη με την εικονιζόμενη στην εικόνα 1.

Σχηματική παράσταση κλειστού υάλινου περιέκτου εκπνευστικού συμπυκνώματος ().

Η ανίχνευση βιοδεικτών στο εκπνευστικό συμπύκνωμα () μπορεί να διευκολύνει την προσέγγιση και αποτίμηση της θεραπείας σε σειρά φλεγμονωδών παθήσεων στους πνεύμονες, ιδιαίτερα των παιδιών. Η μελέτη του εκπνευστικού συμπυκνώματος αποτελεί αντικείμενο ζωηρού ενδιαφέροντος στην πνευμονολογία, ιδιαίτερα, για τον έλεγχο παθήσεων, όπως το άσθμα, η ΧΑΠ, η κυστική ίνωση, η βρογχοπνευμονική δυσπλασία, και η πρωτοπαθής δυσκινησία κροσσών.

Ο ακριβής μηχανισμός του εκπνευστικού συμπυκνώματος δεν έχει πλήρως κατανοηθεί, αλλά έχει γνωσθεί ότι η τυρβώδης ροή που παράγεται στους αεραγωγούς ή η διάνοιξη των κλειστών βρογχιολίων και κυψελίδων από την μετακίνηση μορίων αέρος κατά κίνηση Brown, μπορεί να διαδραματίζουν γενεσιουργό ρόλο, αποσπώντας σταγονίδια από την επιθηλιακή επιφάνεια των αεραγωγών ή των αεροχώρων (,,). Είναι παλαιόθεν γνωστό, ότι τα σταγονίδια που παρασύρονται με την εκπνοή, μπορεί να μεταφέρουν μικροοργανισμούς και να μεταδίδουν παθολογικές προκλήσεις σε μικρές ή μεγάλες αποστάσεις. Παράγεται, έτσι, ένα μικροσκοπικό αερόλυμα, που εξαρτάται από την ταχύτητα της εκπνοής και την επιφανειακή τάση. Υψηλότερη ταχύτητα και χαμηλότερη επιφανειακή τάση, ευνοεί την παραγωγή αερολύματος, που παρασύρεται με την εκπνοή (). Η στροβιλώδης ροή και η παρουσία πολλών γωνιώσεων στο τραχειοβρογχικό δένδρο διευκολύνει την παραγωγή και απελευθέρωση το σχηματισμό μικροαερολύματος στους αεραγωγούς, σε ικανή συγκέντρωση <0.1-4 σωματίδια/cm-3 ανάλογα με τον εξεταζόμενο και τη δραστηριότητά του (,,).

To οξείδιο του αζώτου εκπνέεται από του στόματος και, κυρίως, προέρχεται από το αναπνευστικό επιθήλιο. η παραγωγή του ρυθμίζεται από τον ενεργοποιητή μεταγραφής (STAT-1) υπό την επήρεια της ομοιοστατικής ιντερφερόνης-γ S.

 Οι φλεγμονώδεις και μεταβολικές αλλοιώσεις που συνοδεύουν τις πνευμονοπάθειες, αλλά και εξωπνευμονικά νοσήματα, συνεπάγονται την παραγωγή πτητικών οργανικών συστατικών, που παρασύρονται με την εκπνοή. Έχουν επισημανθεί ποικιλία πτητικών παραγόντων, διαφορετικών για παθήσεις, όπως το άσθμα, η ΧΑΠ, οι κοκκιωματώδεις πνευμονοπάθειες, οι διάμεσες πνευμονοπάθειες, ο πνευμονικός καρκίνος, και η απόρριψη μοσχεύματος. Με τις μέχρι τώρα ενδείξεις ευνοείται η πρώιμη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονος, με βάση "real time" η "εργαστηριακή" καταγραφή της απόπνοιας της εκπνοής, λόγω απελευθερώσεως πτητικών παραγόντων χαρακτηριστικής οσμής ή συνθέσεως. Αναζητούνται οι βιοδείκτες εκείνοι, που είναι ενιαίοι και αποκλειστικοί για κάθε (εξω-)πνευμονική πάθηση, μέσω ευαίσθητων αισθητήρων, που ανιχνεύουν ισχνοσυγκεντρώσεις των πτητικών συμπκυκνωμάτων της εκπνοής. Είναι γνωστό ότι κατά τις φλεγμονώδεις εξελίξεις, ο πνεύμονας είναι εκτεθειμένος σε οξειδωτικές δράσεις (►,), της μορφής διαφόρων ενώσεων οξυγόνου, όπως το υπεροξείδιο του υδρογόνου (). Συνοπτικά, το H2O2   φαίνεται ότι διαθέτει ικανή επαναληπτικότητα κι ευαισθησία για την αναγνώριση κι εκτίμηση των φλεγμονωδών εξελίξεων, επί σειρά παθήσεων, όπως το άσθμα, η ΧΑΠ, η ΚΙ., οι βρογχεκτασίες, το ARDS, και οι διάμεσες πνευμονοπάθειες (). Οι κυριότερες πηγές H2O2  είναι τα κυψελιδικά μακροφάγα, τα ουδετερόφιλα και ηωσινόφιλα, τα επιθηλιακά και ενδοθηλιακά κύτταρα. Το H2O2  εκπνευστικό συμπύκνωμα έχει εκτεταμένα μελετηθεί σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις και με διάφορους τρόπους. Η διαγνωστική αξία των συγκεντρώσεων έχει συγκριθεί με άλλες μεθόδους, όπως το BA και τα προκλητά πτύελα ().  Από τους ευχερέστερα προτυποιημένους βιοδείτες του εκπνευστικού συμπυκνώματος, το pH, παρέχει σημαντικές πληροφορίες, αναφορικά με την οξεοβασική κατάσταση του επιφανειακού υγρού στο τραχειοβρογχικό δένδρο και τις κυψελίδες. Έχει  επισημανθεί μεγάλος αριθμός παραγόντων που υπεισέρχονται στη διαμόρφωση του ιστικού pH στο τραχειοβρογχικό δένδρο, επί ΧΑΠ, άσθματος κυστικής ινώσεως και μεταμεταμοσχευτικής βρογχιολίτιδας.

 Η οξύτητα των αεραγωγών διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην παθοφυσιολογία πνευμονικών παθήσεων και στη βιοδιαθεσιμότητα των με εισπνοές χορηγούμενων φαρμάκων. ακόμη και εάν το pH΄των αεραγωγών δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια από το pΗ του συμπυκνώματος εκπνοής, το τελευταίο, ως βιοδείκτης ποικιλίας παθήσεων των αεραγωγών/παρεγχύματος, μπορεί να έχει κλινική σημασία, αν και η χρησιμότητά του δεν έχει ακόμη πιστοποιηθεί στην κλινική πράξη ( ).  Γενικά, το pH στο συμπύκνωμα εκπνοής διαμορφώνεται από τα σταγονίδια και τις πτητικέ ενεώσεις που αιωρούνται στην εκπνοή, αλλά η συμβολή του καθενός δεν έχει διευκρινισθεί (,). Τα δύο βασικά αέρια είναι το NH3 και το CΟ2, που κα τα δύο φέρονται σε μη πτητικές μορφές: NH4+ και HCO3- . H σχέση της πτητικής τους προς την μη πτητική τους κατάσταση καθορίζεται από το pH (). 

Ως "οξύπνοια" νοείται  η οξινοποίηση του συμπυκνώματος εκπνοής, στις χρόνιες, φλεγμονώδεις παθήσεις των αεραγωγών, όπως η ΧΑΠ.

An external file that holds a picture, illustration, etc.Object name is AJRCCM1734386fig1.jpgΣτην εικόνα (), αναγνωρίζεται το χαμηλότερο pH του συμπυκνώματος εκπμνοής ασθενών με ΧΑΠ, έναντι υγιών μαρτύρων.

 Το συμπύκνωμα εκπνοής είναι εξαιρετικό υπόστρωμα για τη μέτρηση των πουρινεργών ενώσεων, όπως η αδενοσίνη (). Η συγκέντρωση του ATP και των μεταβολιτών του, ιδίως της αδενοσίνης, έχουν μελετηθεί διεξοδικά στο εκπνευστικό συμπύκνωμα ασθενών με άσθμα, ΧΑΠ, κυστική ίνωση. Επίσης πουρινεργικοί μεσολαβητές που εμπλέκονται σε κρίσιμες λειτουργίες, όπως η βλεννοκροσσωτή κάθαρση, η φλεγμονή στους αεραγωγούς, και η αντιδραστικότητα των λείων μυϊκών ινών των αεραγωγών, ανιχνεύονται στο συμπύκνωμα ασθενών με ΧΑΠ, άσθμα, κυστική ίνωση. Ο εντοπισμός τους στο συμπύκνωμα βοηθά στη διάγνωση και την εξέλιξη παθήσεων των αεραγωγών (►,►,). 

αλίτωση. Η κακοσμία της εκπνοής. Η δυσοσμία της εκπνοής συνήθως παράγεται από λήψη τροφών που εμπεριέχουν ισχυρά έλαια, όπως τα κρεμμύδια και τα σκόρδα, καρυκεύματα, και άλλες υγρές ουσίες, ή τα συγκρίματα τροφών που ενσφηνώνονται στα μεσοδόντια διαστήματα. Ο κατάλληλος και συχνός καθαρισμός των δοντιών, η χρήση οδοντικού νήματος, η χρήση αποσμητικών στόματος (σπρέϋ, καραμέλες, μαστίχες κλπ)  και η τήρηση οδοντικής υγιεινής, καταργεί την κακοσμία του στόματος στις περισσότερες των περιπτώσεων.  Η αλίτωση μπορεί, εν τούτοις, να είναι ένδειξη υποκείμενης παθολογίας, όπως η νεφρική ανεπάρκεια, το απόστημα πνεύμονος, οι ηπατοπάθειες, και ο σακχαρώδης διαβήτης (οσμή ακετόνης). Άτομα που πιστεύουν ότι η αναπνοή τους μυρίζει άσχημα, ενώ αυτό δεν είναι αληθές, μπορεί να πάσχουν από ψυχογενή αλίτωση. Οι σχιζοφρενικοί, επίσης, μπορεί να πιστεύουν ότι είναι ακάθαρτοι και ότι μυρίζει το στόμα τους.

Η ΚΛΙΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΠΝΕΟΜΕΝΩΝ ΕΚΝΕΦΩΜΑΤΩΝ.

η κλινική σημασία: Οι συσκευές ηλεκτρονικής μύτης (e-nose) μπορεί να χρησιμοποιηθούν γαι την ταυτοποίηση πτητικών ουσιών που παράγονται στους πνεύμονες και εξέρχονται με την εκπνοή.