Ορολογία

Torsades de pointes
αγγειοπάθεια - Vascular disease

αιμοδυναμική αστάθεια - Haemodynamic instability

αιμοδυναμική λειτουργία - Haemodynamic function

αιμορραγικό ΑΕΕ - Haemorrhagic stroke

αλγόριθμος - Algorithm

αμιγής κολπική μαρμαρυγή -  Lone AF

σχετικός λόγος συμπληρωματικού κινδύνου - Odds ratio (OR)

ανάλυση ευαισθησίας - Sensitivity analysis

ανάλυση κόστους - χρησιμότητας - Cost–utility analysis

ανάλυση σχέσεως κόστους-αποτελέσματος - Cost-effectiveness analysis

ανοικτή μελέτη - Open-label

ανοχή στην άσκηση, σωματική καταπόνηση - Exercise tolerance

αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία - Antiplatelet therapy

αντιαρρυθμική επέμβαση - Arrhythmia surgery

αντιαρρυθμικό φάρμακο -Antiarrhythmic

αντιθρομβωτική θεραπεία - Antithrombotic therapy

αντιπηξία - Anticoagulation

αντιπηξία συμβατική - Conventional anticoagulation

αντίσταση στην ιατρική παρέμβαση - Medically refractory

αορτική πλάκα - Aortic plaque

απαιτούμενος αριθμός θεραπειών - Number needed to treat (NNT)

απινιδωτής - Cardioverter defibrillator

απινιδωτής - Defibrillator

αποκλεισμός αριστερού κλάδου του δεματίου του His - Left bundle branch block (LBBB)

αποκλεισμός δεξιού κλάδου του δεματίοπυ του His- Right bundle branch block (RBBB)

απόλυτη μείωση κινδύνου -Absolute risk reduction (ARR)

αποτιτάνωση μιτροειδούς - Mitral valve calcification

αρνητική προγνωστική αξία - Negative predictive value

αρρυθμία - Arrhythmia

αυτοδιαχείριση - Self-management

αυτοδοκιμασία - Self-testing

αυτόματη ανάταξη - Spontaneous cardioversion

βαλβιδική καρδιοπάθεια - Valvular heart disease

βραδυκαρδία - Bradycardia

διαγνωστική ακρίβεια - Diagnostic accuracy

διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημα - Transthoracic echocardiography

διαλείπουσα κολπική μαρμαρυγή - Intermittent atrial fibrillation

διασταυρούμενη μελέτη - Crossover study

διάστημα αξιοπιστίας - Confidence interval (CI)

διαστολείς  περιέχοντες φάρμακα - Drug-eluting stents

διαφωνία μετά επαρκή πληροφόρηση - Informed dissent

διεθνής ομαλοποιημένος δείκτης  - International normalised ratio (INR)

δι-οισοφαγικό υπερηχοκαρδιογράφημα - Transoesphageal echocardiography

δομική καρδιοπάθεια - Structural heart disease

δόση προσαρμοσμένη - Adjusted dose

δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας - Left ventricular dysfunction (LVD)

εγκεφαλικό έμφρακτο - Cerebral infarction

εθνικό δίκτυο υπηρεσιών - National Service Framework (NSF)

εθνικό κέντρο υγείας και κλινικής αριστείας - National Institute for Health and Clinical Excellence (NICE)

εθνικό συνεργατικό κέντρο χρονίων παθήσεων - National Collaborating Centre for Chronic Conditions (NCC-CC)

ειδικότητα - Specificity

εκτομή κολποκοιλιακού κόμβου - Atrioventricular node ablation

έλεγχος κοιλιακής συχνότητας  - Rate control

έλεγχος κοιλιακού ρυθμού - Ventricular rate control

έλεγχος ρυθμού - Rhythm control

εμβολικό επεισόδιο - Cardioembolic stroke

εμβολικός - Embolic

έμφρακτο - Infarction

έμφρακτο μυοκαρδίου - Myocardial infarction (MI)

ενδοτικότητα - Compliance

εξίσωση προσομοιώσεως - Regression equation

επεισόδιο παροδικής ισχαιμίας - Transient ischaemic attack

επικουρική οδός - Accessory pathway

επιμήκυνση QT- QT prolongation

επίπεδο τεκμηριώσεως - Level of evidence

επιπλοκή - Adverse event

επιπολασμός - Prevalence

επίπτωση - Incidence

επισήμανση καλής πρακτικής  - Good practice point (GPP)

εποπτευόμενη διαχείριση - Supervised management

εστιακή ΚΜ - Focal AF

ευαισθησία - Sensitivity

ηλεκτρική ανάταξη - Cardioversion

ηλεκτρική ανάταξη - Electrical cardioversion

ηλεκτροκαρδιογράφημα - Electrocardiograph (ECG)

ηλεκτρολυτικές διαταραχές - Electrolyte abnormalities

θεραπευτική αποτυχία - Treatment failure

θετική διαγνωστική αξία - Positive predictive value (PPV)

θρομβοεμβολικό επεισόδιο - Thromboembolic stroke

θρομβοπροφύλαξη - Thromboprophylaxis |προφύλαξη|

θυροτοξίκωση - Thyrotoxicosis

ιεράρχηση κινδύνων - Risk stratification

ινότροπος - Inotropic

καρδιαγγειακή πάθηση - Cerebrovascular disease

καρδιακή ανεπάρκεια - Heart failure

καρδιακό φύσημα - Heart murmur

καρδιακός ρυθμός - Heart rate

καρδιοθωρακικός δείκτης - Cardiothoracic ratio

καρδιακοί τόνοι

καρδιομεγαλία - Cardiomegaly

καρδιοπάθεια λειτουργική - Functional heart disease

κινητικότητα τοιχώματος - Wall motion index

κλάσμα εξωθήσεως αριστεράς κοιλίας - Left ventricular ejection fraction (LVEF)

κλινικώς σημαντικός - Clinically significant

κοιλιακή αρρυθμία - Ventricular arrhythmias

κολπική απινίδωση  Atrial defibrillator

κολπική αρρυθμία - Atrial arrhythmias

κολπική λειτουργία συστολής - Atrial contractile function

κολπική μαρμαρυγή

κολπικό κλάσμα πληρώσεως - Atrial filling fraction

κολποκοιλιακός αποκλειστής - Atrioventricular-blocking drug

κουμαρινικό παράγωγο - Coumarin derivative

κρυοτομή - Cryoablation

Λόγος Ε/Α

μέγιστο φορτίο - Maximum workload

μεθοδολογικοί περιορισμοί - Methodological limitations

μείωση σχετικού κινδύνου - Relative risk reduction (RRR)

μελέτη βελτιώσεως - Clinical audit

μελέτη ελεγχόμενη κατά περίπτωση - Case-control study

μελέτη φαλλάγγων - Cohort study

μετ-ανάλυση - Meta-analysis

μιτροειδοπάθεια - Mitral valve disease

μονοπαραγοντική - Univariate

μοντέλο κόστους-ωφέλους - Cost-effectiveness model

μοντέλο λήψεως αποφάσεως - Decision model

μυοκαρδιοπάθειεα προκαλούμενη από ταχυκαρδία - Tachycardia-induced cardiomyopathy

νόσος των στεφανιαίων - Coronary artery disease

όγκος εξωκυττάριου υγρού-  Extra cellular fluid volume

ομάδα εκπονήσεως κατευθυντήριων οδηγιών - Guideline development group (GDG)

όρiο κολπικής μαρμαρυγής - AF burden

παθοφυσιολογία κολπικής μαρμαρυγής -AF pathophysiology

παλινδρόμηση (ανεπάρκεια) μιτροειδούς βαλβίδα - Mitral regurgitation

παρενέργεια - Side effect

περίοδος εκπλύσεως - Wash-out period

περιπατητικό ΗΚΓ -Ambulatory-ECG

πλαστική μιτροειδούς βαλβίδας - Mitral valvuloplasty

ποιότητα ζωής - Quality of life

πολυπαραγοντικός - Multivariate

πολυφαρμακία - Polypharmacy

προαρρυθμία - Pro-arrhythmic

πρόπτωση μιτροειδούς - Mitral valve prolapse

προσδόκιμο ποιοτικής επιβιώσεως - Quality-adjusted life-year (QALY)

προσωρινός τύπος - Temporal pattern

σειρά περιπτώσεων - Case series

σημαντικπή διαφορά (στατιστική) - Significant difference

στατιστικά μη σημαντικό - Non-significant

στατιστική σημαντικότητα - Significant association

στατιστική σημαντικότητα - Statistical significance

στένωση αορτής - Aortic stenosis

στένωση μιτροειδούς - Mitral stenosis

στρατηγική διαχειρίσεως - Management strategy

συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια - Congestive heart failure (CHF)

σύνδρομο Wolff–Parkinson–White syndrome (WPW) - Wolff–Parkinson–White syndrome (WPW) syndrome

σύνδρομο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου - Sudden cardiac death syndrome

συνεχής καταγραφή καρδιακού ρυθμού - Holter monitor

σύστημα Vaughan-Williams - Vaughan-Williams system

συστηματική ανασκόπηση - Systematic review

συστηματική εμβολή - Systemic emboli

σφάλμα τύπου ΙΙ και Ι

σχέση κόστους - Cost function

σχέση κόστους - αποτελέσματος - Cost effectiveness

σχετικός κίνδυνος - Relative risk (RR)

σωρευτική ανάλυση - Pooled analysis

τάξη υποδείξεως - Grade (class) of recommendation

ταχεία κολπική μαρμαρυγή - Rapid atrial fibrillation

τελικό σημείο - Endpoint

τελοδιαστολική διάμετρος αριστερής κοιλίας  - Left ventricular end diastolic diameter (LVEDD)

τελοσυστολική διάμετρος αριστερής κοιλίας - Left ventricular end systolic diameter (LVESD)

τεχνική λήψεως αποφάσεων - Decision analytic model/techniques

τομογραφία μαγνητικού συνοτνισμού - Magnetic resonance imaging (MRI)

τυχαιοποιημένη μελέτη - Randomised controlled trial (RCT)

υπεραδρενεργική κατάσταση - Hyperadrenergic state

υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη ανάταξη - TOE-guided cardioversion

υπερηχοκαρδιογράφημα - Echocardiogram

Υπερηχοκαρδιογράφημα κοπώσεως

Υπερηχοκαρδιογράφημα αντιθέσεως

υπερκοιλιακός - Supraventricular

υπερτροφία αριστερής κοιλίας - Left ventricular hypertrophy (LVH)

υποτροπή Κολπικής μαρμαρυγής -AF recurrence

υπότυπος κολπικής μαραμρυγής - AF subtype

φάρμακο διασώσεως - Pill-in-the-pocket

φαρμακολογική ανάταξη - Pharmacological cardioversion (PCV)

χρονοτροπική ανικανότητα - Chronotropic incompetence

χρονότροπος - Chronotropic

 

απόλυτη μείωση κινδύνου -Absolute risk reduction (ARR)

Η διαφορά μεταξύ της % επιπτώσεως δυσμενών εκβάσεων στην ομάδα ελέγχου, συγκριτικά με τους μάρτυρες, σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή.Π.χ., εάν η η συχνόττηα ΑΕΕ στην ομάδα των ασθενών που ελάμβανς βαρφαρίνη, είναι 2%, συγκριτικά με 5% στους μάρτυρες, που δεν ελάμβαναν αντιπηκτική αγωγή, τότε ο ARR είναι 3%.

επικουρική οδός - Accessory pathway

Παθολογικός κύκλωμα αγωγής στην ακρδιά, που συνεπάγεται παθολογικό ρυθμό.

Η δόση που έχει ρυθμιστεί έτσι, ώστε να παρέχει ένα προσδιορισμένο φυσιολογικό αποτέλεσμα. π.χ., η δόση της βαρφαρίνης, μπορεί να ρυθμιστεί, ώστε να προσεγγίζεται μια συγκεκριμένη τιμή INR. 

επιπλοκή - Adverse event

Ένα ΄γεγονός΄που επέρχεται ως συνέπεια μιας παθολογικής εξελίξεως, ή ως ανεπιθύμητη παράπλευρη δράση μιας θεραπευτικής παρεμβάσεως, που προκαλεί δυσάρεστες εξελίξεις στον ασθνεή, ως προς την υγεία ή την ποιόττηα ζωής του. Π.χ., η πρόκληση πνευμονικής ινώσεως στην μακροπερίοδη χορήγηση αμιοδαρόνης.

όριο κολπικής μαρμαρυγής - AF burden

Ο βαθμός στον οποίο η κολπική μαρμαρυγή (AF) έχει δυσάρεστες συνέπειες στην  ποιόττηα ζωής του ασθενούς. Υπολογίζεται είτε ως χρόνος που αντιστοιχεί με τη διάρκεια των επεισοδίων της ή ως αριθμός επεισοδίων στη μονάδα του χρόνου.

παθοφυσιολογία κολπικής μαρμαρυγής -AF pathophysiology

Η παθοφυσιολογική εξέλιξη της κολπικής μαρμαρυγής, υπό όρους επειδεινώσεως προς περισσότερο μόνιμες ή συμπτωματικές μορφές αρρυθμίας, ή αναπτύξεως συνοσηροτήτων.

υποτροπή Κολπικής μαρμαρυγής - AF recurrence

Η επανεμφάνιση ενός επεισοδίου κολπικής μαρμαρυγής, κατ΄ακολουθία ενός ή περισσοτέρων επεισοδίων που προηγήθηκαν, είτε κατά την μόνική ή την παροξυσμική της μορφή.

υπότυπος κολπικής μαρμαρυγής - AF subtype

Μορφολογική διάκριση, ανάλογα με τον προσωρινό τύπο της κολπικής μαρμαρυγής.

αλγόριθμος - Algorithm

Στις κατυεθυντήριες οδηγίες, ένα διάγραμμα ροής προς την κατεύθυνση λήψεως τεκμηριωμένης αποφάσεως, που δικαιολογείται στην κατευθυντήρια οδηγία, όπου οι ενδιάμεσοι σταθμοί, δηλώνονται με  με διαφορετικού σχήματος κουτιά που συνδέονται μεταξύ τους με βέλη 'προαγωγής'.

σχήμα 1. Αλγόριθμος

Η λέξη αλγόριθμος προέρχεται από μία μελέτη του Πέρση μαθηματικού του 8ου αιώνα μ.Χ. Αλ Χουαρίζμι (Abu Ja'far Mohammed ibn Musa Αl-Khwarismi), η οποία περιείχε συστηματικές τυποποιημένες λύσεις αλγεβρικών προβλημάτων και αποτελεί ίσως την πρώτη πλήρη πραγματεία άλγεβρας. Πέντε αιώνες αργότερα η μελέτη μεταφράστηκε στα Λατινικά και άρχιζε με τη φράση "Algorithmus dixit ...." (ο Αλγόριθμος είπε...). Έτσι η λέξη αλγόριθμος καθιερώθηκε αργά τα επόμενα χίλια χρόνια με την έννοια «συστηματική διαδικασία αριθμητικών χειρισμών». Τη σημερινή της σημασία την οφείλει στη γρήγορη ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών στα μέσα του 20ου αιώνα.[1]

περιπατητικό ΗΚΓ -Ambulatory-ECG

Μέθοδος συνεχούς παρακολουθήσεως μιας ΗΚΓικής καταγραφής, ενώο ασθενεής κινείται ελεύθερα, και εκτελεί όλες τις συνήθεις καθημερινές ενασχολήσεις του. 

αντιαρρυθμικό φάρμακο -Antiarrhythmic

Φάρμακο ή μέθοδος παρεμβάσεως που ασκεί θεραπευτική εππιδραση σε τύπους καρδιακών αρρυθμιών. 

αντιπηξία - Anticoagulation

Μορφή θρομβοπορφυλάξεως, με τη χρήση αντιθρομβωτικών φαρμάκων όπως η βαρφαρίνη, που αναστέλλει το σχηματισμό θρόμβου στο αίμα.

αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία - Antiplatelet therapy

Μορφή θρομβοπροφυλάξθεως με τη χρήση αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων, π.χ., ασπιρίνη ή κλοπεριδίνης, που αναστέλλει το σχηματισμό θρόμβου.

αντιθρομβωτική θεραπεία - Antithrombotic therapy

βλέπε 'θρομβοπροφύλαξη'

αορτική πλάκα - Aortic plaque

η εναπόθεση αθηροσκληρωτικών πλακών στο τοίχωμα της αορτής. η έκταση της εναποθέσεως διακρίνεται σε "άπλή", "σοβαρή" ή "επιπλεγμένη¨. 

στένωση αορτής - Aortic stenosis

παθολογική μείωση της εγκάρσια επιφάνειας της αορτικής βαλβίδας

αρρυθμία - Arrhythmia

απόκλιση του συντεταγμένου, ομαλού ρυθμού της καρδιάς |αρρυθμίες|.

αντιαρρυθμική επέμβαση - Arrhythmia surgery

αντιαρρυθμική χειρουργική επέμβαση, που αποβλέπει στην αποκατάσταση του ομαλού καριδακού ρυθμού, όπως η τεχνική "maze", η επέμβαση διαβρώσεως. βλέπε: αντιαρρυθμική αγωγή

κολπική αρρυθμία - Atrial arrhythmias

καρδιακή αρρυθμία, με αφετηρία τους κόλπους. Η κολπική μαρμαρυγή είναι μια κολπική αρρυθμία. βλέπε, επίσης. 'αρρυθμία'.

κολπική λειτουργία συστολής - Atrial contractile function

Μέτρηση της συσταλτικήςικανότητας των κόλπων. Μετριέται, κατά τη διάρκεια της υπερηχοκαρδιογραφίας (&) |υπερηχοκαρδιογράφημα|.

παράδειγμα, υπερηχοκαρδιογραφήμα- τος επί ασθενούς με (Α) ή χωρί (Β) κύματα α του αριστερού κόλπου, δηλωτικά μηυχανικά ενεργού και μη ενεργού κόλπου (&).

κολπική απινίδωση  Atrial defibrillator

βλέπε: απινιδωτής καρδιακής ανατάξεως

κολπικό κλάσμα πληρώσεως - Atrial filling fraction

Μέτρηση της ικανότητας συστολής των κόλπων. Εξάγεται από το υπερηχοκαρδιγράφημα.

εκτομή κολποκοιλιακού κόμβου - Atrioventricular node ablation

Χρήση ραδιοσυχνοτήτων (συνήθς ή άλλης ενέργειας) προς καταστροφή ιστού του κολποκοιλιακού κόμβου προς μεταβολή της αγωγής των ηλεκτρικών σημάτων δια του τμήματος αυτού της καρδιάς.

σχήμα 2.  Αναπαράσταση της τεχνικής εκτομήξς κολποκοιλιακού κόμβου

κολπική μαρμαρυγή. βλέπε: κολπική μαρμαρυγή

κολποκοιλιακός αποκλειστής - Atrioventricular-blocking drug

φάρμακα που αναστέλλοιυν την ικανότητα του κολποκοιλιακού κόμβου να προωθεί ηλεκτρικά σήματα προς τις κοιλίες.

βραδυκαρδία - Bradycardia

Συχνά καταγράφεται ως παρενέργεια αντιαρρυθμικών ή χρονότροπων φαρμάκων. Παρόμοια επεισόδια αναφέρονται ως βραδυκαρδικακά επεισόδια.

εμβολικό επεισόδιο - Cardioembolic stroke

Ένα εμβολικό επεισόδιο, του οποίου η αιτιολογία θεωρείται ότι εδράζεται σε εμβολή ενός κλάδου στεφανιαίας αρτηρίας.

καρδιομεγαλία - Cardiomegaly

Παθολογική μεγέθυνση της καρδιάς. Ελέγχεται με αύξηση του καρδιοθωρακικου δείκτη, από την ακτινογραφία θώρακος ή με άμεση μέτρηση μέσω του υπερηχοκασρδιογραφήματος. 

καρδιοθωρακικός δείκτης - Cardiothoracic ratio

βλέπε καρδιομεγαλία

ηλεκτρική ανάταξη - Cardioversion

Στα πλαίσια της κολπικής μαρμαρυγής, είναι ο χειρισμός, μέσω του οποίου επειχειρείται η αποκατάσταση του φυσιολογικού φλεβοκομβικού ρυθμού. Υπάρχουν δύο, τρέχουσας χρήσεως μέθοδοι ανατάξεως: η ηλεκτρική ανάταξη (ΗΚΑ) και η φαρμακυετική ανάταξη (ΦΚΑ).

Η πρώτη επειχειρείται με τη  διοχέτευση ηλεκτρικού shock διαθωρακικώς, η δεύτερη με τη χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων. 

απινιδωτής - Cardioverter defibrillator

Συσκευή που εμφυτεύεται στον θώρακα του ασθενούς και η οποία παρέχει ένα ηλεκτρικό shock, για πρόκληση ηλεκτρικής ανατάξεως, σε περίπτωση κολπικής μαρμαρυγής.  Η συσκευή μπορεί να είναι αυτόματη ή να ενεργοποιείται από τον ίδιο τον ασθενή.

σειρά περιπτώσεων - Case series

 Σχήμα 3. Ανακοίνωση αποτελεσμάτων αριθμού περιπτώεων δεδομένης παθήσεως, που συνήθως αφορούν την έκβασή της και την απόδοση της θεραπεάις, που δοκιμάστηκε. Στις μελέτες αυτές, δεν υπάρχει σύγκριτη με ομάδα μαρτύρων.

 

εγκεφαλικό έμφρακτο - Cerebral infarction

 

Βλάβη στον εγκέφαλο μετά από μείωση της παροχής αίματος σε αυτή την περιοχή με αποτέλεσμα την επέλευση επεισοδίου.

εγκεφαλαγγειακή πάθηση - Cerebrovascular disease

Πάθηση των αγγείων του εγκεφάλου Οι εγκεφαλαγγειακές παθήσεις μπορέι να είναι απότοκες αναστολής της αιματικής ροής ή άλλης αιτιολογίας βλάβης των αγγείων και αποτελούν αίτιο ΑΕΕ.

χρονότροπος - Chronotropic

Στα πλαίσια της φαρμακολογίας, η ικανόττηα της θεραπευτικής παρεμβάσεως για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας.

χρονοτροπική ανικανότητα - Chronotropic incompetence

Η ανικανότητα κατάλληλης μεταβολής του καρδιακού ρυθμού να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκηες της σωματικής καταπονήσεως.

μελέτη βελτιώσεως - Clinical audit

Διαδικασία που αποσκοπεί στη βελτίωση της περιθάλψεως, μέσω συστηματικών ανσσκοπήσεων ||βιβλιογραφική ανασκόπηση| συστηματική ανασκόπηση|| των μέτρων περιθάλψεως ως προς συγκεκριμένα κριτήρια και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της μεταβολής.

κλινικώς σημαντικός - Clinically significant

Τα αποτελέσματα μιας κλινικής δοκιμής απολήγουν σε σημαντικά αποτελέσματα, εάν διαπιστώνονται διαφορές στις εκβάσεις μεταξύ των διαφόρων βραχιόνων της μελέτης, ικανών να υποδείξουν μεταβολές στην ακολουθούμενη κλινική πρακτική. Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα μιας μελέτης μπορεί να είναι στατιστικά σημαντικά, αλλά όχι και κλινικά σημαντικά, και vice versa.

μελέτη φαλλάγγων - Cohort study

Μια αναδρομική ή προοπτική μελέτη παρατηρήσεως. Ομάδες ατόμων που πρόκειται να τεθούν σε παρατήρηση ορίζονται με βάση την παρουσία ή απουσία εκθέσεως σε έναν ύποπτο παράγοντα κινδύνου ή σε μια παρέμβαση. Μια μελέτη φαλάγγων μπορεί να είναι συγκριτική, όπου δύο ή περισσ΄τοερες ομάδεςς επιλέγονται με βάση διαφορές ως προς την έκθεση του παράγοντος που ενδιαφέρει.

ενδοτικότητα - Compliance

Το μέτρο στο οποίο ο ασθενής ΄συμμορφώνεται΄στις υποδείξεις μιας θεραπευτικής τακτικής ή σχήαμτος.

διάστημα αξιοπιστίας - Confidence interval (CI)

Ένα διάστημα τιμών στο οποίο εμπεριέχεται η αληθής τιμή για ένα πληθυσμό με προκαθορισμένη αξιοπιστία (συμβατικώς 95%). Το διάστημα τιμών υπολογίζεται από ένηα δείγκμα δεδομένων που, γενικά, διασκελίζει τη δειγματική εκτίμηση. Το "95% διάστημα αξιοπιστίας" σημαίνει ότι εάν η μελέτη και η μέθοδος, που χρησιμοποιήθηκαν για να υπολογιστεί το διάστημα, επαναληφθή πολλές φορές, τότε 95% των υπολογισμένων διαστημάτων πρέπει στην πραγματικόττηα να περιε΄χει την αληθή τιμή για ολόκληρο τον πληθυσμό.

συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια - Congestive heart failure (CHF)

Η καρδιακή ανεπάρκεια χαρακτηρίζεται από ανικανότητα της καρδιάς να ικανοποίησει επαρκώς τις απαιτήσεις του σώματος.

αντιπηξία συμβατική - Conventional anticoagulation

Η χρήση από του στόματος αντιπηκτικών ως μέσον θρομβοπορυφλάξεως, που αποσκοπέι στην εξασφάλιση INRμεταξύ 2.5 (συνήθως μεταξύ 2-3), που επιτυγχάνεται με την παρακολούθηση και προσεκτικό έλεγχο. Στα πλαίσια καρδιακής ανατάξεως, διενεργείται διαοισοφαγικό υπερηχακαρδιογράφημα για την ανάδειξη ενδοκαρδιακών θρόμβων και την παρεντερική χορήγηση αντιπηκτικών προν την δειένεργεια της ηλεκτρικής ανατάξεως, καταργώντας, έτσι, την έναρξη αντιπηκτικών πριν την ανάταξη. 

νόσος των στεφανιαίων - Coronary artery disease

Νόσοι που προσβάλλουν τις αρτηρίες της καρδιάς, συνήθως μέσω αθηροσκληρώσεως των σταφανιαίων, που μειώνουν την παροχή αίματος στο μυοκάρδιο, και προκαλοπυν ισχαιμία και στηθάγχη.

σχέση κόστους - Cost function

Σχήμα 4. Είναι μια συνάρτηση που συσχετίζει το κόστος, όπως το εργατικό κ΄σοτος, τα φάρμακα, τη νοσηλεία και την οπιότητα (δηλαδή την έκβαση υγείας). Εκφράζει το ευακαιριακό κόστος, δηλαδή, τι πρέπει να θυσιαστεί, σε χρηματικούς όρους προκειμένου να εξασφαλιστούν συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

σχέση κόστους - αποτελέσματος - Cost effectiveness

Μέτρηση της αποτελεσματικότητας που σχετίζεται με το το κόστος. Π.χ., η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας της αντιθρομβωτικής αγωγής, προς αποτροπή ΑΕΕ, μπορεί να μετρηθεί με όρους κόστους των επεισοδίων που αποσοβήθησαν. βλέπε: ανάλυση κόστους-αποτελέσματος και πρότυπα κόστους-αποτελέσματος.

ανάλυση σχέσεως κόστους-αποτελέσματος - Cost-effectiveness analysis

Είναι οικονομική μελέτη που σχεδιάστηκε προκειμένου να προσεγγιστούν οι συνέπειες διαφορετικών προσεγγίσεων με τη χρήση απλή εκβάσεως, συνήθως σε φυσικές μονάδες, π.χ., αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως, αριθμός θανάτων που αποφεύγονται ή περιπτώσεων που ανιχνεύονται. Εναλλακτικές παρεμβάσεις, στη συνέχεια, συγκρίνονται σε κόστος ανά μονάδα αποτελέσματος.

μοντέλο κόστους-ωφέλους - Cost-effectiveness model

Πρόκειται, συνήθως, για πολύπλοκο μαθηματικό δίκτυο που χρησιμοποιείται για την επίλυση προβλήματων κλινικών αποφάσεων, και ενσωματομένουν τεκμηριώσεις από ποικιλία πηγών, προκειμένου να εκτιμηθεί το κόστος και οι εκβάσεις στη βελτίωση της υγείας και της ευημερίας.

ανάλυση κόστους - χρησιμότητας - Cost–utility analysis

Μορφή αναλύσεως της σχέσεως κόστους - αποτελεσματικότητας, στην οποία ως μονάδες αποτελέσματος χρησιμοποιούνται διαβαθμίσεις του προσδόκιμου ποιοτικής επιβιώσεως.

κουμαρινικό παράγωγο - Coumarin derivative

Αντιπηκτικό παράγωγο της κουμαρίνης, όπως η βαρφαρίνη

διασταυρούμενη μελέτη - Crossover study

Σχήμα 5. Κλινική μελέτη, στην οποία μερικοί  εντασσόμενοι πρώτα διατρέχουν το στάδιο της παρεμβάσεως ως μάρτυρες και, ακολούθως, τη φάση της δοκιμασίας. ενώ άλλοι ακολουθούν αντίστροφη σειρά. Μεταξύ των δυο αυτών φάσεων, παρεμβάλλετασι μια περίοδος "εκπλύσεως" στην περίπτωση της δοκιμασίας του φαρμάκου έτσι, που οι συγκεντρώσεις του φασρμάκου της μελέτης ή του εικονικού να πέσουν στα χαμηλότερα δυνατά,  πριν αρχίσει η επόμενη φάση.

κρυοτομή - Cryoablation

Η χρήση 'κρύας' ενέργειας προς καταστροφή ιστού στον κολποκοιλιακό κόμβο, προκειμένου να μκεταβληθεί η αγωγή ηλεκτρικών ώσεων προς τις κοιλίες.

τεχνική λήψεως αποφάσεων - Decision analytic model/techniques

Μέθοδος με την οποία προσεγγίζονται αποφάσεις, βασισμένες στην τεκμηρίωση εκ των ερευνητικών συμπερασμάτων. Η τεκμηρίωση μεταφράζεται σε πιθανότητες και, ακολούθως, σε διαγράμματα, ή αλγόριθμούς αποφάσεβν, που κατευθύνουν τον κλινικό μέσω μιας ακολουθίας σεναρίων, δράσεων, και εκβάσεων. 

μοντέλο λήψεως αποφάσεως - Decision model

Σχήμα 6. Συστηματικό δίκτυο που αναπαριστά ένα κλινικό πρόβλημα, υπό συν΄θηκες αβεβαιότητας. Χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της σχέσεως κόστους- εκβάσεως, μιας υποθετικής φάλλαγγας ασθενών, από συγκεκριμένη πάθηση οι οποίοι θεραπεύονται με διαφορετικές θεραπευτικές στρατηγικές. 

απινιδωτής - Defibrillator

Στα πλαίσια της κολπικής μαρμαρυγής, είναι μια συσκευή που χρησιμοποιείται για την παροχή ηλεκτρικού shock, που αποσκοπέι στη ν καρδιακή, ηλεκτρική ανάταξη.

διαγνωστική ακρίβεια - Diagnostic accuracy

Ο βαθμός στον οποίο μια διαγνωστική μέθοδος ή μια μέθοδος προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) είναι ικανή να διακρίνει μεταξύ 'περιπτώσεων' και 'μη-περιπτώσεων'. Βλέπε, επίσης, ευαισθησία, ειδικότητα.

διαστολείς  περιέχοντες φάρμακα - Drug-eluting stents

Ειδικά μεταλλικά εξαρτήματα που τοποθετούνται μέσα στα στεφανιαία, προκειμένου να αποτρέψουν τη στέμωση των στεφανιαίων αρτηριών. Εμπεριέχουν διάφορα φάρμακα, που πειραιτέρω μειώνουν τον κλίνδυμο στενώσεως.

υπερηχοκαρδιογράφημα - Echocardiogram

Εξέταση της καρδιάς, με τη χρήση της τεχνολογίας της απεικονίσεως μέσω υπερήχων, Το ηχοκαρδιογράφημα διενεργείται δια τοποθετήσεως τον ανιχνευτήρα υπερήχων επί του θώρακος (διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημα) ή δια προωθήσεώς του δια του οισοφάγου προκειμένου να οραθεί η καρδιά εκ των όπισθεν, (διαοισοφαγικό υπερηχοκαρδιογράφημα).

ηλεκτρική ανάταξη - Electrical cardioversion

ηλεκτρική ανάταξη - Cardioversion

ηλεκτροκαρδιογράφημα - Electrocardiograph (ECG)

Συσκευή με την οποία καταγράφονται διαδερμικώς τα ηλεκτρικά δυναμικά της καρδιάς, μέσω ηλεκτροδίων που τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του θώρακος. Η καταγραφή που παράγεται με το ΗΚΓφημα, αποτελεί αντικείμενο μελέτης και διαγνωστικής προσεγγ΄σιεως πληθώρας καρδιολογικών συμβαμάτων, ιδίως, αρρυθμιολογικών, μεγέθους του τοιχώματος του μυοκαρδίου και των κοιλοτήτων, όπως και της επάρκειας της αιματώσεως του μυοκαρδίου. 

ηλεκτρολυτικές διαταραχές - Electrolyte abnormalities

Διαταραχές του ύδατος και των ηλεκτρολυτών του οργανισμού. Αποκλίσεις των συγκεντρώσεών τους, από τα φυσιολογικά αναμενόμενα.

εμβολικός - Embolic

Η παρείσδυση ενός σώματος στο ρουν του αίματος, π.χ., θρόμβου.

τελικό σημείο - Endpoint

Στα πλαίσια του σχεδίου μιας κλινικής μελέτης 'τελικό σημείο' είναι ένα προ-ορισμένο 'γεγονός' ή 'γεγονότα', που αναφέρονται των οποίων η έλευση προαγγέλλει και το τέλος της παρακολουθήσεως. 'Σύνθετο τελικό σημείο' ορίζεται μια πλειάδα αναμενόμενων εκβάσεων, οπόταν η έλευση οποιουδήποτε από αυτά προαγγέλλει το πέρας της παρατηρήσεως. "Κύριο τελικό σημείο" είναι η έλευση ενός γεγονότος που έχει ορισθεί ως κύρια, αναμενόμενη, έκβαση.

ανοχή στην άσκηση, σωματική καταπόνηση - Exercise tolerance

Απιτίμηση της αντοχής του εξεταζόμενου ατόμου στην φυσική άσκηση.

όγκος εξωκυττάριου υγρού-  Extra cellular fluid volume

Το σύνολο του υγρού εντός του οποίου είναι εμβαπτισμένα τα κύτταρα του οργανισμού.

εστιακή ΚΜ - Focal AF

Κολπική μαραμρυγή, η οποία ενεργοποιείται από έτκποα ερεθίσματα, εξορμόμενα από παθολογικές εστίες. Π.χ., κύτταρα πλησίον των πμευμονικώβν φλεβών μπορούν να πυροδοτήσουν κολπική μαρμαρυγή.

καρδιοπάθεια λειτουργική - Functional heart disease

Λειτρυργικές διαταραχές της συστολικής ή/και διαστολικής φάσεως της καρδιάς.

επισήμανση καλής πρακτικής  - Good practice point (GPP)

Συνιστώμενη διαχείριση κλινικών προβλημάτων, βασισμένη στην κλινική εμπειρία, απουσία σαφών, δημοσιευμένων τεκμηριώσεων. 

τάξη υποδείξεως - Grade (class) of recommendation

Όλες οι διατιθέμενες συστάσεις διαχειρίσεως συγκεκριμένων κλινικών προβλημάτων διαβαθμίζονται με κεφαλαία γράμματα A,B,C,D (GPP), ανάλογα με το επίπεδο τεκμηριώσεως επί του οποίου ισχύουν.

ομάδα εκπονήσεως κατευθυντήριων οδηγιών - Guideline development group (GDG)

Η ομάδα αναπτύξεως κατευθυντηρίων οδηγιών συμφωνεί ως προς τα κλινικά ερωτήματα, ο χειρισμός των οποίων υποστηρίζεται από κατευθυντήριες οδηγίες, με βάση τη διαθέσιμη τεκμηρίωση και υποδεικνύει συστάσεις. Η ομάδα εκπονήσεως κατευθυντηρίων οδηγιών, συναποτελείται από έμπειρους κλινικούς, ασθενείς ή/και φορείς και τεχνικους ειδήμονες.

αιμοδυναμική λειτουργία - Haemodynamic function

εκτίμηση καρδιακής λειτουργίας

αιμοδυναμική αστάθεια - Haemodynamic instability

Κατάσταση, κατά την οποία η καρδιά δεν ικανοποιεί τις αιμοδυναμικές ανάγκες του οργανισμού,

αιμορραγικό ΑΕΕ - Haemorrhagic stroke

αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, απότοκο σε εγκεφαλική αιμορραγία.

καρδιακή ανεπάρκεια - Heart failure

βλέπε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια

καρδιακό φύσημα - Heart murmur

ακουστός ήχος, με ή χωρίς στηθοσκόπιο, που σχετίζεται με παθολογική ροή  δια των κοιλοτήτων της καρδιάς ή λόγω παθολογικής επικοινωνίας στο αγγειακό σύστημα.

καρδιακός ρυθμός - Heart rate

Ο ρυθμός, υπό τον οποίο η καρδιά εκτελεί ένα πλήρη κύκλο συντονισμένης μυϊκής συσπάσεως. Μετριέται ως ώσεις (ή παλμοί)/λεπτό.  

συνεχής καταγραφή καρδιακού ρυθμού - Holter monitor

Συνεχής καταγραή ΗΚΓ απαγωγης, μέσω ειδικής συσκευλης εφαρμοσμένης σε περιπατητικά άτομα.

υπεραδρενεργική κατάσταση - Hyperadrenergic state

Κατάσταση, στην οποία ανιχνεύονται αυξημένα επίεπδα αδρενεργικών η παρόμοιων ορμονών, ή/και διέγερση του συμπαθητικού συστήματος, που θέτει το άτομο σε κατάσταση επιφυλακής.

επίπτωση - Incidence

Ο ρυθμός υπό τον οποίο παρατηρείται ένα φαινόμενο. Η 'επίπτωση΄συνήθως αναπαριστά τον αριθμό των πασχόντων από μια συγκεκριμένη πάθηση ή βιώνουν μαι συγκεκριμένη παρενέργεια, εντός συγκεκριμένου χώρου και χρόνου.

έμφρακτο - Infarction

Ισχαιμική βλάβη. Τα εγεκφαλικά έμφρακτα απολήγουν σε ΑΕΕ, ενώ τα μυοκαρδιακά έμφρακτα σε έμφαργμα του μυοκαρδίου (heart attack).

διαφωνία μετά επαρκή πληροφόρηση - Informed dissent

Η κατάσταση, κατά την οποία ο, πλήρως ενημερωμένος, ενημερωμένος ασθενής, αρνείται να συμμορφωθεί με μια υποδιεκνύόμενη θεραπεία, εν γνώσει του ότι η απόφασή του αυτή μπορεί να του προκαλέσει ανήκεστη βλάβη.

ινότροπος - Inotropic

Ουσίες που έχουν την ικανότητα να επάγουν την συστολή της καρδιάς.

διαλείπουσα κολπική μαραμρυγή - Intermittent atrial fibrillation

Κολπική μαρμαρυγή που δεν είναι μόνιμη, αλλά διακόπτεται από περιόδους με φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό. Θεωρείται ότι αναφέρεται στη μεγαλύτερη αναλογία ασθενών, από εκείνους που εμφανίζουν παροξυσμική κολιπκή μαρμαρυγή, καθώς οι περίοδοι φλεβοικομβικού ρυθμού στους πρώτους, μπορεί να είναι πολύ βραχύτες, παρ΄ό,τι στους δεύτερους.  

διεθνής ομαλοποιημένος δείκτης  - International normalised ratio

(INR)

Μέτρηση της ικανότητας θρομβώσεως του αίματος, συνήθως, μετά από χροήγηση αντιπηκτικών. Υπολογίζεται ως δείκτης της χορνικής διάρκειας που απαιτείται για το σχηματισμό θρόμβου, στον εξεταζόμενο, προς τον χρόνο που παρατηρείται επί υγιούς.

αποκλεισμός αριστερού κλάδου του δεματίου του His - Left bundle branch block (LBBB)

Διαταραχή της αγωγής στην καρδιά λόγω βλάβης στην κατιούσα προώθηση του ηλεκτρικού σήματος μέσω του αριστερού δεματίου του His.

δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας - Left ventricular dysfunction (LVD)

Λειτουργική διαταραχή της αριστερής κοιλίας.

κλάσμα εξωθήσεως αριστεράς κοιλίας - Left ventricular ejection fraction (LVEF)

Η αναλογία του αίματος που εξωθείται, από τη συνολική ποσότητα του αίματος που ευρίσκεται στην αριστερή κοιλία.

τελοδιαστολική διάμετρος αριστερής κοιλίας  - Left ventricular end diastolic diameter (LVEDD)

Υπερηχοκαρδιογραφική μέτρηση της εσωτερική διαμέτρου  της καρδιάς, σε φάση διαστολής

τελοσυστολική διάμετρος αριστερής κοιλίας - Left ventricular end systolic diameter (LVESD)

Υπερηχοκαρδιογραφική μέτρηση της εσωτερική διαμέτρου  της καρδιάς, σε φάση συστολής.

υπερτροφία αριστερής κοιλίας - Left ventricular hypertrophy (LVH)

 

Πάχυνση των τοιχωμάτων της καρδιάς, συνήθως απότοκη αρτηριακής υπερτάσεως, στενώσεως της αορτής κλπ.

επίπεδο τεκμηριώσεως - Level of evidence

Είναι ένας κωδικός που αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη μελέτη, που δείχνει το επίπεδο εντοπίσεως στην ιεραρχική κλίμακα τεκμηριώσεως της NICE και ο βαθμός στον οποίο ανταποκρίνεται στις αρχές που έχουν συμφωνηθεί και αφορούν τις κλινικές δοκιμές. 

αμιγής κολπική μαρμαρυγή -  Lone AF

Μοεφές κολπικής μαρμαρυγής που εμφανίζονται κλινικά, χωρίς να συνοδεύονται από καρδιαγγειακές συνοσηρότητες ή άλλους προδιαθετικούς παράγοντες κολπικής μαρμαρυγής.

τομογραφία μαγνητικού συνοτνισμού - Magnetic resonance imaging (MRI)

Μη παρεμβατική απεικονιστική μελέτη της καρδιάς, μέσω διακυμάνσεων μαγνητικού συντονισμού.

στρατηγική διαχειρίσεως - Management strategy

Ο κεντρικός σχεδιασμός αντιμετπίσεως ενός ασθενούς. Στα πλαίσια διαχειρίσεως, π.χ., της κολπικής μαρμαρυγής, ακολουθούνται δύο στρατηγικές διαχειρίσεως: [α] έλεγχος ρυθμού και,  [β] έλεγχος συχνότητας.

μέγιστο φορτίο - Maximum workload

Μέτρηση του επιπέδου εξαντλήσεως της ανοχής στην άσκηση.

αντίσταση στην ιατρική παρέμβαση - Medically refractory

Στα πλαίσια της αντιμετωπίσεως της κολπικής μαρμαρυγής, ένας ασθενής ορίζεται ως ανένδοτος, εφόσον αλλεπάλληλα διαφορετικά θεραπευτικά σχήματα και προσπάθειες ανατάξεως αποτυγχάνουν να αποκαταστήσουν έλεγχο των συμπτωμάτων ή αποκατάσταση της παθοφυσιολογίας της αρρυθμίας.

μεθοδολογικοί περιορισμοί - Methodological limitations

Χαρακτηριστικά μιας κλινικής δοκιμής ή μελέτης, που οφείλονται στην παρείσφρυση διαφόρων τύπων μεροληψιών, ή που υπόκεινται αξιολογικά ελλείμματα. Από τις μελέτες που χαρακτηρίζοται ως υποκείμενες σε μεθοδολογικούς περιορισμούς, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλείς συστάσεις, εφαρμόσιμες σε κλινικές διατάξεις. 

παλινδρόμηση (ανεπάρκεια) μιτροειδούς βαλβίδα - Mitral regurgitation

Ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, ένεκα της οποίας αίμα επιστρέφει στον αριστερό κόλπο, κατά τη συστολή των κοιλιών. Η ανπεάρκεια της μιτροειδούς διακρίνεται σε 'ήπια', 'σοβαρή'  και 'βαριά'.

στένωση μιτροειδούς - Mitral stenosis

Μείωση της εγκάρσιας επιφάνειας της μιτροειδούς βαλβίδας, που μπορεί να αποτιμηθεί υπερηχοκαρδιογρφικά.

αποτιτάνωση μιτροειδούς - Mitral valve calcification

Εναπόθεση ασβεστίου στην μιτροειδή βαλβίδα.

μιτροειδοπάθεια - Mitral valve disease

Γενικός όρος που περιγράφει διαταραχή της μιτροειδούς,

πρόπτωση μιτροειδούς - Mitral valve prolapse

Κατάσταση, στην οποία ένα ή περισσότερα από τα φύλα της μιτροειδούς βαλβίδας δεν αποσύρονται ορθά, και παρατηρείται προς τα πίσω κίνση της βαλβίδας, προς τον κόλπο, γεγονός,πουοδηγεί σε ανεπάρκεια μιτροειδούς.

πλαστική μιτροειδούς βαλβίδας - Mitral valvuloplasty

Δαιείνοντας την μιτροειδή βαλβίδα, χειρουργικά, ή με τεχνική ασκιδίου.

πολυπαραγοντικός - Multivariate

Ανάλυση η οποία λαμβάνει υπ΄όψη της τις αντεπιδράσεις πληθώρας παραγόντων.

έμφρακτο μυοκαρδίου - Myocardial infarction (MI)

βλέπε έμφακτο μυοκαρδίου

εθνικό συνεργατικό κέντρο χρονίων παθήσεων - National Collaborating Centre for Chronic Conditions (NCC-CC)

Συνεργάτης της Εθνικής Ομάδας Εργασίας  Κλινικής αποδοτικότητας, των συνεργαζομένων Ιατρικών Επαγγελματιών, υπό την εποπτεία του ΒΑσιλικού Κολεγίου Ιατρών.

εθνικό κέντρο υγείας και κλινικής αριστείας - National Institute for Health and Clinical Excellence (NICE)

είναι μη κυβερνητικός Οργανισμός, υπεύθυνος για την  εκπόνηση και προώθηση  κατευθυντηρίων οδηγιών εθνικής εμβέλειας, για την προαγωγή της υγείας, και την πρόληψη και θεραπεία των απωλειών της.

εθνικό δίκτυο υπηρεσιών - National Service Framework (NSF)

Δίκτυο διαχύσεως συστάσεων για το επίπεδο και τον στόχο της διαχειρίσεως ομάδων παθολογικών εκτροπών.

αρνητική προγνωστική αξία - Negative predictive value

σχήμα 7. προγνωστική αξία: 47/(2+47)

Η αναλογία ατόμων που δεν πάσχουν από συγκεκριμένη πάθηση, στους οποίους η δοκιμαζόμενη διαγνωστική δοκιμασία, για την πάθηση αυτή, απέβη αρνητική.

στατιστικά μη σημαντικό - Non-significant

στατιστικά, μη σημαντικό

απαιτούμενος αριθμός θεραπειών - Number needed to treat (NNT)

Ο αριθμός των ασθενών που πρέπει να θεραπευτούν προκειμένου να αποτραπεί η εμφάνιση της υπό μελέτη εκβάσεως. Αποτελεί μέσο όρο των διαθέσιμων δεδομένων.

ανοικτή μελέτη - Open-label

Στα πλαίσια του σχεδίου μιας μελέτης, όταν ο ερευνητής η ο υπεύθυνος ιατρεός είναι ενήμερος σε ποιό κλάδο της μελέτης έχει ενταχθεί κάθε ασθενής (του ελέγχου ή των μαρτύρων).

φαρμακολογική ανάταξη - Pharmacological cardioversion (PCV)

βλέπε ανάταξη.

φάρμακο διασώσεως - Pill-in-the-pocket

Στρατηγική διαχειρίσεως της κολπικής μαρμαρυγής, κατά την οποία ο ασθενής έχει άμεση πρόσβαση σε αντιαρρυθμικά φάρμακα, αμέσως με την εμφάνιση ενός επεισοδίου κολπικής μαρμαρυγής. 

πολυφαρμακία - Polypharmacy

η χορήγηση πολλών διαφορετικών σκευασμάτων για την ίδια ή διαφορετικές παθολογικές καταστάσεις. 

σωρευτική ανάλυση - Pooled analysis

Η συλλογή δεδομένων ασθενών από πολλαπλές, ξεχωριστές κλινικές μελέτες, με στόχο την ενίσχυση της πιθανότητας να εντοπισθούν σημαντικές σχέσεις, που, διαφορετικά, θα υπήρχε κίνδυνος απωλείας τους.

θετική διαγνωστική αξία - Positive predictive value (PPV)

Η αναλογία των πασχόντων, που με βάση την υπό αξιολόγηση δοκιμασία, έχουν, πράγματι, την πάθηση (βλέπε:  αρνητική διαγνωστική αξία). στο σχήμα 7, η  θετική διαγνωστική αξία του παραδείγματος είναι 48/(48+3).

Η αναλογία των  ατόμων που έχουν την πάθηση, στο σύνολο του πληθυσμού, σε συγκεκριμένο χροινικό όριο (συνήθως ένα χρόνο).

ποιότητα ζωής - Quality of life

(&). Η αναλογία των υγειών λαμβάνοντας υπ όψη όχι μόνο τη φυσική νοσηρότητα που συνδέεται με την πάθηση, αλλά και τον βαθμό που αυτή επιρεάζει δυσμενω΄ς την κοινωνική και ψυχολογική ισρροπία τους ασθενούς.

προσδόκιμο ποιοτικής επιβιώσεως - Quality-adjusted life-year (QALY)

Δείκτης προσδόκιμου ποιοτικής επιβιώσεως. Ο δείκτης έχει το πλεονέκτημα ότι ενσωματώνει μεταβολές, που αφορούν στο μήκος της ζωής και στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά (νοσηρότητα, κοινωνικους, λειτουργικούς, ψυχολογικούς ποαράγοντες και άλλους παράγοντες), Ο δείκτης χρησιμοποιείται προκειμένου να μετρηθούν τα ωφελήματα μιας παρεμβάσεωςστις αναλύσεις κόστους-χρήσεως.

τυχαιοποιημένη μελέτη - Randomised controlled trial (RCT)

Συγκριτική μελέτη στην οποία οι ενταγμένοι χωρίζονται σε δύο ομάδες, στην ομάδα παρεμβάσεως και τους μάρτυρες. Η παρακολούθησή τους, για προβλεπόμενο διάστημα, αποσκοπεί στην εξε΄ταση διαφορών στις εκβάσεις μεταξύ των δύο ομάδων.

ταχεία κολπική μαρμαρυγή - Rapid atrial fibrillation

κολπική μαρμαρυγή, η οποία συνοδεύεται από ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση.

έλεγχος κοιλιακής συχνότητας  - Rate control

Προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κολπική μαρμαρυγή, όχι ι΄αποκατάστασεως του φλεβοκομβικού ρυθμού, αλλά μέσω ελέγχου του κοιλιακού ρυθμού και τη διαχείριση του κινδύνου ΑΕΕ.

προαρρυθμία - Pro-arrhythmic

προδιάθεση για καρδιακή αρρυθμία

επιμήκυνση QT- QT prolongation

η επιμήκυνση του διαστήματος QT, όπως αναγνωρίζεται στο ΗΚΓ.

εξίσωση προσομοιώσεως - Regression equation

Εξίσωση με την οποία προσεγγίζονται τιμές συμπαραγόντων, έναντι διαφόρων μεταβλητών σύμφωνα με το βαθμό, στον οποίο είναι ικανοί να προβλέπουν την εμφάνιση συγκεκριμένου φαινομένου ή τιμής.

σχετικός κίνδυνος - Relative risk (RR)

Η συχνότητα ή η βραδύτητα με την οποία πραγματοποιούνται γεγονότα, στα πλαίσια συγκεκριμένου πληθυσμού, συγκριτικά με τα παρατηρούμενα στον πληθυσμό αναφοράς. Υπολογίζεται ως ο κίνδυνος να πραγματοποιηθεί το ενδεχόμενο στην ομάδα Α, δια του κινδύνου να πραγματοποιηθεί το ενδεχόμενο στην ομάδα Β. |σχετικός κίνδυνος|

μείωση σχετικού κινδύνου - Relative risk reduction (RRR)

Η πιθανότητα να συμβεί ένα ενδεχόμενο σ΄ένα δεόιγξμα πληθυσμού, συγκριτικά με ένα άλλο δείγμα. Υπολογίζεται με τον κίνδυνο στην μια ομάδα δια του κινδύνου στην άλλη.

έλεγχος ρυθμού - Rhythm control

Η προσπάθεια αποκαταστάσεως της ΚΜ μέσω αποκαταστάσεως και διατηρήσεως του  φλεβοκομβικού ρυθμού. και  ο περιορισμός του κινδύνου για πρόκληση ΑΕΕ.

αποκλεισμός δεξιού κλάδου του δεματίοπυ του His- Right bundle branch block (RBBB)

Διαταραχή της αγωγής με΄σω του δεξιού δεματίου του His.

ιεράρχηση κινδύνων - Risk stratification

Η διαδικασία καταχωρήσεως των ασθενών σε επίπεδα κινδύνου, βάει των κλινικών ή άλλων χαρακτηριστικών τους. βλέπε CHADS2

αυτοδιαχείριση - Self-management

Στα πλαίσια της αντιπηκτικής αγωγής, η μέτρηση της πηκτικόττηας του αίματος από τον ίδιο τον ασθενή.

αυτοδοκιμασία - Self-testing

Στα πλαίσια της αντιπηκτικής αγωγής, η μέτρηση της πηκτικόττηας του αίματος από τον ίδιο τον ασθενή και η ρύθμιση της δόσεως της βαρφρίνης

ευαισθησία - Sensitivity

η αναλογία των ασθενών που ταξινομούνται ως θετικοί, με τη μέθοδο αναφοράς, οι οποίοι επίσης ελέγχονται θετικοί με την δοκιμασία υπό έλεγχο. Η αναλογία των θετικών στο σύνολο των θετικών. στο σχήμα 7, η ευαισθησία  είναι 48/50.

An external file that holds a picture, illustration, etc.Object name is nihms281745f7a.jpg

ανάλυση ευαισθησίας - Sensitivity analysis

Τεχνική που χρησιμοποιείται στην οικονομική εκτίμηση ή στις μεθόδους λήψεως αποφάσεων για τον προσδιορισμό του τρόπου ή της συχνότητας που ένα αβέβαιο κλινικό ή οικονομικό γεγονός επηρεάζει τα βασικά συμπεράσματα της αναλύσεως (σχήμα 7). .

παρενέργεια - Side effect

Οι ανεπιθύμητες δράσεις που συνοδεύουν μια θεραπευτική παρέμβαση.

στατιστική σημαντικότητα - Significant association

Η στατιστική σχέση της διαφοράς μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταβλητών, που έχει μιρότερη του 5% πιθανότητα να συμβεί μέσω μιας τυχαίας αλληλουχίας ενδεχομένων.

σημαντική διαφορά (στατιστική) - Significant difference

βλέπε: στατιστική σημαντικότητα

ειδικότητα - Specificity

Η αναλογία των ατόμων που ελέγχονται ως αρνητικοί μέσω της μεθόδου αναφοράς, που έχουν ορθά αναγνωριστεί από την ελεγχόμενη μέθοδο. στο σχήμα 7, η ειδικότητα είναι 47/50. 

αυτόματη ανάταξη - Spontaneous cardioversion

η ανάταξη που σημειώνεται χωρίς την παρουσία οποιασδήποτε ιατριής παρεμβάσεως.

δομική καρδιοπάθεια - Structural heart disease

Η παρουσία διαταραχών στους ιστούς των βαλβίδων, των κοιλοτήτων, του μυοκαρδίου κλπ.

σύνδρομο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου - Sudden cardiac death syndrome

Η κατάσταση, κατά την οποία ένα άτομο καταλήγει, αιφνιδίως, και απρόσμενα χωρίς προηγούμενους προδιαθεσικούς παράγοντες.

εποπτευόμενη διαχείριση - Supervised management

Στα πλαίσια της αντιπηξίας, η εποπτευόμενη διαχείριση αναφέρεται στην κατάσταση, κατά την οποία ο κλινικός καθορίζει τη δόση και τις αιματολογικές μετρήσεις

υπερκοιλιακός - Supraventricular

Αφορούν στον κόλπο, δηλάδη η υπερκοιλιακή αρρυθμία, είναι παθολογικός καρδιακός ρυθμός, που εξορμάται από τον κόλπο.

συστηματική ανασκόπηση - Systematic review

Μελέτη που επικεντρώνει στη διαθέσιμη τεκμηρίωση μιας συγκεκριμένης ερευνητικής προτάσεως, σύμφωνα με προ καθοριζόμενο πρωτόκολο, χρησιμοποιώντας συστηματικές και σαφείς μεθόδους για την ταυτοποίηση, επιλογή και αξιολόγηση σχετικών κλινικών μελετών, με σοπό να εξαχθούν συνδυασμένα συμπεράσματα.Μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι... |βιβλιογραφική ανασκόπηση| συστηματική ανασκόπηση|    .

συστηματική εμβολή - Systemic emboli

¨εμβολο που έχει φάσει στη συστηματική κυκλοφορία και απειλεί, έτσι, να προκαλέσει συστηματικό εμβολισμό.

μυοκαρδιοπάθεια προκαλούμενη από ταχυκαρδία - Tachycardia-induced cardiomyopathy

Μορφή μυοκαρδιοπάθειεας (: βλάβη του μυοκαρδίου) που προκαλείται από υπερβολικό καρδιακό ρυθμό.

προσωρινός τύπος - Temporal pattern

τύπος κολπικής μαρμαρυγής

θρομβοεμβολικό επεισόδιο - Thromboembolic stroke

Θρόμβος που έχει μεταναστεύσει στην εγκεφαλική κυκλοφορία, και απολήγει στην απόφραξη μιας αρτηρίας, [ροκαλώντας ΑΕΕ.

θρομβοπροφύλαξη - Thromboprophylaxis

Η εφαρμογή αντιθρομβωτικής θερπείας (: χορήγηση αντιθρομβωτικών, αντιαιμοπεταλιακών) για την παρεμπόδιση σχηματισμού θρόμβου.

θυροτοξίκωση - Thyrotoxicosis

Πάθηση που προκαλείται από υπερδραστηριότητα του θυρεοειδούς αδένος.

υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη ανάταξη - TOE-guided cardioversion

Στα πλαίσια ανατάξεως φλεβοκομβικού ρυθμού, η διαχείριση του θρομβοεμβολικού κινδύνου, πριν και μετά την ανάταξη, μέσω διοισοφαγικού υπερηχοκαρδιογραφήματος για την προσυμπτωματική ανίχνευση ενδοκαρδιακών θρόμβων, στα πλαίσια παρεντερικής αντιπηξίας.   

Torsades de pointes

τύπος κοιλιακής αρρυθμίας, πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία, που χαρακτηρίζεται από ανακυκλούμενα σημεία (twisting of points). Συχνά συνοδεύεται από αράταση του QT.

δι-οισοφαγικό υπερηχοκαρδιογράφηmα - Transoesphageal echocardiography

βλέπε: υπερηχοκαρδιογράφημα

επεισόδιο παροδικής ισχαιμίας - Transient ischaemic attack

Ένα παροδικό, εγκεφαλικό ισχαιμικό επεισόδιο, το οποίο δεν συνεπάγεται ανικανότητα ή διαταραχή της συνειδήσεως, διάρκειας μεγαλύτερης του 24ώρου. 

διαθωρακικό υπερηχοκαρδιογράφημα - Transthoracic echocardiography

βλέπε : υπερηχοκαριογράφημα

θεραπευτική αποτυχία - Treatment failure

Αππυσία κλινικών ευρημάτων βελτιώσεως, μειώσεως της αρρυθμίας κλπ.

μονοπαραγοντική - Univariate

αφορά σ΄ έναν μόνο παράγοντα.

βαλβιδική καρδιοπάθεια - Valvular heart disease

παθήσεις των βαλβίδων της καρδιάς, π΄χ., μιτροειδοπάθεια

αγγειοπάθεια - Vascular disease

Παθήσεις των αγγείων, συμπεριλαμβανομένων των στεφανιαίων και περιφερικών

σύστημα Vaughan-Williams - Vaughan-Williams system

Ταξινομητικό σύστημα των αντιαρρυθμικών φαρμάκων, ανάλογα με το εάν τα φάρμακα είναι ανατολείς διαύλων νατρίου (τάξη Ι), βήτα αναστολείς (τάξη ΙΙ), παρ΄γων παρατεταμένης επαναπολώσεως (τάξη ΙΙΙ), ή αναστολεών διαύλων ασεστίου (τάξη IV).

κοιλιακή αρρυθμία - Ventricular arrhythmias

Καρδιακή αρρυθμία που που άρχεται από τις κοιλίες.

έλεγχος κοιλιακού ρυθμού - Ventricular rate control

Αντιαρρθμικά φάρμαικα που χορηγούνται για τον έλεγχο του καρδιακού ρυθμού, στα πλαίσια θεραπείας της κολπικής μαρμαρυγής

κινητικότητα τοιχώματος - Wall motion indexΥπερηχοκαρδιογραφική μέθοδος της λειτουργίας συστολής των κοιλιών

περίοδος εκπλύσεως - Wash-out period

Περίοδος μεταξύ δύο φάσεων μιας διασταυρούμενης κλινικής δοκιμής, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν ίχνη του φαρμάκου που χορηγήθηκε στην α΄φάση, που θα μπορούσε να ασκ΄σηει φαρμακολογική δράση στην επόμενη φάση.

σύνδρομο Wolff–Parkinson–White syndrome (WPW) - Wolff–Parkinson–White syndrome (WPW) syndrome

βλέπε σύνδρομο W-P-W, και σύνδρομο W-PW. βλέπε: αδενοσίνη

λόγος Ε/Α

πρώιμη κοιλιακή / κολπική αριστερή πλήρωση και ο χρόνος ισοόγκης χαλάσεως |λόγος Ε/Α|