Βρογχιολίτιδες

περιεχόμενα |εισαγωγή|ιστοπαθολογία|μορφολογία των μικρών αεραγωγών|ιογενής βρογχιολίτις|κυτταρική βρογχιολίτις|-κοκκιωματώδης βρογχιολίτις|-λεμφοζιδιακή βρογχιολίτις|συγκλειστική βρογχιολίτις|συγκλειστική βρογχιολίτις-οργανούμενη πνευμονία|-αναπνευστική βρογχιολίτις|μεταλοιμώδης βρογχιολίτις
|απεικονιστικά ευρήματα|παθήσεις συνδετικού ιστού|θεραπεία|εστιακή βρογχιολίτις|βιβλιογραφία|
εισαγωγή
Ως μικροί αεραγωγοί ορίζονται τα στερούμενα χόνδρινης υποστηρίξεως βρογχιόλια με εσωτερική διάμετρο της εγκάρσιας διατομής τους <2mm (&). Τα βρογχιόλια εντοπίζονται από την 8η γενεά και πέρα, προς τα τελικά βρογχιόλια, που αποτελούν την αρχή του δευτεύοντος λοβιδίου και ειναι η τελευταία διακλάδωση αμιγών αεραγωγών (:δεν φέρουν κυψελίδες). Ακολουθούν τρεις διαδοχικές τάξεις αναπνευστικών βρογχιολίων, που αναγνωρίζονται επειδή στα τοιχώματά τους φέρουν αραιές, στην αρχή, πυκνότερες στη συνέχεια, κυψελίδες. Στο φυσιολογικό πνεύμονα, τα βρογχιόλια εισφέρουν σε πολύ μικρό βαθμό στη διαμόρφωση του μέτρου των αντιστάσεων ροής στους αεραγωγούς (&) κι έχει εκτιμηθεί ότι για προκειμένου να  ανιχνευτεί μεταβολή στις εξετάσεις λειτουργικού ελέγχου αναπνοής, πχ., FEV1, πρέπει να έχει συντελεστεί απόφραξη του 75% αυτών. Οι μικροί αεραγωγοί δεν είναι ευχερώς ορατοί στις απεικονσιτικές τεχνικές για τον πνεύμονα |βρογχιόλια|παθοφυσιολογία των μικρών αεραγωγών|, και η ιστοπαθολογική τους ανάλυση είναι πληρέστερη, επί χειρουργικής λήψεως βιοπτικών διεγμάτων, επειδή οι διαβρογχικές μέσω εύκαμπτου βρογχοσκοπίου βιοψίες, εμπεριέχουν, συνήθως ελάχιστο αριθμό βρογχιολίων. Οι δυσκολίες δειγματισμού των ανθρώπινων βρογχιολίων είναι ο λόγος για τον οποίον έχει κατανοηθεί σε πολύ περιορισμένο βαθμό ο σημαντικός παθοφυσιολογικός ρόλος των μικρών αεραγωγών, που -γι αυτό- έχουν αποκληθεί, η'σιωπηρή ζώνη' του πνεύμονος. Οι μικροί αεραγωγοί είναι ιδιαίτερα ευάλλωτοι, επειδή ποικιλία σωματιδίων παρασύρονβται με την εισπνοιή και ασκούν τη δυνητικά επιβλαβή τους εππίδραση, εφόσον οι αεροδυναμικές τους ιδιότητες επιτρέψουν την εναπόθεσή τους στην επριοχή αυτή. Επιπλέον, μικρής σημασίας διαταραχές μπορεί να προκαλέσουν ευχερέστερα αποφράξεις των αυλών τους, λόγω του στενού αυλού τους, συγκριτικά με τους μεγαλύτερους αεραγωγούς. Οι θεωρήσεις αυτές εξηγούν γιατί: [α] μεγάλη αναλογία προσβολών επινεμείται τους μικρούς αεραγωγούς ειτε αποκλειστικά είτε από κοινού με τους μεγαλύτερους βρόχγους, ή, περιφερικότερα, τις κυψελίδες. [β] οι μικροί αεραγωγοί απτοελούν κρίσιμες θέσεις περιορισμού της ροής στις περισσότερες παθήσεις των αεραγωγών (&).
Οι διαταραχές στο επίπεδο των βρογχιολίων είναι σχετικά συνήθεις και παρατηρούνται σε ποικιλία κλινικών καταστάσεων. Περιγράφονται δάφορα ιστοπαθολογικά πρότυπα βρογχιολικής βλάβης, που εισφέρουν στην σύγχυση επί της ονοματολογίας που, ακόμη, επικρατεί (&), καταλείποντας αδιευκρίνιστες μορφολογικές οντότητες ή, αλλού, επιτρέποντας, επικαλύψεις. Μερικές βρογχιολικές βλάβες, διαπιστούμενς ιστοπαθολογικά αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες κλινικές οντότητες, όπως, π.χ., η αναπνευστική βρογχιολίτις, που προσβάλει νεαρούς καπνιστές, κι εγκαθίσταται εκεί όπου πολύ αργότερα, θα ανπτυχθεί το κεντροβοτρυώδες πνευμονικό εμφύσνμα (δηλαδή στα άνω πνευμονικά πεδία), ενώ άλλες είναι εντελώς μη ειδικές, αναφορικά με την αιτιολογία τους ή την παθογένειά τους.|πνεύμονες |
Οι παθήσεις των μικρών αεραγωγών (βρογχιολίτιδες) αντιστοιχούν σε σχετικά περιορισμένο αριθμό θεμελειακών βλαβών και η ταξινόμησή τους έχει προταθεί στη βάση των ιστοπαθολογικών ευρημάτων και της αιτιολογίας των παθολογικών εκτροπών στις οποίες εμπλέκονται (πίνακας 1). Στην κατάταξη αυτή επιχειρείται η διάκριση των βρογχιολιτίδων σε τρεις μορφές:
[α] σε εκείνες όπου η βρογχιολιτιδική βλάβη είναι το επικρατητικό στοιχείο (πρωτοπαθής βρογχιολιτιδική διαταραχή),
[β] στις παρεγχυματικές διαταραχές, στις οποίες επικρατεί το βρογχιολιτιδικό στοιχείο και,
[γ[ στις παθήσεις των (μεγάλων) αεραγωγών με επινέμηση των βρογχιολίων. 

πρωτοπαθής βρογχιολιτιδικές διαταραχές
συμφυτική βρογχιολίτις (συγκλειστική βρογχιολίτις)
οξεία βρογχιολίτις
αναπνευστική βρογχιολίτις (βρογχιολίτις των καπνιστών)
παθήσεις των αεραγωγών οφειλόμενες σε εισπνοή σκόνης ορυχείων
εστιακή βρογχιολίτις (συχνότερη επί συνδρόμου Sjögren και ρευματοειδούς αρθρίτιδας (&)
άλλες πρωτοπαθείς παθήσεις των βρογχιολίων, διάχυτη πανβρογχιολίτις βρογχιολίτις  εξ εισροφήσεως και λεμφοκυτταρική βρογχιολίτις, Βρογχιολίτις λοιμώδης
διάμεσες πνευμονοπάθειες με έκδηλη βρογχιολιτική επινέμηση
πνευμονία εξ υπερευαισθησίας
άλλες διάμεσες πνευμονοπάθειες, Ιστιοκύττωση Langerhans (Langerhans Cell Histiocytosis, LCH), Σαρκοείδωση, βρογχιολιοκεντρική διάμεση πνευμονία
βρογχιολική επινέμηση επί παθήσεων που προσβάλουν, επίσης τους μεγαλύτερους βρόγχους
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπαθεια
βρογχιεκτασίες, συμπεριλαμβανομένης της κυστικής ινώσεως
άσθμα

ιογενής βρογχιολίτις
 Η οξεία ιογενής βρογχιολίτις, είναι πρώτη αιτία εισαγωγής στο Νοσδοκομείο βρεφών κατά τη δια΄ρκεια του πρώτου έτους ζωής και είναι λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, ιδίως από ιούς, όπως ο ανπνευστικός συγκυτιακός ιός (: respiratory syncytial virus, RSV, &, &), ο ανθρώπινος μεταπνευμονιός (: human metapneumovirus, &), αδενοϊοί, ο ιός της (para)influenza virus, ρινοιοι και ψορονοϊοί (&). ΠΑρατηρείται οίδημα των μικρών αεραγωγών και κατάληψη του αυλού τους από παχύρευστες εκκρίσεις. Η χορήγηση εισπνοών με υπέρτονο διάλυμα NaCl μπορεί να ασκεί ευνοϊκή επίδραση , επειδή μειώνει το οίδημα, μειώνει της συρροή μεσολαβητών της φλεγμονής, και την αυξημένη γλοιότητα των εκκρίσεων, και βελτιώνει την κάθαρση των αεραγωγών. In vitro έχει δειχθεί ότι τα υπέρτονα διαλύματα (&) βελτιώνουν τις ρεολογικές ιδιότητες της τραχειοβρογχική βλέννης (την ελαστικότητά της (&) και τη γλοιότητά της), και επιταχύνει το ρυθμό μεταγωγής των εκκρίσεων (&), χορηγούμενα μόνα τους ή σε συδυασμό με ανασυτεθειμένη ανθρώπινη δεοξυριβονουκλεάση (&).  Η χορήγηση υπέρτονουεκνεφώματος σε παιδιά, ηλικίας <4 μηνών, με κυστική ίνωση, έχει δειχθεί ότι είναι ασφαλής (&).
κυτταρική βρογχιολίτις
Χαρακτηρίζεται από στρατολόγηση κυττάρων φλεγμονής στο τοίχωμα των μικρών αεραγωγών. Σε μερικές περιπτώσεις, η κυτταρική διήθηση μπορεί να εμφανίζει ειδική οργάνωση κοκκιωματώδους ΄λεμφοζιδιακής φύσεως, που συνεπάγεται ειδικότερη ονοματολογία, όπως κοκκιωματώδης βρογχιολίτιδα, ή λεμφοζιδιακή βρογχιολίτιδα.
Η κοκκιωματώδης βρογχιολίτις αναγνωρίζεται συχνότερα επί φυματιώσεως ή λοιμώξεως από μη φυματιώση μυκοβακτηρίδια, αλλά κπορεί να αναγνωριστεί και επί σαρκοειδώσεως, ΠΠΙΧ και επί πνευμονίας εξ υπερευαισθησίας.
λεμφοζιδιακή βρογχιολίτις. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία λεμφοζιδίων, που περιέχουν Τ- και Β-λεμφοκύτταρα και δενδριτικά κύτταρα. Παρ΄όλο ότι η λεμφοζιδιακή βρογχιολίτιδα συνδέεται με το σύνδρομο Sjögren (&), μπορεί να εντοπιστεί και σε άλλες παθήσεις, όπως το σύνδρομο κοινής κυμαινόμενης ανοσοανεπάρκειας  (:common variable immunodeficiency disorder, CVID), όπως και η πνευμονία εξ υπερευαισθησίας, αλλά έχει μερικέςφορές περιγραφεί σταπλαίσια της λοιμώδους βογχλίτιδας (π.χ., επί λοιμώξεως από Legionella pneumophila) (&). Υπερτροφικά ή συρρέοντα οζίδια μπορεί να απολήξουν σε συμπίεση των μικρών αεραγωγών, που στερούνται ίδιας υποστηρίξεως, όπως οι μεγαλύτεροι βρόγχοι (χόνδρινα πέτλα και μυϊκό πλέγμα) και προκαλείται μέιωση της εγκάρσια διατομής τους.
συγκλειστική βρογχιολίτις
(:bronchiolitis obliterans).Ονομάζεται, επίσης συμφυτική (: constrictive) επειδή χαρακτηρίζεται από μείωση της εγκάρσιας επιφάνειας των βρογχιολίων λόγω περιβρογχικής ινώσεως, που περιβάλλει, μάλλον, παρά καταλαμβάνει τον αυλό τους (&).  Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή ευρέως φάσματος ιστοπαθολογικών αλλοιώσεων που απολήγουν σε μείωση του αυλού των μικρών αεραγωγών, και ακόμη χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός κλινικού συνδρόμου που χαρακτηρίζεται από εξελικτική και περιορισμένης αναστρεψιμότητας κατάσταση περιορισμού της ροής κάτω από ορισμένες συνθήκες (π.χ., μετά μεταμόσχευση οργάνων). Η ιστοπθολογική χρήση τυ όρου 'συγκλειστική βρογχιολίτις' περιορίζεται στην περιγραφή μιας μορφής παραγωγικής βρογχιολίτιδας που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη 'ινο-φλεγμονωδών πολυπόδων', που αποφράσσουν τον αυλό του αεραγωγού. Οι βλάβες αυτές συνοδεύονται συχνά από ενδοκυψελιδικούς ινοφλεγμοώδεις πολύποδες, επίσης, που αποτελούν χαρακτηριστικά οργανούμενης πνευμονίας (&). Άλλες βλάβες  μπορεί να συνδέονται με παθήσεις των μικρών αεραγωγών, αλλά θεωρούντι ότι είναι συνέπειες, μάλλον, παρά αίτια των βρογχιολιτίδων. Π.χ., η κατάληψη από παχύρευστες εκκρίσεις του αυλού τους, λόγω υπερπλασίας των καλυκοειδών κυττάρων.
Fig. 2—εικονα 1. σχηματική αναπαράσταση αποφράξεως μικρών αεραγωγών, λόγω υπερπλασίας των καλυκοειδών κυττάρων. Φυσιολογικά, ο βλεννογόνος των μικρών αεραγωγών απαρτίζεται από ε΄να λεπτό στρώμα επιθηλιακών κυττάρων και εμπεριέχει σποραδικά καλυκοειδή κύτταρα. Σε διάφορες φλεγμονώδεις παθήσεις των αεραγωγών, εν τούτοις, προκαλείται υπερπλασία των επιθηλιακών κυττάρων που μειώνουν την εγκάρσια επιφάνεια του αυλού τους, τόσο κατά την χάλασή όσο και κατά στη σύσπασή τους.
Η περιβρογχιολική υπερπλασία, επίσης, είναι συχνό εύρημα επί παθήσεων των μικρών αεραγωγών και, μερικές φορές εμφανίζεται ως απομονωμένο εύρημα (&). Σχηματισμοί μικροκύστεων έχουν, ακόμη περιγραφεί σε ορισμένες, παθήσεις του συνδετικού ιστού, όπως το σύνδρομο Sjögren. και η πνευμονία εξ υπερευαισθησίας. Θεωρούνται ότι αποτελούν συνέπειες της υποκείμενης βρογχιολίτιδας. Πολλές απομονωμένες βλάβες είναι δυνατόν να περιγράφονται, οι οποίες δεν εισφέρουν, καθώς δεν ομοσχετίζονται με την κλινική διάγνωση.
αναπνευστική βρογχιολίτις. Η βρογχιολίτις αυτή παρατηρείται σε (νεαρούς) καπνιστές μπορεί να εμφανίζεται ως ξεχωριστή πάθηση ή να αποτελεί εκδήλωση ιδιοπαθούς διάμεσης πνευμονοπάθειας και χαρακτηρίζεται από νησίδες φλεγμονώδους βρογχιολίτιδας, στις οποίες επικρατούν κεχρωσμένα μακροφάσγα, με προτίμηση την επινέμνηση των άνω πνευμονικών πεδίων (εκεί δηλαδή όπου πολύ αργότερα, θα αναπτυχθεί των κεντροβοτρυδιακό εμφύσημα των καπνιστών). Συνοδεύεται από αλλοιώσεις φλεγμονώδους υφής στο διάμεσο ιστό (&).
μεταλοιμώδης βρογχιολίτις
Η μεταλοιμώδης βρογχιολίτις χαρακτηρίζεται από επίμονη φλεγμονώδη διήθηση και ινωτικές βλάβες των μιρών αεραγωγών, μετά από πνευμονική λόιμωξη, που οδηγεί σε λοίμωξη των αεραγωγών. Επειδή η απόφραξη σε μεγάλο αριθμό μικρών βρογχιολίων μπορεί να επισυμβεί πριν προκληθεί αναγνωρίσιμη -μέσω των δοκιμασιών λειτουργικών ελέγχου αναπνοής- απόφραξη των αεραγωγών (&). Η μεταλοιμώδης βρογχιολίτις, προφανώς υποεκτιμάται, εάν η βλάβη των μικρών αεραγωγών εμφανίζεται μόνο κατά τόπους. Οι κλινική εικόνα διαφέρει μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Ο αδενοϊός, ιδίως οι ορότυποι 3,7 και 21, πουτ είναι οι πλέον λοιμογόνοι, συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που απομονώνονται συχνότερα, στα παιδιά. Άλλοι παράγοντες που προκαλούν βρογχιολίτιδα στα παιδι΄'α είναι η ιλαρά, και γρίππη, όπως και ενδοκυττάρια βακτηρίδια, όπως το μυκόπλασμα της πνευμονίας (&,&,&,&,&,&). Οι αδερνοϊοί  φαίνεται ότι είναι οι συχνότεροι αιτιολογικοί παράγοντες της λοιμώδους βρογχιολίτιδας, στα παιδιά.
Η διάγνωση της μεταλοιμώδους βρογχιολίτιδας στα παιδιά προσεγγίζεται με προσεκτική λήψη του ιστορικού και κλινική εξέταση, απεικονιστική μελέτη με HRCT και δοκιμασίες λειτορυγικού ελέγχου της αναπνοής. Οι κλινικές εκδηλώσεις δεν είναι ειδικές και περιλαμβάνουν βήχα, απόχρεμψη, δύσπνοια και συριγμό. Τα συμπτώματα αυτά τυπικά επισυμβαίνουν μερικές εβδομάδες μετά επεισόδιο ιογενούς λοιμώξεως των κατώτερων αναπνευστικών οδών. Από την CT αναγνωρίζεται εικόνα μωσαϊκού, παγίδευση αέρος, πάχυνση των βρογχιολικών τοιχωμάτων, βρογχιελεκτασίες, ατελεκτασία και κατάληψη του αυλού βρογχιολίων με βύσματα παχύρευστης βλέννης (&). Το σύνδρομο Swyer−James MacLeod αντιστοιχεί με ετερόπλευρη υπερδιαφάνεια μικρού πνεύμονος που προκαλείται από ασύμμετρο συγκλειστική βρογχιολίτιδα με παγίδευση αέρος και  μειωμένη αρτηριακή ροή. Από τις δοκιμασίες λειτουργικού ελέγχου αναπνοής, συνήθως, αναγνωρίζεται περιορισμός ροής και υπερδιάταση, που είναι κατ΄ελάχιστον μόνο αναστρέψιμη με τα βρογχοδιασταλτικά (&,&).
Η θεραπεία της μεταλοιμώδους βρογχιολίτιδας στα παιδιά είναι, κυρίως, συμπτωματική, συστηματικά στερεοειδή δεν φαίνεται ότι αποδίδουν μετά το αρχικό στάδιο της οξεία λοιμώξεως, όταν, δηλαδή συνήθως, αναγνωρίζεται η βρογχιολίτις. Οι πλέον σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγηθούν σε χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, περιπτώσεις, κατά τις οποίες χρειάζεται μεταμόσχυση πνεύμονος (&).
Στους ενήλικες, η συχνότητα νόσου μικρών αεραγωγών επί λοιμώξεων του αναπνευστικού είναι σπανιότερη, παρ΄ό,τι στα παιδιά. Στις περισσότερες δημοσιεύσεις αναφέρονται περιπτώσεις μεταλοιμώδους συγκλειστικής βρογχιολίτιδας-οργανούμενης πνευμονίας, η οποία συνήθως υφίεται αυτόματα ή μετά χορήγηση κορτικοειδών (&). Μετά από ιογενή λοίμωξη, περιγράφεται, επίσης, συμφυτική βρογχιολίτιδα, πχ.,  μετά προσβολή από συγκυτιακό αναπνευστικό ιό, ή βακτηριακή πνευθμονία από λεγεωνέλα ή μυκόπλασμα της πνευμονίας (&,&), η οποία φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνονται τόσο καλά στη θεραπεία με συστηματικά κορτικοειδή, όσο η ΒΟΟΡ. Βορογχιολίτιδα εντοπισμένη συνήθως εμφανίζονται με την χαρακτηριστική εικόνα tre-in-bud, επί της CT και μπορεί να περιγραφεί σε περιπτώσει φυματιώσεως ή σε περιπτώσεις με λοίμωξη από μη φυματιώση μυκοβακτηρίδια.
παθήσεις του συνδετικού ιστού.
Οι βρογχιολικές επιπλοκες επί παθήσεων του συνδετικού ιστού δεν έχουν αναγνωριστεί στο βαθμός όπως άλλες εκδηλώσεις από το αναπνευστικό, π.χ., η οι διάμεσες πνευμονοπάθειες ή η πλευριτική συλλογή. Το σύνδρομο Sjögren και η ρευματοειδής αρθρίτις, είναι οι πλέον συχνές παθήσεις συνδετικού ιστού στις οποίες απαντώνται επιπλοκές από τους βρόγχους και τα βρογχιόλια (&,&). Νοσήματα των μικρών αεραγωγών μπορεί επίσης να συνοδεύουν χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις του παχέος εντέρου (&), όπως κα σε άλλες παθήσεις του συνδετικού ιστού, όπως σκληρόδερμα, και συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και αγγειΐτιδες και σαρκοείδωση. Οι βρογχιολίτις επί νοσήματών του συνδετικού ιστού εντάσσοντι στις αγνώστου αιτιολογίας βρογχιολίτιδες, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι η ιογενής βρογχιολίτιςδιάγνωση παθήσεων του συνδετικού ιστού μπορεί να επιβεβαιωθεί επί ασθενούς με ανεξηγητο βήχα ή βρογχική υπεραντιδραστικότητα. Αναγνωρίζονται τόσο η συμφυτική βρογχιολίτιδα, όσο και η εστιακή και η CT συμπεριλαμβάνεται σε μεγάλες σειρές με σύνδρομο Sjögren και ρευματοειδή αρθρίτιδα και χαρακτηρίζονται από ευρήματα, όπως, διαταραχών στους μικρούς αεραγωγούς, όπως η ενίσχυση τύπου μωσαϊκού, στο εισπνευστικό CT, παγίδευση αέρος στο εκπνευστικό, εικόνες θαμβής υάλου και κεντροβοτρυδιακά οζίδια, συχνά με εικόνα tree-in-bud, ιδίως επί κυτταρικής βρογχιολίτιδας, ή βρογχιολιοδιατάσεις, ιδίως επί κυτταρικής βρογχιολίτιδας. Είναι αληθές ότι η CT μπορεί να έχει μεγαλύτερη ευαισθησία επί ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα (&), συγκριτικά με τις δοκιμασίες λειτουργικού ελέγχου αναπνοής. Ευρήματα διηθητικών πνευμονοπαθειών ή επινέμηση των μεγάλων βρόγχων μπορεί, επίσης να συνυπάρχουν με ευρήματα από βλάβες στους μικρούς αεραγωγούς (&).
ευρήματα από τον λειτουργικό έλεγχο αναπνοής
απεικονιστικά ευρήματα
Οι απεικονιστικές δυνατότητες για τη νόσο των μικρών αεραγωγών -επί αποφρακτικών πνευμονοπαθειών- έχουν ανασκοπηθεί πρόσφατα (&,&,&). Ογκομετρικές αξονικές τομογραφίες υψηλής αναλύσεως (τομές 0.75-1.25 mm) επιτρέπουν τη κατά μέτωπο ή εγκάρσια ανασύνθεση και είναι η προτιμότερη τεχνική για την απεικόνιση ταν μικρών αεραγωγών επί ατόμων με αντίστοιχη πάθηση (&). Επιπλέον, λαμβάνονται εισπνευστικές και εκπνευστικές λήψεις για ποιοτική ανάλυση των μικρών αεραγωγών. Η ανάλυση ειδικών λήψεων (spatial) μπορεί να φτ΄'ανει μέχρι του επιπέδοπυ 0.6-1 mm που επιτρέπουν ευθεία εκτίμηση των μικρομεγέθων αρτηριών (διαμέτρου 2.0-2.5 mm) αλλά όχι και των μικροτέρων βρογχιολίων. Επομε΄νως, τα φυσιολογικά βρογχιοόλια δεν είναι ορατά στις HRCT (μπορούν να 'δουν' μέχρι 3 mm), αλλά μπορεί να επισημναθούν έμμεσα ή και άμεσα σημεία επί της αξονικής τομογραφίας (&). Σα άμεσα
σημεία περιλαμβάνονται ασαφώς αφοριζόμενα κεντροβοτρυδιακά διακλαδιζόμενα οζίδια, που επίσης περιγράφονται με τον όρο tree-in-bud (ανθισμένα κλαδιά) (βλ. παρακείμενη εικόνα, το περιγραφόμενο ακτινολογικό σημείο απεικονίζεται μέσα σε κύκλο) (&). Στα έμμεσα σημεία βρογχιολίτιδας περιλαμβάνεται η εικόνα μωσαϊκού στις εισπνευστικές λήψεις, και η παγίδευση αέρος, στις εκπνευστικές.
Figure 2.εικόνα 1. τυπικές εικόνες βρογχιολίτιδας. Α. περίπτωση πνευμονίας εξ υπερευαισθησίας, Β. εκπνευστική λήψη της ίδιας περιπτώσεως,. Εμφανίζονται εικόνες παγιδεύσεως αέρος. Ασαφώς αφοριζόμενα κεντροβοτρυδιακά οζίδια σε ασθενείς με 'πνεύμονα γεωργών[πνευμονία εξ υπερευασιθησίας]). Εντοπισμένα διακλαδιζόμενα μικροοζίδια με βρογχαγγειακή δομή (πρότυπο tree-in-bud) συνβατλά με φυματίωση, επί ασθενούς με ρευματοειδή αρθρίτιδα που έλαβε αντι-TNF-a.
εστιακή βρογχιολίτις.Η εστιακή βρογχιολίτις |λεμφοζιδιακή βρογχιολίτιδα|είναι μη νεοπλασματική πολυκλωνική υπερπλασία των Β-κυττάρων του BALT (:
bronchus-associated lymphoid tissue), που οφείλονται σε χρόνια έκθεση σε αντιγόνα σε άτομα με υποκείμενη πάθηση κολλαγόνωση ή ανοσοανεπάρκεια, που απεικονίζονται ως μικρά κεντροβοτρυδιακά οζίδια θαμβής υάλου, όπου κατανέμονται στους κάτω λοβούς (&). Πολλές παθολογικές εκτροπές συνδέονται με εστιακή βρογχιολίτιδα, στις οποίες περιλαμβάνονται: Σύνδρομο Sjogren ρευματοειδής ερθρίτις, AIDS. Απεικονιστικά, από την HRCT εικόνα οζιδίων θαμβής υάλου διαμέτρου 3 mm στους κάτω λοβούς που συνοδεύεται σε άλλοτε άλλο βαθμό με περιβρογχικά οζίδια. Στην δδ περιλαμβάνεται η πνευμονία εξ υπερευαισθησίας (ιστορικό εκθλέσεως σε επαγγελματικά, περιβαλλοντικά αντιγόνα) αναπνευστική βρογχιολίτις, λοίμωξη. Η θεραπεία εστιάζεται στην αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς παθήσεως και στη χορήγηση κορτικοειδών και ανοσοκατασταλτικών, αλλά μερικές περιπτ΄πωσεις απαντούν στη χορήγηση μακρολιδίων. Η εν γένει πρόγνωση εξαρτάται στην υποκείμενη συνοσηρότητα.

θεραπεία
Στη θεραπεία της ιογενούς βρογχιολίτιδας στα παιδιά, εκτός από τις εισπνοές υπέρτονου διαλύματος (3% - 6%), ουσιωδώς δεν υπάρχει άλλη, βασισμένη σε ενδείξεις θεραπεία (&)