ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΟ ΕΜΦΥΣΗΜΑ

σύνοψη

 Το πνευμονικό εμφύσημα συνεπάγεται εκτεταμένες μεταβολές στη φυσιολογία της αναπνοής, που συνεπάγονται σοβαρά  αναπνευστικά συμπτώματα, μείωση της ανοχής στην άσκηση -άρα αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως του ασθενούς- και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι συμβατικές θεραπευτικές προσεγγίσεις καταλήγουν σε απογοητευτικά, μάλλον, αποτελέσματα, ώστε αναζητούνται άλλες θεραπείες (, ). Η παθοφυσιολογία του πνευμονικού εμφυσήματος χαρακτηρίζεται από απώλεια της πιέσεως ελαστικής επαναφοράς (σημαντικής συνιστώσας της διαπνευμονικής πιέσεως) που συνεπάγεται πρώιμη -εκπνευστική- σύγκλειση των αεραγωγών και αύξηση του πνευμονικού όγκου, που οδηγεί σε υπερέκπτυξη τον πνεύμονα και υπερδιάταση το θωρακικό κλωβό, συνθήκη ππου θέτει σε μηχανικό μειονέκτημα τους αναπνευστικούς μύες, αυξάνει το έργο αναπνοής, και, ενδεχομένως, οδηγεί σε αναπνευστική ανεπάρκεια. 

 Η μηχανική της αναπνοής, επί πνευμονικού εμφυσήματος πλήττεται κυρίως, λόγω της ευρείας υπερδιατάσεως του πνεύμονος, η οποία είναι προσαρμοστικής αρχής, προκειμένου να αυξηθεί η διαπνευμονική πίεση, από την οποία, κυρίως, εξαρτάται η εκπνοή.

 Η α1ΑΤ είναι ο κυριότερος αντιπρωτεασικός (αντιελαστασικός) παράγοντας στο πνευμονικό παρέγχυμα. Παράγεται στο ήπαρ. Αντίθετα, τα οπυδετερόφιλα είναι η κυριότερη πηγή ελαστάσης. Διάφοροι παράγοντες, που ενισχύουν τις συγκεντρώσεις  πρωτεολυτικών ενζύμων ή που επιφέρουν μείωση των συγκεντρώσεων των αντιελαστασικών πρωτεϊνών,  προκαλούν ανατροπή της ισορροπίας ελαστασών-αντιελαστασών, διαρρηγνύουν τις ελαστικές ίνες, και, έτσι, ενεργοποιούν τους παθογενετικούς μηχανισμούς του πνευμονικού εμφυσήματος, μια από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του οποίου είναι οι φυσαλίδες.

  Οι πνευμονικοί όγκοι και οι καμπύλη πιέσεως -όγκου εκτρέπονται προς τα πάνω και αριστερά, η διατασιμότητα αυξάνεται.

Το κάπνισμα εισφέρει μεγάλα ποσά οξειδωτικών ουσιών στον ευαίσθητο πνευμονικό ιστό, οι οποίες αδρανοποιούν την α1ΑΤ, ώστε αναγνωρίζεται μείωση της α1ΑΤ στις βρογχοκυψελιδικές εκπλύσεις των καπνιστών. 

Μια παρεμαβτική κλινική δοκιμή είναι, ήδη σε εξέλιξη,προκειμένου να διατεθού  συνθετικές αντιελαστάσες σε άτομα υπό υψηλό κίνδυνο να υποστούν πνευμονικό εμφύσημα οι να αναπτυχθούν φυσαλίδες.

To Πνευμονικό Εμφύσημα (ΠΕ) έχει ορισθεί σαν μία ανατομική μεταβολή του πνευμονικού παρεγχύματος, που χαρακτηρίζεται από μεγέθυνση των αεροχώρων, πέρα από τα τελικά, μη αναπνευστικά βρογχιόλια, οφειλόμενη σε διάταση (δηλαδή αύξηση πέρα από τα φυσιολογικά όρια του μεγέθους τους), λόγω καταστροφής των τοιχωμάτων τους. Στον ορισμό αυτό θα έπρεπε να προστεθεί ότι υπάρχει, επίσης, ένας -σχετικά μικρός- βαθμός ινώσεως. Επομένως, το ΠΕ είναι πάθηση του πνευμονικού παρεγχύματος, όχι κατ΄ανάγκη των αεραγωγών (εκτός εάν συνυπάρχει χρονία βρογχίτις), αλλά η λειτουργική αρτιότητα των αεραγωγών, παρ΄όλο που είναι ιστολογικά υγιείς, επηρεάζεται δευτεροπαθώς. Η εγκάρσια υποστήριξη και συγκράτηση των τοιχωμάτων των περιφερικών βρογχιολίων εξαρτάται από τον ελαστικό ιστό των κυψελιδικών τοιχωμάτων. Η απώλεια της ακτινωτής αυτής υποστηρίξεως, που οφείλεται στην καταστροφή του εξ ελαστικών και κολλαγονικών ινών σκελετού των κυψελιδικών τοιχωμάτων, συνεπάγεται πρώιμη σύγκλειση των αεραγωγών, ενωρίς κατά τη διάρκεια της εκπνοής με αποτέλεσμα απόφραξη  των περιφερικών αεραγωγών, εγκλωβισμό του προς εκπνοή αέρος στους αεροχώρους και αύξηση του υπολειπόμενου όγκου.

Του πνευμονικού εμφυσήματος διακρίνονται 3 μορφολογικές ποικιλίες.

Ο πρώτος τύπος, το κεντροβοτρυδιακό εμφύσημα, χαρακτηρίζεται από εστιακή καταστροφή, εντοπισμένη στα αναπνευστικά βρογχιόλια και τη κεντρική μοίρα του βροτρυδίου. Εντοπίζεται ιδίως στους άνω λοβούς και συσχετίζεται με το κάπνισμα.

Ο δεύτερος τύπος, το πανβοτρυδιακό εμφύσημα επινεμείται ολόκληρο το βροτρύδιο. Είναι εμφανέστερο στους κάτω λοβούς και παρατηρείται επί ατόμων με ομο(έτερο)ζυγωτική ανεπάρκεια α1ΑΤ.

Ο τρίτος τύπος, το παραμεσολόβιο ή παραουλώδες εμφύσημα, εδράζεται στην περιφέρεια του βροτρυδίου, επινεμείται τους κυψελιδικούς πόρους και σάκκους και ευθύνεται για το σχηματισμό φυσαλίδων, η σχάση των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε πνευμοθώρακα. Το παραμεσολόβιο και παραουλώδες εμφύσημα δεν συνοδεύεται από απόφραξη των αεραγωγών.

πνευμονικό εμφύσημα
αύξηση πνευμονικών όγκων
χαμηλά διαφράγματα
πλευροδιαφραγματικές γωνίες
οι διαστάσεις του θώρακος
οι μεσοπλεύριες αποστάσεις
ολιγαιμία
εκτροπή της κατανομής του αίματος
χαμηλά διαφράγματα
στερνοδιαφραγματική γωνία
οπισθοστερνικός χώρος
πνευμονική φυσαλίδα
Pulmonary bullus
ο ασθενής είχε ισταορικό φυματιώσεως
Η φυσαλίδα αυτή είναι, μάλλον, ανοικτό κεκαθαρμένο σπήλαιο, παρά πνευμονικό εμφύσημα
πνευμονικό εμφύσημα.
υπερδιάταση, κατεσπασμένα διαφράγματα, αύξηση του οπισθοστερνικού χώρου, αγγειοπενία
ΧΑΠ.υερδιαφάνεια, λόγω αγγειοπένίας, και σχηματισμού φυσαλίδων, κατ΄επικράτηση στους άνω λοβούς (εξειλιγμένο κεντροβοτρυδιακό εμφύσημα)
  1. ορισμοί
  2. σύνοψη
  3. επιδημιολογία
  4. αιτιολογία
  5. παθολογική ανατομία
  6. παθοφυσιολογία
  7. κλινική εικόνα
  8. διάγνωση
  9. διαφορική διάγνωση
  10. παρόξυνση ΧΑΠ
  11. θεραπεία
  12. πνευμονική ίνωση συνδυασμένη με εμφύσημα

βλέπε: ορολογία/πνευμονικό εμφύσημα

βλέπε: Pulmonary emphysema subtypes on computed tomography: the MESA COPD study (&).