Μουσίνες

Οι μουσίνες αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα των μη διαλυτών μακρομορίων της τββ. Ανήκουν στην οικογένεια των γλυκοπρωτεϊνών, έχουν μεγάλο μ.β. (>200.000) και περιέχουν ασυνεχώς επαναλαμβανόμενες ομάδες ενός ή περισσοτέρων ετεροσακχαριτών, που διατάσσονται σε πλάγιες αλυσίδες και αποτελούν το 70-80% του συνολικού τους μ.β.. Ο πρωτεϊνικός σκελετός των μουσινών, επί των οποίων συνδέονται οι αλυσίδες των υδατανθράκων, αποτελείται κυρίως από θρεονίνη και σερίνη και, σε μικρότερη αναλογία, γλυκίνη, προλίνη  και αλανίνη, ενώ συντίθεται στα ριβοσωμάτια των εκκριτικών κυττάρων. Οι μουσίνες ταξινομούνται ως όξινες ή αλκαλικές, ανάλογα με την ύπαρξη σιαλικού οξέος και θειοεστέρων ή φουκόζης στις πλάγιες αλυσίδες τους. Είναι πολυΐονικά μακρομόρια, που περιέχουν χημικούς υποδοχείς οι οποίοι μπορούν να συνδέουν επιφανειακές "συγκολητίνες" ("adhesins") πολλών ειδών μικροβίων, όπως οι πρωτεϊνες της μεμβράνης, βλεννώδεις εξωπολυσακχαρίτες, αιμοσυγκολλητίνες, ενδογενείς λεκτίνες, το εξωένζυμο S και άλλες ενώσεις. Οι χημικοί υποδοχείς επί των μουσινών μπορεί να είναι διαφορετικών τύπων, αν και η σύσταση όλων φαίνεται να περιέχει υδρογονάνθρακες, σιαλικό οξύ, Ν-ακετυλογλυκοζαμίνη, γλυκολιπίδια. Ο προστατευτικός ρόλος των μουσινών έγκειται στην ικανότητά τους να παγιδεύουν διάφορες ουσίες ή σωματίδια, μεταξύ των οποίων ιόντα μετάλων, και να διευκολύνουν τη ρεολογική συμπεριφορά της βλέννης. Επιπλέον, οι πρωτεογλυκάνες έχουν χαμηλότερο μοριακό βάρος, αλλά συνεισφέρουν περισσότερο στη διαμόρφωση του ιξώδους των εκκρίσεων· εκκρίνονται από τα επιθηλιακά κύτταρα και τους υποβλεννογόνιους αδένες.