Νεοπλάσματα πνεύμονος - διάγνωση

Η βασισμένη σε ενδείξεις θεραπευτική στρατηγική για τον ΚΠ βασίζεται στην ακριβή σταδιοποίησή της, για την οποία επιστρατεύονται ποικιλία μη παρεμβατικών, ημιπαρεμαβτικών και παρεμβατικών τεχνικών σταδιοποιήσεως.
Διατίθεται μεγάλη ποικιλία διαγνωστικών τενικών που χρησιμοποιούνται στη διάγνωση και ταξινόμηση του καρκίνου του πνεύμονος.
[1] απεικονιστικός έλεγχος. Ακτινογραφία θώρακος, υπερηχογραφία, αξονική τομογραφία, σπινθηρογράφημα, MRI, ΡΕΤ, και σπινθηρογράφημα οστών. Η ακτινολογική εικόνα ποικίλει ευρύτατα κι εκτείνεται από την εμφάνιση ενός μονήρους όζου, πολλαπλών όζων, μαζών, πλευριτικών συλλογών, ατελεκτασίας, λεμφαδενοπάθειεας ή λεμφαγγειΐτιδας. Οι νεότερες προόδοι της πυρηνικής Ιατρικής έχουν  οδηγήσει στην διάδοση της τομογραφίας ΡΕΤ, με χρήση 18Ffluoro-
2-deoxy-glucose (FDG), όπου ανάλογα της γλυκόζης απορροφούνται από διάφορες κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένου του ΚΠ. Παρ΄ όλο την υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα του ΡΕΤ για τον καρκίνο του πνεύμονα η απεικόνιση μπορεί, συχνά, να αποτελέσει μόνο ένδειξη για την παρουσία της κακοήθειας, χωρίς  διαγνωστικές αξιώσεις ούτε ως προς την ανεπιφύλακτη παρουσία του όγκου ούτε ως προς τον ιστολογικό του τύπο. Επομένως, ο καταλληλότερος τρόπος διαγνώσεως είναι η λήψη βιοπτικού ή κυτταρολογικού υλικού. Εν τούτοις, οι πάσχοντες από ΠK είναι, συνήθως, ηλικιωμένοι και καπνιστές, με σημαντικές συνοσηρότητες, που αποκλείουν τη χρήση παρε,βατικών τεχνικών. Στις συνήθεις διαγνωστικές τεχνικές περιλαμβάνονται η βρογχοσκόπηση, η δια λεπτής βελόνης αναρρόφηση η μεσοθωρακοσκόπηση, και, σπανιότερα, η ανοικτή (ή μέσω video) βιοψία πνεύμονος, ενώ σύγχρονες τεχνικές, όπως οι ενδοβρογχικοί υπέρηχοι αναμένεται να βελτιώσουν τη διαγνωστική προσέγγιση. Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να επιλέγεται η ασφαλέστερη μέθοδος για την ιστολογική διάγνωση, με βάση χαρακτηριστικά του όγκου, όπως η εντόπιση και το μέγεθος, ο αριθμός των επινεμήσεων και η προσβασιμότητα, και, από πλευράς ασθενούς, η προσαρμογή του, οι συνοσηρότητες, η ηλικία, και οι συντρέχουσες πνευμο-καρδιοπάθειες, καθώς επίσης και η εμπειρία του διαγνωστικού κένρου.   
[2] κυτταρολογικές εξετάσεις πτυέλων. δείγματα πτυέλων εξετάζονται για ανίχνευση κακοήθων κυττάρων
[3] εξετάσεις αίματος, γενική αίματος, βιοχημικές εξετάσεις, ασβέστιο και LDH, που δείχνουν τη βαρύτητα και εάν η πάθηση είναι οξεία ή χρόνια.
[4] βιοψία. κύτταρα ή ιστοί αποσπώνται από τους πνεύμονες και εξετάζονται μικροσκοπικά, προκειμένου να τεθεί μια οριστική διάγνωση του τύπου του πνευμονικού καρκίνου. Εάν τα απομονωθέντα κύτταρα είναι κακοήθη, μπορεί να διενεργηθούν περαιτέρω εξετάσεις προκειμένου να διαπιστωθεί ο ρυθμός αναπτύξεως και η έκταση της νόσου
.
Η ιστολογική ταξινόμηση πρέπει να είναι συμβατή με την ταξινόμηση κατά ΠΟΥ, για την ταξινόμηση του καρκίνου του πνεύμονος, 1999, αν και δεν αποκλείεται να συναντηθούν περιπτώσεις που αποκλείνουν από την από την ταξινόμηση αυτή, ακόμη κια μετά χρήση ειδικών ανοσοϊστοχημικών μεθόδων. Η κυτοκερατίνη 7 και 20 χρησιμοποιούνται ευρέως γιοα τη διάκριση του αδενοκαρκινώματος από διάφορα όργανα, και ο παράγων μεταγραφής του θυρεοειδούς (thyroid transcription factor 1, TTF-1), μια πρωτεΐνη 38 kDa, που πρωτίστως εντοπίζεται στα τύπου ΙΙ πνευμονοκύτταρα, και τα κύτταρα Clara, και είναι παρούν σε διάφόρους τύπους πνευμονικού καρκίνου και καρκίνου του θυροειδούς.
Οι συχνότερες  βιοπτικές τεχνικές είναι:
[α] βρογχοσκόπηση (&). Η αρχική περιγραφή της τεχνικής της βρογχοσκοπήσεως οφείλεται στον Ω.Ρ.Λόγο Gustav Killian το 1897 (&). H διαγνωστική αξία της βρογχοσκοπήσεως επιδέχεται βελτιώσεων, όπως έχει, πρόσφατα, δειχθεί (&). Μια από τις πλέον σύγχρονες είναι η εισαγωγή των ενδοβρογχικών υπερήχων, που έχει εκτείνει το οπτικό πεδίο της βρογχοσκοπήσεως.  (βλέπε: υπερηχοβρογχοσκόπηση). Ακολούθως, αναπτύχθηκε ο "κλάδος" της βρογχο-οισοφαγοσκοπήσεως" με άκαμπτα ενδοσκόπια, δεομένου ότι οι τεχνικές προσπελάσεως της τραχείας ή του οισοφάγου ήταν παρόμοιες. Οι συχνές και σοβαρές επιπλοκές της μεθόδου, συνετέλεσαν στη σχετική απροθυμία των ιατρών, και η ενδοσκόπηση παρέμεινε στα χέρια των θωρακοχειρουργών. Περί το 1950, ο Schieppati ανακοίνωσε τις απόπειρές του να λάβει δείγματα μεσοθωρακικών λεμφαδένων, μέσω άκαμπτου βρογχοσοκοπίου μέσω της κυρίας τρόπιδας (&), ενώ τυφλές διαβρογχικές βιοψίες (Blind transbronchial needle biopsies, TBNA) με νέου τύπου βελόνες κατάλληλες για το εύκαμπτο βρογχοσκόπιο, όπως η βελόνη Wang (&). Η τυφλή εύκαμπτη ΤΒΝΑ είναι μια ασφαλής, αποδοτική μέθοδος για τον προσδιορισμό της παρουσίας μεσοθωρακικών λεμφαδένων εκ βρογχογενούς καρκινώματος, που εισήχθη στα μέσα της δεκαετίας του '80, αν και ακόμη υποχρησιμοποιείται. Μόνο 12%, συστηματικά και 29% σποραδικά, των βρογχοσκόπων της Βόρειας Αμερικής διενεργούν TBNA. Στα αίτια της επιφυλάξεως συγκαταλέγονται η περιορισμένη εμπειρία, η χαμηλή διαγνωστική αξία, και ο κίνδυος τρώσεως μεγάλου αγγείου. Σε μια μελέτη, ο καλύτερος προσγνωστικός δείκτης διενέργειας TBNA  είναι η απρουσία λεμφαδένος >2 cm (&).
[β] θωρακοκέντηση.
Με τις δοκιμασίες αυτές, επίσης αναγνωρίζεται το στάδιο της παθήσεως. Υψηλής διαβαθμίσεως κύτταρα πολλαπλασιάζονται βραδύτερα και ο καρκίνος είναι λιγότερο επιθετικός. Αντίθετα, με τα υψηλής διαβαθμίσεως.
[γ] μεσοθωρακοσκόπηση. Παραμένει το Gold standard στη διάγνωση σταδιοποίηση του ΠΚ και τις μεσοθωρακικές του μεταστάσεις. Κάποιος είπε ότι εάν δεν λάβουμε υπ΄όψη τις μεταστάσεις στους μεσοιθωρακικούς λεμφαδένες, όλες οι περιπτώσεις μπορρούν να χαρακτηριστούν ως σταδίου Ι. Η ευαισθησία της είναι υψηλή, ~80-90% και η ειδικότητά της ~100%. Από τις επιπλοκές, πρέπει να αναφεθεί, η θνητότητα 0.2% και η νοσηρότητα, μέχρι 2.5%. Είναι μέθοδος υψηλού κόστους, ενώ επί αντενδείξεων δεν υπάρχει άλλη επιλογή, εκτός της χειρουργικής σταδιοποιήσεως.ΠΑρ΄όλα αυτά διενεργείται μόνο σε ποσοστό 27% των ασθενών που προγραμματίζονται για χειρουργική εξαίρεση. 
[γ] διαβρογχική δια βελόνης αναρρόφηση - περιγραφή.
Εάν υπάρχουν απεικονιστικές και κλινικές ενδείξεις ΜΚΠ, η διάγνωση πρέπει να προσεγγιστεί, με την ευχερέστερη διαθέσιμη μέθοδο. Μετά τη διάγνωση, η διάκριση μεταξύ περιορισμένης και εκτεταμένης παθήσεως διενεργείται ακτινολογικά (&). Αντίθετα, επί περιπτώσεων, με πιθαντότητα ΜΜΚΠ, η διάγνωση και η σταδιοποίηση πρέπει να προσεγγίζονται ταυτόχρονα και η διάγνωση πρέπει να βασίζεται σε μεθόδους υποδεικνυόμενες από το κατ΄εκτίμηση στάδιο της παθήσεως. Π.χ., εάν υπάρχει πλευριτική συλλογή, λαμβάνεται δείγμα πλευριτικού υγρού για κυτταρολογικές εξετάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προγραμματιστεί ιδιαίτερη παρακέντηση θώρακος, επειδή το υγρό μπορεί να αφαιρεθεί, στα πλαίσια της EUSFNA των ευμεγέθων μεσοθωρακικών λεμφαδένων. Οι περισσότεροι των ασθενών αυτών υφίστανται βοργχοσκόπηση και οι δύο τεχνικές πρέπει να επιχειρούνται χωρίς προσπάθεια χωρίς τη διενέργεια τυφλής FNA με βελόνη Wang. Η προσέγγιση αυτή είναι αιτιολογημένη επιλογή, ακόμη και εάν, συχνά, δεν είναι η βέλτιστη τεχνική, εάν στόχος είναι η λήψη των περισσοτέρων δυνατών πληροφοριών με την εφαρμογή ολιγότερων δυνατών τεχνικών και μεθόδων. Ακόμη και εάν το ζητούμενο είναι η διάγνωση, εν αντιθέσει με την εναλλακτική μεθοδολογία της ταυτόχρονης διάγνωσης-σταδιοποιήσεως, είναι ο στόχος, η βρογχοσκόπηση αποδίδει αρνητικά αποτελέσματα, σε ποσοστό >30% των περιπτώσεων, ακόμη και εάν λαμβάνονται ξέσματα, εκπλύσεις και διαβρογχικές βιοψίες (&). Σε πολλές μελέτες έχει αναζητηθεί η επίδοση της EUSFNA, σε ασθενείς με ΠΚ, στους οποίους η βρογχοσκόπηση δεν πέτυχε να θέσει διάγνωση (&, &) και διαπιστώθηκε ότι η διαγνωστική αξία της μεθόδους ήταν ~90%. Η βασική ερώτηση, πάντως, δεν είναι εάν η βρογχοσκόπηση ή η EUSFNA θα επιτύχει καλύτερα αποτελέσματα, αλλά ποιά από τις δύο μεθόδους πρέπει να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση.
Παρ΄όλο ότι η παθολογοανατομική διάγνωση μπορεί να είναι δυσχερής, λόγω της ετερογένειας του όγκου, μικτοί όγκοι, και οι μέθοδοι της λήψεως της βιοψίας, η ταξινόμηση της κάθε περιπτπώσεως σε έναν από τους κύριους υπότυπους του ΠΚ είναι συνήθως δυνατή μέσω λήψεως μικρών δειγμάτων, όπως αυτά που παραλαμβάνονται μέσω μιας βρογχοσκοπικής τεχνικής.

Oι ασθενείς με ΠΚ |βρογχογενής καρκίνος πνευμονος-περίληψη|Νεοπλάσματα πνεύμονος| προσέρχονται με βήχα ή/και αιμόπτυση, που μπορεί να συνοδεύονται με εικόνες μεταστατικής παθήσεως, όπως οστεολαγίες ή ίκτερος.Τα σηνελια ελιναι πολυάριθμα, μετξύ των οποίων, τα σημαντικότερα η πληκτrοδακτυλία, που παρατηρείται στο ΜΜΚΠ, Η αιτιολογία της πληκτροδακτυλίας που είναι απότοκη υπερτροφικής οστεοαρθροπάθειεας και πολυαρθραλγίας, έχει αποδοθείσ την υπερέκριση παραθορμόνης, από τον όγκο, αν κια, πρόσφατα, έχει γνωστεί ότι οφείλεται στην υπερέκριση του αυξητικού παράγοντος 'platelet - derived growth factor'. Μπορεί, επίσης, να παρατηρηθεί σύνδρομο Horner ή βράγχος φωνής που αποτελούν ξαι σημεία ανεγχειρησιμότητας, ως αποτέλεσμα στραγγαλίσεως νεύρων κια δυσφαγία, λόγω διογκώσεως μεσοθωρακικών λεμφαδένων. Τον ΠΚ συνοδεύουν παρανεοπαλσματικά σύνδρομα ιδιαιτέρως του ΜΚΠ. Στα σύνδρομα αυτά περιλαμβάνονται δερματικά σύνδρομα δερματομυοσίτιδας και ακάνθωση nigricans, νευρολογικές επιπλοκές περιφερικών νευροπαθειών και σύνδρομο Eaton-Lambert. Οι ενδοκρινικές εκδηλώσεις της έκτοπης παραθορμόνης της ACTH και της αντιδιουρητικής ομόνης είναι όλες κλινικά εμφανείς.   .       . 

Στο μέλλον, είναι αναμενόμενο ότι η διάγνωση και η ταξινόμηση του ΠΚ θα βασίζεται σε γενετικές ή και γενομικές προσεγγίσεις, όπως η ανάλυση των μεταλλάξεων και άλλες τεχνικές, όταν αυτές θα μεταφερθούν από το ερευνητικό εργαστήριο στην καθημερινή κλινική πράξη.
Η μοριακή φυσιογνωμία του όγκου έσχει, επίσης, σημασία στη διαμόρφωση του καταλληλότερου θεραπευτικού σχήματος, όπως, π.χ., η αναγνώριση μεταλλάξεων στον καθορισμό στοχευμένων θεραπειών, όπως οι αναστολείς της κινάσης της τυροσίνης και στην πρόγνωση. [βλέπε: πρώιμη διάγνωση]. Στη μελέτη περιλαμβάνονται πήρης αιματολογικός έλεγχος ηπατικός έλεγχος, ακτινογραφία θώρακος, και κυτταρολογική εξέταση πτυέλων. Πρέπει να διενεργηθεί βρογχοσκόπηση, εντός ολίγων ημερών από της προσελεύσεως, κατά την οποία παραλαμβάνονται βιοψίες και εκπλύσεις για μικροσκοπικές εξετάσεις. Με τα μέσα αυτά, αναμένεται να, οριστικοποιηθεί η διάγνωση, αλλα σε περιπτώσεις περιφερικής βλάβης, αυτό μπορεί να μην είναι εφικτό, οπότε πρέπει να διενεργηθεί βιοψία δια βελόνης, υπό την καθοδήγηση αξονικού τομογράφου. Κλινική εικόνα. Η κλινική εικόνα μπορεί να μη διαφοροποιείται στους δευτεροπαθείς από τους πρωτοπαθείς όγκους, καθώς τα συμπτώματα εξαρτώνται από τα τοπικά όργανα ή ιστοί που έχουν επινεμηθεί. Οι ασθενείς, συνήθως, προσέρχονται με βήχα, αιμόπτυση, συριγμό, όπισθεν του όγκου απόφραξη (πνευμονία) ή ατελεκτασία, πλευροδυνία και δύσπνοια. Ειδικότερα συμπτώματα, όπως συριγμός, δυσφαγία, οίδημα προσώπου, λόγω αποφράξεως της άνω κοίλης φλεβός, βράγχος φωνής, λόγω παραλύσεως μιας φωνητικής χορδής, λόγω επινεμήσεως του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου, είναι αποτελέσματα τοπικής βλάβης ζωτικών οργάνων. Μπορεί να παρατηρηθούν συστηματικά συμπτώματα όπως ανορεξία ή απώλεια βάρους, που συχνά αποκαλύπτουν την παρουσία εκτεταμένης βλάβης. Παρανεοπλασματικά σύνδρομα παρατηρούνται σχεδόν σε ποσοστό 10% των περιπτώσεων ασθενών με βρογχογενές καρκίνωμα, αλλά δεν οφείλονται σε απ΄ευθείας φυσικές επιδράσεις του καρκίνου. Τα συχνότερα εξ αυτών, η πληκτροδακτυλία και η υπερτροφική πνευμονική οστεοαρθροπάθεια (σύνδρομο Bamberger-Marie).