Μακροφάγα, εναλλακτικά ενεργοποιημένα, εεΜΚ

Επίσης ονομάζονται Μ2 μακροφάγα. Είναι μακροφάγα που έχουν υποστεί κυτταρική ενεργοποίηση σε απάντηση στην IL4 ή τα γλυκοκορτικοειδή (&).
Τα ενεργοποιημένα κυψελιδικά μακροφάγα μπορεί να διακριθούν σε Μ1 και Μ2 ανάλογα με το  τύπο της απαντήσεώς τους στις φλεγμονώδεις διεγέρσεις. Οι Pechkovsky et al., (&) αναγνώρισαν αυξημένη αυτόματη παραγωγή χημοκινών, όπως οι CCL17, CCL18 και CCL22 και αυξημένη έκφραση της CD206 από τα κυψελιδικά μακροφάγα ασθενών με ΙΠΙ. Η διέφγερση των φυσιολογικών με κυτοκίνες Th2, όπως η IL-4 και/ή IL-10 in vitro απεκάλυψε ότι η IL-4 ήταν ο σημαντικότερος επαγωγός του φαινότυπου Μ2 κυψελιδικών μακροφάγων κια μονοκυυττάρων.
as the most powerful inducer of M2-phenotype in AM and monocytes. Είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι η IL-10 ενισχύει την IL-4 να επάγει την έκφραση CCL18 και IL-1RA κατά συνεργητικό τρόπο. Η διέγερση IL-4/IL-10 επάγει την ισχυρή ενεργοποίηση του STAT3 στα κυψελιδικά μακροφάγα από τους ασθενείς με ΙΠΙ. Τα ευρήματα αυτά συνηγορούν έναν σημαντικό ρόλο των πολωμένων Μ2 κυψελιδικών μακροφάγων στην παθογένεια της ΙΠΙ, και αποτελούν ένδειξη ότι τόσο η IL-4 όσο και η IL-10 ευθύνονται για τον φαινότυπο Μ2 των κυψελιδικών μακροφάγων, όπως αυτά ανιχνεύονται στην σε ασεθνείς με ΙΠΙ.
Τα κύτταρα Μ2 έχουν αντιφλεγμονώδη φαινότυπο. Γενικά, η κυτταρική ενεργοποίηση των μακροφάγων μέσω κυτοκινών Th2 (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η IL4 και IL 13) συνεπάγεται μακροφάγα, που αναφέρονται ως απότοκα " ενεργοποιήσεως τύπου 2".  Και οι δύο τύποι ενεργοποιημένων κυττάρων μπορούν να συνυπάρχουν και δείχνουν διαφορές στην ικανότητα εκκρίσεως μεσολαβητών και εκφράσεως υποδοχέων. Έτσι, οι τύποι αυτοί ενεργοποιημένων μακροφάγων συμμετέχουν σε διαφορετικό βαθμό στις προφλεγμονώδεις και αντιφλεγμονώδεις διεργασίες. Τα μακροφάγα Μ2 εκφράζουν υψηλά επίπεδα υποδοχέων μαννόζης, δεκτίνης-1 και αργινάσης. Στα μακροφάγα Μ2 εντάσσονται, επίσης, και εκείνα που ενεργοποιούνται μέσω επιδράσεως της IL4 ή IL13 (αναφέρονται και ως Μ2α μακροφάγα). Ενώ τα μακροφάγα που ενεργοποιούνται από ανοσοσυμπλέγματα αναφέρονται ως Μ2b μακροφάγα και εκείνα που πολώνονται με κορτικοειδή ή IL10, αναφέρονται ως M2c μακροφάγα. Aναγνωρίστηκε (Prasse et al., 2006 ) ότι τα κυψελιδικά μακροφάγα ασθενών με ΙΠΙ, προσλαμβάνουν έναν φαινότυπο εναλλακτικής ενεργοποιήσεως που μπορεί να είναι μέρος θετικής ανάδρομης δράσεως με ινοβλάστες πνεύμονος που επάγουν τις ινωτικές εξελίξεις. Επιπλέον, οι Pechovkshky et al., αναγνωρίζοντας ότι τα ενεργοποιημένα κυψελιδικά μακροφάγα χαρακτηρίζονται ως Μ1 (αν ενεργοποιούνται μέσω κλασικής οδού) ή Μ2 (μέσω εναλλακτικής) επιχείρησαν την ανάλυση της εκφράσεως δεικτών των Μ2 και της ενδοκυττάριας μεταγραφής τους στη διαδικασία διαφοροποιήσεως των κυτοκινών  κια βρήκαν ότι αυτόματη άυξηση της παραγωγής των κυτοκινών CCL17, CCL18, CCL22 και της εκφράσεως CD206 από τα κυψελιδικά μακροφάγα σε ασθενείς με ΙΠΙ. Η διέγερση φυσιολογικών ανθρώπινων κυψελιδικών μακροφάγων με κυτροκίνες th2IL-4 και/ή IL-10 in vitro αποκάλυψε ότι η IL-4 ήταν ισχυρότερος επαγωγές τοπυ φαινότυπου Μ2 αρ κυψελιδικά μακροφάγα κια τα μονοπύρηνα. Είναι, επίσης, ενδιαφέρον να τονιστεί ότι η IL-10 ενισχύει τη δράση της IL-4 στην έκφραση των CCL18 και IL-1RA κατά ένα συνεργητικό τρόπο. Η διέγερση των IL-4/IL-10 επάγει ισχυρή ενεργοποίηση των STAT3 στα κυψελιδικά μακροφάγα ασθενών με ίνωση.
Τα αποτελέσματα αυτά έχουν πρόδηλο ενδιαφέρον στην έρευνα της δράσεως των κυψελιδικών μακροφάγων στην παθογένεια της ΙΠΙ και δέιχνουν ότι τόσο η IL-4, όσο και η IL-10 εισφέρουν στη διαμόρφωση των Μ2 κυψελιδικών μακροφάγων, όπως φαίνεται στου ασθενείς με ΙΠΙ.




Βιοδείκτες για τη διάγνωση και πρόγνωση της ΙΠΙ, προερχόμενοι από τα ενεργοποιημένα κυψελιδικά μακροφάγα. Τα τελευταία χρόνια, διάφορα μόρια από διαφορετικές πηγές έχουν δοκιμαστεί ως διαγνωστικοί ή προγνωστικοί δείκτες της ΙΠΙ. Πηγές τους, συνήθως, οι ινοβλάστες, τα ουδετερόφιλα και τα κυψελιδικά επιθηλιακά κύτταρα αποτελούν συνήθεις πηγές μεσολαβητών που εμπλέκονται στην παθογένεια της ΙΠΙ και, ήδη, δοκιμάζονται ως βιοδείκτες. Μεταξύ αυτών η KL6 (που έχουν μεγάλη σημασία στην εκτίμηση της βαρύτητα της τηπαθήσεως) και άλλες κυτοκίνες (αυξημένες τόσο στο περιφερικό αίμα, όσο και στο BAL), οι πρωτεΐνες της επιφανειοδραστικής ουσίας A και D και τα κυκλοφορούντα ινοκύτταρα (&, &, &, &). Οι πρωτεΐνες της επιφανειοδραστικής ουσίας, ειδικότερα, εμφανίζουν σημαντική προγνωστική αξία στην εκτίμηση της θνητότητας της ΙΠΙ, όπως τουλάχιστον έχει δειχθεί σε σχετικές μελέτες που εκπονήθηκαν πριν από τη νέα ταξινόμηση των διάμεσων πνευμονοπαθειών. Αυξημένες συγκεντρώσεις SP-Α και D εντοπίζονται σε ασθενείς με ΙΠΙ και παριστούν δείκτες πρώιμης θνητότητας. Παρ΄όλο ότι πολλά μόρια που εκφράζονται στα κυψελιδικά μακροφάγα (όπως οι κυτοκίνες, IL13, TGF-a, χημοκίνες CC) και πολλά ένζυμα, υποδοχείς και αυξητικοί παράγοντες (όπως ο PDGF), έχουν μελετηθεί σε διάφορα βιολογικά υλικά, επί ασθενών με ΙΠΙ, προκειμένου να αξιολογηθεί η συνεισφορά τους στην παθογένεια της ΙΠΙ, μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό, έχουν μελετηθεί κλινικοί βιοδείκτες αναζητώντας τη σχέση μεταξύ της συγκεντρώσεώς τους και διάφορες παράμετρους με κλινική, προγνωστική συμβολή (&, &, &, &, &). Έχει, αναγνωριστεί ότι ο CA 15-3 είναι αυξημένος σε ασθενείς με πνευμονική ίνωση. Σημειώνεται επιπλέον, ότι οι μυοϊνοβλάστες εισφέρουν στην ανάπτυξη της ΙΠΙ Είναι γνωστό ότι ο μετασχηματιστικός παράγων (TGFbeta1) μετατρέπει οριστικά τους ινοβλάστες σε μυοϊνοβλάστες που εκφράζουν ακτίνη λείων μυϊκών κυττάρων (alpha-SMA) κια παράγουν εξωκυττάριες πρωτεΐνες όπως το προκολλαγόνο Α1. Είναι, επίση,ς γνωστό ότι οι ρίζες οξυγόνου που παράγονται από τις οξειδάσες του NADPH (NOXs) ρυθμίζουν την κυταρική διαφοροποίηση. Έχει υποτεθεί ότι το ΝΟΧ μπόρεί να εκφράζεται στους ινοβλάστες του παρεγχύματος  κια λοτι θα μπορούσε να μεσολαβήσει την εκ της διεγέρσεως του TGF beta1 μετατροπή των ινοβλαστών σε μυοϊνοβλάστες. Oι CC λιγανδίνες χημοκίνες (CCL18) έχουν επισταμένα μελετηθεί στο BAL τον ορό και ιστούς ασθενών με ΙΠΙ, καθώς πιστεύεται ότι πρόκειται για ικανό δείκτη που προέρχεται από τα εναλλακτικά ενεργοποιημένα μακροφάγα κύτταρα (εεΜΚ, δηλαδή κύτταρα των οποίων η παραγωγή επάγεται από τις Th2 κυτοκίνες και IL10), που εκφράζονται έντονα στους πνεύμονες (&, &). Τα κυψελιδικά μακροφάγα, ακόμη και σε φυσιολογικές συνθήκες παράγουν ελάχιστα ποσά CCL18, αλλά στους ασθενείς με ΙΠΙ, η παραγωγή είναι υπερ100πλάσια (&) κι έχει, επίσης, γνωστεί, ότι η επαφή και η έκθεση των ινοβλαστών σε φυσικό κολλαγόνο επάγει την αυτόματη παραγωγή CCL18 από τα Μ2, τα οποία, επιπλέον, ρυθμίζουν την παραγωγή κολλαγόνου από τους ινοβλάστες του πνεύμονος. Η CCL18, επιπροσθέτως, έχει κατανοηθεί ως μεσολαβητής θετικής αναδράσεως μεταξύ των κυψελιδικών μακροφάγων και των ινοβλαστών, επάγοντας την εναπόθεση κολλαγόνου στους πνεύμονες. Η αποτελεσματικότητα της CCL18, ως βιοδείκτης για την ΙΠΙ έχει τεκμηριωθεί, μετρώντας τις συγκεντρώσεις του στο BAL, στον ορό, και τα υπερκείμενο του BAL, από μια ευρεία ομάδα ασθενών με ΙΠΙ (&), ιδίως σε ασθενείς με διάσμεσες πνευμονίες και συστηματική σκλήρυνση. Σημειώνεται ότι οι συγκεντρώσεις της CCL18 αντανακλούν με ακρίβεια τις διαταραχές στην TLC και άλλες λειτουργικές παραμέτρους κι έχει, ακόμη, βρεθεί ανάστροφη σχέση μεταξύ της αυτόματης παραγωγής BAL CCL18  και της TLC και TLCO, ενώ, ταυτόχρονα, επισημαίνεται ευθεία σχέση μεταξύ της CCL18 και των ουδετεροφίλων κια των ηωσινοφίλων (&). Οι συγκεντρώσεις στον ορό αντανακλούν με μεγάλη προσέγγιση τις χρονικές εξελίξεις των τιμών της TLCO έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί σε μια προοπτική μελέτη, στην οποία επισημάνθηκε αυξημένη θνητότητα σε ασεθνείς με ΙΠΙ με συγκεντρώσεις στον ορό CCL18 >150 ng/ml έναντι εκείνων με μικρότερες συγκεντρώσεις (p<0.001) (&), που παρακολουθήκαν για διάστημα >6 μηνών. Yψηλές συγκεντρώσεις CCL18 στον ορό συνδυάστηκες με υψηλότερο κίνδυνο δυσμενούς εξελίξεως.  Η CCL18 είναι, επομένως, ένας σημαντικός βιοδείκτης της ενεργότητας των Μ2 μακροφάγων, καθώς οι συγκεντρώσεις του όχι μόνο αυξάνονται στον ορό των ασθενών με ΙΠΙ, αλλά κι, επίσης, σε μικρότερο βαθμό σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα (&) ή ρευματοειδή αρθρίτιδα (&). H επέκταση της μελέτης της CCL18 σε ευρύτερες ομάδες ηλικιών, μπορεί να απολήξει στον καθορισμό της κλινικής χρησιμότητάς της για τη διαχείριση των ασθενών με ΙΠΙ. Η χημοκίνη αυτή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, κυρίως ως προγνωστικός παράγων για την εκτίμηση του προσδόκιμου επιβιώσεως των ασθενών με ΙΠΙ.
Τα κυψελιδικά μακροφάγα μπορούν να απελευθερώσουν και άλλες CC-χημοκίνες, που εμπλέκονται στην ινογένεση, όπως η η λιγανδίνη της χημοκίνης 2 (ή χημοελκυστής των μονοπύρηνων κυττάρων -πρωτεΐνη-1, MCP-1), που, από κοινού με τις CCL3 και CCL4, ανιχνεύονται σε αυξημένες συγκεμντρώσεις σε ασθενείς με ΙΠΙ, παρ΄ότι σε υγιείς (&, &, &, &, &). Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα επίπεδα CCL2, όπως CCL17 και CCL22,  στο BAL συσχετίζονται με την τιμή της TLCO και την PaO2, επί ασθενών με ΙΠΙ (&), ώστε, όπως προτείνουν οι Shinoda et al., (&) οι αυξημένες συγκεντρώσεις των προαναφερομένων χημοκινώνμπορεί να έχουν προγνωστική σημασία επιφυλακτικής προγνώσεως για ασθενείς με ΙΠΙ (&). Οι συγκεντρώσεις της CCL2 μπορεί, επίσης, να αυξάνονται όχι μονο στο BAL αλλά και στον ορό ασθνεών με ΙΠΙ, και οι Suga et al. (&), διαπίστωσαν ότι η κλινική εξέλιξη της παθήσεωςσυσχετίζεται με τις συγκεντρώσεις της CCL2. Η δυνητική ένταξη της CCL2 ως δείκτου της ενεργόττηας κι εξελίξεως της ΙΠΙ φαίνεται, εν τούτοις, ότι περιορίζεται από την χαμηλή της ειδικότητα, καθώς οι συγκεντρώσεις της στον ορό είναι υψηλότερες επί ασθενών με  παθήσεις του συνδετικού ιστού, παρά σε ασθενείς με ΙΠΙ, αλλά και σε κοινές, εξωπνευμονικές παθήσεις, όπως η αρτηριοσκλήρυνση, που αποτελούν συγχυτικούς παράγοντες (&).          |IL8Calgranulin B (S100A9 or MRP14)|

  CCL18 IL8 CCL2 S100A9 MIF
κυτταρική παραγωγή μονοκύτταρα, μακροφάγα, δενδριτικά κύτταρα μακροφάγα, επιθηλιακά κύτταρα μονοκύτταρα, μακροφάγα, ινοβλάστες, επιθηλιακά κύτταρα, ενδοθηλιακά κύτταρα μονοκύτταρα, μακροφάγα, Τ κύτταρα μακροφάγα, Τ κύτταρα
βιολογικά υλικά ορός, πνευμον. ιστός, BAL, ορός BAL ορός, BAL BAL, πν. ιστός πν. ιστός BAL
συγκεντρώσεις επί ΙΠΙ vs μάρτυρες αυξημένες αυξημένες αυξημένες αυξημένες αυξημένες
συσχέτιση με κλινικές παραμέτρους ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΟΧΙ
μελέτες με άλλες ΙΠΙ (ειδικότητα) σαρκοείδωση, NSIP, συστηματική σκλήρυνση, πνευμονία εξ υπερευαισθησίας, αγγειΐτις, διάμεσες πνευμονοπάθειες σχστιζόμενες με το κάπνισμα, σαρκοείδωση, συστγηματική σκλήρυνση ΒΟΟΡ, αγγειΐτις, πνευμονία εξ υπερευαισθησίας σαρκοείδωση, συστηματική σκλήρυνησ, πνευμονία εξ υπερευαισθησίας, ΒΟΟΡ, ΑΙΡ, πυριτίαση σαρκοείδωση, κοκκιωμάτωση Wegener, συστηματική σκλήρυνση, πνευμονία εξ υπερευαισθησίας σαρκοείδωση, κοκκιωμάτωση Wegener, συστηματική σκλήρυνση, πνευμονία εξ υπερευαισθησίας
μελέτες επί άλλων πνευμονοπαθειών κακοήθειες, TBC, άσθμα βρογχιολίτις, καρκίνος, άσθμα, ΧΑΠ, κυστική ίνωση, ARDS κακοήθειες, άσθμα, TBC πν. καρκίνος, πνευμονία, πν. καρκίνος, πνευμονία άσθμα, ARDS

 Calgranulin B (S100A9 or MRP14).
Η καλγρανουλίνη Β είναι μια μικρή, S100 πρωτεΐνη, που έχει την ικανότητα να δεσμεύει Ca++ (&),  που παράγεται από τα μονοπύρηνα, μακροφάγα, τα ουδετερόφιλα, και άλλα κύτταρα, κυρίως, ως απάντηση εξελισσόμενης φλεγμονής (&). Εντοπίστηκε το 2002, στο BAL ασθενών με ΙΠΙ ή σαρκοείδωση, μλέσω πρωτεομικής προσεγγίσεως (&). Οι καλγρουλίνες αποτελούν μέλη μιας οικογένειας ισχυρών χημοελκυστών, φαίνεται ότι αυξάνοντα στο BAL σε περιπτώσεις όπως η κυστική ίνωση, το RDS, η ΧΑΠ (&, &, &) και στην ΙΠΙ (&). ΤΕλευτσία έχει γνωστεί ότι η πρωτεΐνη αυτή διαδραματίζει κρσιμο ρόλο στην παθογένεια της φλεγμονής, του καρκίνου και στις διαδικασίες ιστικής ανδιαμορφώσεως που παρατηρούνται επί ΙΠΙ (&). Αντεπιδρά με πρωτεΐνες εξωκυττάριου δικτύου προάγει τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, και ρυθμίζει την διενδοθηλιακή μετανάστευση των λευκοκυττάρων και την προσκόλληση των ουδετεροφίλων με το ινοδογόνο, μέσω της ιντεγρίνης-β2 (&, &).  Οι αντεπιδράσεις τοης με τους υποδοχείς RAGE, άλλους προϊνωτικοί παράγοντες που εμπλέκονται στη ρύθμιση της εξωκυττάριας αποδομήσεως του εξωκυττάριου δικτύου, επί ΙΠΙ, διευκολύνει τη μετανάστευση των ενδοθηλίων στο διάμεσο χώρο, την προσκόλληση των ουδετεροφίλων στην ινοδεσμίνη, και την ιστική αναδιαμόρφωση επί ΙΠΙ (&). 
Η Καλγρανουλίνη Β υπερεκφράζεται στον καρκίνο του μαστού, του πνεύμονος, του ΓΕΣ, σε αυτοάνοσες παθήσεις (ρευματοειδής αρθρίτις), το σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, στη ΧΑΠ και την κυστική ίνωση (&, &, &, &) και την ΙΠΙ (&). Οι ποσότητες που ανιχνεύονται στο BAL ασθενών με ΙΠΙ είναι, εν τούτοις, πολύ υψηλότερες εκείνων με σαρκοείδωση ή πνευμονική ίνωση επί συστηματικής σκληρύνσεως (& εικόνα 1), όπως καταφαίνεται με ποσοτικές αναλύσεις (ELIZA) ιδίως οφειλόμενες σε δραστική ενεργοποίηση των πολυμορφοπυρήνων (&). Η καταλληλότητα του BAL δείκτη ελέγχου των συγκεντρώσεων της καλγκρανουλίνης Β υποδηλώθηκε, ιδίως, λόγω της αρνητικής συσχετίσεως που αναδείχθηκε με την FVC και την TLCO (&). Οι αυξημένες συγκεντρώσεις καλγκρανουλίνης Β που ανιχνεύονται στο BAL ασθενών με ΙΠΙ και η συσχέτισή τους με τη συγκέντρωση των ουδετεροφίλων στο BAL έχουν επίση,ς επιβεβαιωθεί από τους Korthagen et al., (&), οι οποίοι, επιπλέον, αναγνώρισαν μέτρια αύξηση της πρωτεΐνης στο BAL ασθενών με σαρκοείδωση (&).
Ανασταλτικός της μεταναστεύσεως των μακροφάγων παράγοντας, macrophage migration inhibitory factor, MIF. Πρόκειται για μια πλειοτροπική προφλεγμονώδης κυτοκίνη  που παράγεται από τα ενεργοποιημένα μακροφάγα, που πιθανόν
Συνδεόμενα με καρκινογένεση ενεργοποιημένα μακροφάγα.
Όπως είναι γνωστό, η ανάπυξη του όγκου εξαρτάται από το φλεγμονώδες μικροπεριβάλλον. Οι, εν γένει, συμπαγείς όγκοι προάγουν την διήθηση πληθυσμών λευκοκυττάρων μεταξύ των οποίων τα συνδεόμενα με τον όγκο μακροφάγα (tumor-associated macrophages, TAM) που αποτελούν ένα παράδειγμα της φλεγμονής που επάγει την ανάπτυξη όγκου. Τα ΤΑΜ ενορχηστρώνουν διάφορες εκδοχές του όγκου όπως η απόκλιση των προσαρμοστικών μηχανισμών, η κυτταρική αύξηση, η αγγειογένεση, η εναπόθεση εξωκυττάριας ουσίας, και η ιστική αναδιαμμόρφωση, η κατασκευή τμεταστατικού μυχού, και η παραγματική μετάσταση, και η απάντηση σε ορμόνες και χημοειοθεραπευτικά φάρμακα. Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα ΤΑΜ εμφανίζουν αξιοσημείωτο βαθμό πλαστικότητας και λειτουργικής ετερογένειας,, γεγονός που υποδηλώνει ότι  κατ΄πα τη διάρκεια της αναπτύξεως του όγκου, τα μακροφάγα εμφανίζουν μια φαινοτυπική μεταβολή που, ουσιαστικά, εμφανίζονται ως ενεργοποιημένα μακροφάγα με τον εναλλακτικό τρόπο, δηλαδή ως Μ2, μοεφή, που συνδυάζεται με ανοσοκαταστολή, επαγωγή της αγγειογενέσεως του όγκου και μεταστάσεις. Παρ΄όλο΄ότι σε πρόσφατες μελέτες έχει επιχειρηθεί η προσέγγιση του ρόλου των σημάτων από το μικροπεριβάλλον στον αναπρογραμματισμό των ΤΑΜ, οι ενδοσχέσεις μεταξύ σύμφυτης και προσαρμοσμένης άμυνας αναδύεται ως κρίσιμο βήμα της διαδικασίας αυτής.  Έχει και αλλού επισημανθεί ότι τα λεμφοκύτταρα Β1 εκφράζοντα την IL-10 διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προαγωγή των Μ2 μακροφάγων (&, &). Η ρύθμιση της προσαρμοσμένης άμυνας  από ανοσοκύτταρα της σύμφυτης άμυνας είναι, γενικά, ευρέως αποδεκτή. Αντίθετα, τα κύτταρα της προσαρμοσμένης άμυνας μπορούν επίσης να ρυθμίζουν κύτταρα του σύμφυτου αμυντικού συστήματος.  Ο ρόλος των Β-λεμφοκυττάρων είναι κρίσιμος στην ενεργοποίηση των μακροφάγων. In vitro, οι κλαλλιέργειες μακροφάγων/Β-λεμφοκυττάρων εμφανίζουν γτα τελευταία να προκαλούν πόλωση των μακροφάγων προς ένα συγκεκριμένο φαινότυπο., ποι χαρακτηρίζεται από την υποβάθμιση τηςTNF-α, IL-1β και CCL3, αλλά και την αναβάθμιση της IL-10 με διέγερση από LPS, αλλά και την συμβατική έκφραση των Μ2 -βιοδεικτών και την υπερέκφραση των των εξαρτωμένων από τον TRIF κυτοκινών (IFN-β, CCL5). Από μηχανιστικής απόψεως, ο φαινότυπος αυτός συνδέεται με την αμυντική ενεργοποίηση του NF-κB, αλλά μέσω της οδού TRIF/STAT1. Έχει βρεθεί ότι η IL-10 που προέρχεται από τα Β1-κύτταρα διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην πόλωση των Μ2 Τελικά, η πόλωση που σχετίζεται με τα Β1-λεμφοκύτταρα έχει επιβεβαιωθεί, επίπλέον, στο πρότυπο του μελανώμαστος Β16, όπου η πρπσαρτμοστική μεταγωγή των κυττάρων Β1 επάγει την πόλωση των συνδεόμενων με τον όγκο μακροφάγων.