η βιοπολιτική της γήρανσης

Η βιοπολιτική της γήρανσης
Γ.Α. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ
|η φυσιολογία του γήρατος|
θεωρίες σχετικές με τη γήρανση

Η γήρανση είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία της αναπτύξεως 0των έμβιων όντων, που, πρσώρας δεν έχει ακόμη κατανοηθεί πλήρως. Από φυσικής απόψεως, η γήρανση συνεπάγεται απώλεια αμθεκτικότητας ή των εφεδρειών που θα χρειαζόταν ο κάθε οργανισμός για να ανταποκριθεί στους στρεσσογόνους παράγοντες και αυτή η απώλεια σημαίνει ότι το γήρας είναι επιρρεπέστερο στις προσβολές της υγείας, όπως και σε μια προοδευτική έκπτωση των ζωτικών λειτουργιών. 
  Οι επιδράσεις της γήρανσης ποικίλουν ευρύτατα από άτομο σε άτομο, καθώς υπάρχουν άτομα που συμμετέχουν σε αγών ες δρόμου, στα 82 τους, ενώ άλλοι είναι ανίκανοι και κλινήρεις σε μονάδες χρονίως πασχόντων. 
Στην παρούσα συνοπτική ανασκόπηση περιγράφονται οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί του γήρατος, αναφέρονται οι γνώσεις σχετικά με το προσδόκιμο επιβιώσεως και τους τρόπους που προσδιορίζεται, όπως και οι διάφορες θεωρίες με τις οποίες επιχειρούνται στοχαστικές περιγραφές του γήρατος, των αιτίων και των συνεπειών του.  
   Γαληνός (129-199μΧ):"...πανθ΄όσα γένεσιν και φθορά επιδέχεται" Ο θάνατος είναι ένα τόσο ακατανόητο φαινόμενο, όσο ακαντανόητο είναι -και θα είναι- η ζωή. και ούτε μπορούμε να κατανοήσουμε τη βεβαιότητα του Γκαίτε, που έλεγε ότι 'ό,τι γεννιέται δεν μπορεί να εξαφανιστεί εντελώς"· όχι τουλάχιστον με την έννοια ότι ο θάνατος είναι η κρίσμη εγγενής ιδιότητα της ζωής. Ο θάνατος δεν έχει προβλεφθεί, καθώς δεν έχει, ακόμη, εντοπιστεί ένα σχετικό γονίδιο, εν δυνάμει ικανό να τον προκαλέσει. 
  Με τη βελτίωση της ιατρικής επιστήμης, των συστημάτων περιθάλψεως και των συνθηκών υγιεινής, επετεύχθη εκπληκτική επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβιώσεως |ο πνεύμων των ηλικιωμένων|. Είναι γνωστό, ότι προοδευτικά η ανθρώπινη κοινωνία γηράσκει. Στην  Ιαπωνία, χώρα με τον μεγαλύτερο  πληθυσμό ηλικιωμένων, η αναλογία ατόμων >65 ετών έχει αυξηθεί από 5.7% το 1960, σε 23.1% το 2011. Παρά τη δραστική αύξηση των ηλιωμένων, οι μηχανισμοί της ηλικιώσεως των κυττάρων, των ιστών και του οργανισμού ολόκληρου δεν έχουν με ακρίβεια κατανοηθεί. Το γήρας νοείται ως προοδευτική δομική και λειτουργική έκπτωση των ιστών / οργάνων /οργανισμού, που τους καθιστά επιρρεπείς σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα και τους εκθέτει σε υψηλότερο κινδυνο νοσήσεων και θανάτου (&). Στις θεωρίες της γήρανσης δεσπόζουσα θέση κρατεί η άποψη ότι η γήρανση προκαλείται όχι από τον ενεργό προγραμματισμό γονιδίων, εξ άλλου τέτοια γονίδια δεν έχουν προβλεφθεί, αλλά από τους εξελισσόμενους περιορισμούς στη συντήρηση του οργανισμού με αποτέλεσμα συσσώρευση βλαπτικών επακόλουθων. Διάφοροι χωριοβιονομικοί και οικονομικοί παράγοντες, η μόλυνση του περιβάλλοντος κ.ά.,  επηρεάζουν τις σχέσεις ανάμεσα στην ανάπτυξη, τη συντήρηση, την αναπαραγωγή, την ιστική αποκατάσταση, την διαρκώς προσαρμοζόμενη άμυνα του οργανισμού έναντι ξενοβιοτικών ή ενδογενών παραγόντων φθοράς  με τους μηχανισμούς, μέσω των οποίων η αμυντική προσαρμοστικότητα του οργανισμού διαταράσσεται, με αδρό αποτέλεσμα τις αυξομειώσεις της σωματικής επιβίωσης. Οι διαπλεκόμενοι αυτοί μηχανισμοί απολήγουν στη διαμόρφωση άπειρου αριθμού διακυμάνσεων του προσδόκιμου επιβίωσης, που καθιστούν το μήκος και την ποιότητα ζωής σχεδόν αποκλειστικά ένα ζήτημα τυχαιότητας.

Η κατανόηση της βιοχημικής και βιοπολιτικής βάσης της γήρανσης ερείδεται πάνω στη μελέτη της πολυπλοκότητα των μηχανισμών που προκαλούν τη συσσώρευση βλαβών και της πολύπλοκης σειράς συστημάτων που αποσκοπούν στη διατήρηση της ακμαιότητας των οργανικών συστημάτων και την αναδόμηση των ιστικών απωλειών.  

 Εν τούτοις, πολλοί από τους ηλικιωμένους (>65 ετών) εμφανίζουν χρόνια προβλήματα, και μεγάλη αναλογία αυτών χρειάζονται συχνές και παρατεταμένης διάρκειας νοσηλείες.  Η ηλικίωση είναι σύνθετη εξέλιξη () που συνεπάγεται την έκπτωση των βιολογικών λειτουργιών και αυξημένη επιρρέπεια στις παθήσεις και το θάνατο.  Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε την ηλικίωση, το γήρας και το θάνατο, που σχετίζονται ευθέως με γενετικούς και περιβαλλοντικούς, χημικούς παράγοντες. Κατά τον τρέχοντα αιώνα, έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, με τις οποίες επιχειρείται να ερμηνευτεί το φαινόμενο της γηράνσεως. |θεωρίες γηράνσεως |
[α] η θεωρία της εξελικτικής γηράνσεως (Evolutionary Ageing).  Αν 'ζωή' είναι η δυνατότητα διαρκούς προσαρμογής, στις συνθήκες του εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος, τότε, μπορούμε να πούμε ότι ηλικίωση είναι το τελικό στάδιο της ανεπάρκειας αυτής της υποχρεωτικής προσαρμογής. Ο August Weismann, 1889, παρέδιδε ότι η ηλικία είναι μέρος του 'προγράμματος τη ζωής' επειδή οι ηλικιωμένοι, οφείλουν να παραχωρήσουν το χώρο τους για τις επερχόμενες γενιές. Σύμφωνα με τη θεωρία του  Peter Medawar, η γήρανση μπορεί να εξομοιωθεί με τη φθορά, και συμβαίνει, όπως η χρήση αμβλύνει την κόψη του μαχαιριού, ή η παρατεταμένη έκθεση του σίδερου στην ατμόσφαιρα, όπου υφίσταται συνεχη οξείδωση και τελικά, αποσαθρώνεται, ως σκουριά (August Weismann,  Peter Medawar J. B. S. Haldane. (αναφερόμενοι στο λήμμα:Evolution of ageing Η γήρανση είναι φαινόμενο που μπορεί να παρομοιαστεί ως η εκκένωση της εντροπίας του βιολογικού συστήματος, ως αδρανής ύλη. Είναι μια θεωρία, που συμπίπτει χρονικά με την ανακάλυψη των νόμων της θερμοδυναμικής, οπόταν το γήρας επιχειρήθηκε να εξηγηθεί ως η εκβολή της εντροπίας του βιολογικού συστήματος (του ζώντος οργανισμού).
[β] Η πρώτη σύγχρονη θεωρία της γηράνσεως των θηλαστικών εισήχθη από τον P. Medawar (1952), που βασίστηκε στις σχετικές συζητήσεις, της προηγούμενης δεκαετίας, με τον J.B.S. Haldane (γνωστό για την συμβολή του στη φυσιολογία της Αναπνοής) που επεξεργάζονταν τη θεωρία της "σκιάς της επιλογής". Κατ΄αυτή, υπάρχουν δύο επιλογές: [α] η επιβίωση ενός πληθυσμού μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας του κάθε μέλους του, αλλά ο ρυθμός αναπαραγωγής παραμένει σταθερός και, [β] η πιθανότητα αναπαραγωγής εμφανίζει ένα μέγιστο, στην πρώιμη περίοδο της ζωής, μετά την ωρίμανση του συστήματος αναπραγωγής, και, ακολούθως μειώνεται σταδιακά, με την ηλικίωση του ατόμου, καθώς αυτό εισέρχεται στην 'σκιερά περίοδο της ζωής του. Η θεωρία της σκιερής περιόδου της επιλογής εμπλέκεται στη θεωρία της εξελίξεως (evolutionary theories of ageing), σύμφωνα με την οποία η ασκούμενη πίεση επιλογής επί ενός ατόμου αποδυναμώνεται, καθώς το άτομο ηλικιώνεται και υπερβαίνει το στάδιο της  σεξουαλικής του ωριμότητας, εισερχόμενο σε μια σκιερή περιοχή, στη διαδρομή της ζωής του όπου η 'ετοιμότητα επιλογής' δεν είναι αξιόλογη.
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/6/6e/Selection_shadow.svg/220px-Selection_shadow.svg.pngεικόνα 1. Το γράφημα που εισηγήθηκε ο Medawar to 1940.
Ιστορικά, η γήρανση πρώτη φορά επιοχειρήθηκε να παρομοιαστεί με "φθορά", αλλά αυτή η ιδέα είχε απαξιωθεί κατά τον 19ο αιώνα, όταν επισημοποιήθηκε ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής. Entropy (διαταραχή) πρέπει να αυξήσει αναπόφευκτα μέσα σε ένα κλειστό σύστημα, αλλά έμβια όντα δεν είναι κλειστά συστήματα. Είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής που παίρνει σε ελεύθερη ενέργεια από το περιβάλλον και αδειάζει η εντροπία του ως απόβλητα. Έμβια συστήματα μπορεί να χτίσει ακόμα και οι ίδιοι επάνω από το σπόρο, και συνήθως την επισκευή τους. Δεν υπάρχει ανάγκη για την θερμοδυναμική γήρανση. Επιπλέον, γενική βλάβη ή "φθορά" θεωρίες δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί βιολογικά παρόμοιοι οργανισμοί (π.χ. θηλαστικά) παρουσίασαν τέτοια δραματικά διαφορετική διάρκεια ζωής. Επιπλέον, αυτή η αρχική θεωρία απέτυχε να εξηγήσει γιατί οι περισσότεροι οργανισμοί διατηρούν τον εαυτό τους τόσο αποτελεσματικά μέχρι την ενηλικίωση και στη συνέχεια, μετά την αναπαραγωγική ωριμότητα, αρχίζουν να υποκύμπτουμν ολοένα περισσότερο σε βλάβες, ακόμη και ηπιότερες, με την πάροδο της ηλικίας. Παρ΄όλο ότι η μοριακή  βάση της ηλικιώσεως τελεί πρόσφατα υπό εντατικό έλεγχο, δεν υπάρχει ομοφωνία, ικανή να εξηγήσει πλήρως τις διαηλικιακές εξελίξεις (&). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, γενικά, η ηλικίωση και η μακροβιότης είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα. Αν και όλοι είναι εξοικειωμένοι με το γήρας, η ηλικίωση ορίζεται πολύ δύσκολα, αλλά συχνά εννοείται ως συνάθροιση προβλημάτων υγείας, που απειλούν την περαιτέρω επιβίωση.   Το ενδιαφέρον για την ηλικίωση και το γήρας.
Η ευρωστία του ανοσιακού συστήματος για τον έλεγχο των λοιμώξεων, των επιδράσεων των αλλεργιογόνων και στρεσσογόνων παραγόντων,  συχνά "σφάλλει" κατά την ηλικίωση. Εν τούτοις, ο βαθμός εκπτώσεως δεν είναι σε όλους παρόμοιος, καθώς μεγάλη αναλογία ηλικιωμένων "διαχειρίζεται" καλύτερα τις εξωγενείς επιβουλές. Οι δια-ατομικές διαφορές μπορεί να οφείλονται σε γενετικούς παράγοντες, στις διαφορετικότητες του τρόπου ζωής (διατροφή, κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες, life style, βλέπε ο φαινότυπος της γηράνσεως) καθώς, επίσης και στον τύπο, τη συχνότητα υποτροπών και τον αριθμό των παθογόνων παραγόντων που προσβάλλουν τον οργανισμό, κατά τη διάρκεια της ζωής. 
Κατά τη θεωρία αυτή, οι λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της ζωής, προκαλούν ευδιάκριτες μεταβολές στο ανοσιακό σύστημα, προφανώς ερειδόμενες στην ανατροπή ισρορροπιών οφειλόμενες σε φλεγμονώδεις δραστηριότητες. επίμονες ιογενείς λοιμώξεις, όπως ο μεγαλοκυτταροϊκός, δεν εκριζώνονται ολοσχερώς, και αποτελούν μια συνεχή ώθηση προς την ανοσιακή εξάντληση. Λόγω της ηλικιώσεως, τα άτομα αυτά είναι εκτεθειμένα σε σειρά ανοσολογικών διεγερτών, και ο οργανισμός τους είναι 'θέατρο' αλλεπάλληλων επεισοδίων, που τελικά οδηγούν στη συρρίκνωση των ανοσιακών εφεδρειών και της όλης ανοσολογικής τους ευρωστίας (ανοσογήρανση, ). Πραγματικά, έχει κατανοηθεί ότι η έκπτωση του ανοσιακού συστήματος, με την πάροδο της ηλικίας, ευθύνεται για την αυξημένη επίπτωση και βαρύτητα των λοιμωδών εξάρσεων στην γεροντική ηλικία. Ταυτοχρονική σύγκριση των "τώρα νέων" με τους "τώρα γέρους" αναδεικνύουν μεγάλο αριθμό διαφορών στην κατανομή των κυττάρων ανοσίας στο αίμα και, σε ικανή έκταση, στη λειτουργική ακεραιότητά τους. Πολλές από αυτές τις παραμέτρους διαφέρουν ουσιωδώς από άτομο σε άτομο, με ιστορικό λοιμώξεως από κυτταρομεγαλοϊό, π.χ., ως προς εκείνους που δεν είχαν μολυνθεί, ανεξάρτητα με το ιστορικό μολύνσεων από άλλους ερπητοϊούς. 
Φαίνεται ότι το προσαρμοσμένο αμυντικό σύστημα προσβάλλεται περισσότερο από το σύμφυτο, ιδιαίτερα τα Τ-λεμφοκύτταρα. Πρέπει να σημειωθεί, εν τούτοις, ότι παράγοντες άλλοι, όπως η διατροφή, το περιβάλλον, το ιστορικό παθολογικών και, βέβαια, η γενετική προδιάθεση, μάλλον, παρά η ηλικίωση καθαυτή,  είναι που καθιστούν το άτομο ευεπίφορο ασθενειών και χρόνιας μειώσεως των αμυντικών και αναγεννησιακών του λειτουργιών.
πρωτοπαθή και δευτεροπαθή αίτια της γηράνσεως
Η πρωτοπαθής γήρανση δεν αποδίδεται σ΄ένα συγκεκριμένο αιτιολογικό παράγοντα και σχετίζεται με το άθροισμα των αναμενόμενων μεταβολών, φυσιολογικών, γενετικών, και μοριακών, που επέρχονται κατά τη διαδρομή από τη σύλληψη στο θάνατο (μείωση της οράσεως και της ακοής, επιβράδυνση των κινήσεων, αδυναμία προσαρμογής στις καταπονίσεις, μείωση της αντιστάσεως στις λοιμώξεις κ. ά.). Τα παρεμβατικά (επιθετικά) αίτια της γηράνσεως μπορούν να θεωρηθούν, ως δευτεροπαθή αίτια. και σ΄αυτά υπάγονται οι παθήσεις φθοράς (αποδομήσεως ιστών) και η υιοθέτηση ανθυγιεινών συνηθειών, όπως η απροθυμία ασκήσεως, κάπνισμα, υπερβολική πρόσληψη λιπών, κια άλλων μορφών "αυτοκαταστροφής". |σύνδρομα υπνικής άπνοιας στους ηλικιωμένους|. 
 Η γήρανση, με τη σειρά της είναι η πλέον γνωστή αν και ούτε επίσης κι αυτή κατανοούμενη πτυχή της βιολογίας της ζωής. Έχουν προταθεί κάποιες θεωρίες, αναφορικά με την εμπλοκή της γήρανσης στην πεπρωμένη αλληλουχία της ζωής και του θανάτου. Δεν είναι δηλαδή κατανοητό γιατί η ζωή μέσω της γήρανσης μπορεί μόνο να οδηγηθεί στο θάνατο. Ο Zhores A Medvedev (1990) επιδόθηκε στον εξορθολογισμό της πολυπλοκότητας των -περισσοτέρων από 300- θεωριών για τη γήρανση. Από τις παλαιότερες, εκείνη του Weismann (1882), ο οποίος εστίασε σατην αναγκιότητα της μάλλον παρά στο μηχανισμό (ων) , μέσω του (των) οποίου (ων) επιτυγχάνεται. Ο μηχανισμός της γηράνσεως δεν είναι παρά η προετοιμασία για θάνατο. η διπάθεση του θνητού σώματος προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις για την διεκδίκηση χώρου και τροφής. Η φυσική επιλογή μπορεί να χρησιμοποιήσει ατέρμονη ποικιλία ενδεχομένων συνδυασμών οι οποίες, εκτός των άλλων και ιδίως για αυτό, θα εγγυώντο το αναπόφευκτο της τερματίσεως της ατομικής ζωής. Ο πλέον πολύπλοκος βιολογικός οργανισμός μπορεί να εμπλέκει ένα πολύπλοκο σύστημα γηράνσεως, μια υποχρεωτική διαδρομή προς την εξάντληση, προς την ανυπόστρπετη φθορά. Η διαδρομή αυτή δεν είναι ούτε σταθερών διαστάσεων ούτε σταθερής ποιοτήτων. Η εξάτληση, η περαίωση κάθε ατομικής ζωής θεωρείτια αναγκαία για την πραγμάτωση της αναπτύξεως. Είναι, επομένως, πιθανόν, ότι η πλειάδα διαφορετικών μηχανισμών έχει προβλεφθεί, προκειμένου να καταστεί ο θάνατος αναπότρεπτος· 'ενας τύπος ovetKill - ικανότητας, που δεν επιτρέπει καμμιά πιθανότητα επιβίωσης, μετά την ολοκλήρωση της αποστολής: της τεκνοποίησης.
Οι κλασικές μέθοδοι για την ταξινόμηση των θεριών της ηλικίωσης, προσπαθούν φυσιολογικά να υπογραμμίσουν τις διαορές τους. Οι βασισμένες στις επιστημολογικές θεωρίες αυτές απόψεις δεν ταυτόζονται με τα στοχαστικά συμπεράσματα κια οι θεωρίες που εμπλέκουν μοριακές διασταυρώσεις ως αίτια της γήρανσης είναι ασύμβατες με με εκείνες που υποστηρίζουν τις σωματικές μεταλλάξεις, τη συνάροιση σφαλμάτων κλπ.
   Υπάρχουν,  ασφαλώς, κάποιες θεωρίες περί "ενιαίων αιτιών" που δεν εναρμονίζονται με τις θεωρίες αιτιολογικής  ταξινόμησης. Αλλά οι θεωρίες του ενιαίου ή παγκόσμιου αιτίου δεν μπορούν, κατά κανόνα, να εξηγήσουν το κρίσιμο πρόβλημα της μεταξύ των ειδών διακυμάσεως. Οποιαδήποτε σύγχρονη θεωρία γηράνσεως οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο την σκοπιμότητα της ενηλικίωσης, με την πάροδο του χρόνου, αλλά επίσης και να αριθήσει τους λόγους, για τους οποίους των διαφορετικών ρυθυμών ημικιώσεως από είδος σε είδος, ιστό σε ιστό, ακόμη και στα διαφορετικά κύτταρα τοιυ ίδιου οργανισμού.

Μια αιτιολογική ταξινόμηση των θεωριών του γήρατος είναι διαφορετικό έργο, από τομ έργο που θα απαιτούσε απλά την  ανασκόπησή τους στο πλαίσιο μιας κριτικής ταξινομήσεώς τους. Αφορά, κατ΄αρχάς, σε μια απόπειρα ταξινομήσεως των γνωστών και πιστοποιημένων και εποαληθευμένων μηχανισμών ηλικιώσεως, που πράγματι υπάρχουν και δρουν παράλληλα, αν όχι σε απόλυτο συγχρονισμό.

Μερικές από τις πρώιμες ταξινομήσεις αναφέρονται στις θεωρίες της γηράνσεως, κατά την ιστορική εμφάνισή τους. Έτσι, στις παληότερες θεωρίες,τις ‘προ-θεωρίες’, εντάσονται εκείνες που προτάθηκαν την εποχή πριν την εμφάνιση της σύγχρονης μοριοβιολογίας, η οποία αρχίζει με την αοδοχή της ‘διπλής έλικας’ του DNA και αναφέρονται μόνο για το αμιγώς ιστορικό τους ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα, εν τούτοις, μερικές απ’ αυτές είναι εξαιρετικά αντιληπτικές και μερικές μάλιστα, εξακολουθούν να αναπτύσσονται ακόμη και σήμερα. Μερικοί πιστεύουν ότι οι σύγχρονες θεωρίες είναι συμβατές με τις τρέχουσες επιστημονικές πεποιθήσεις  και δεν αποτελούν παρά προσααρμογές των παλαιότερων, στοχαστικών θερωριών. Η παλαiά θεωρία ότι ‘η γήρανση προκαλείται από τις φυσικοχημικές επιδεινώσεις των βολογικών κολλοειδών’, για παράδειγμα θεωρούνται ως πρόγονοι των φυσικοχημικών θεωριών που ήδη ενσωματώνουν όλες αυτές τις θεωρίες που ‘βλέπουν ‘ τη γήρανση ως το αποτέλεσμα της επιδιενώσεως της ποιότητας και της σύνθεσης των πρωτεϊνών και των πυρημνικών οξέων/ Παρ΄όλο ότι αυτή είναι μια ισχύουσα προσέγγιση εγκαταλείπει πολλές σύγχρονες ανακαλύψεις αταξινόμητες. Υπάρχει μια εμφανής σχέση μεταξύ, π.χ., τη θεωρία της "υστέρησης  των κολλοειδών" και των πλέον σύγχρονων διασταυρούμενων θεωριών. Εν τούτοις, η θεωρία που συνδέει τη γήρανση με την επιδείνωση των επιδορθωτικών μηχανισμών του DNA δεν έχουν θέση στις εν λόγω θεωρίες.

Είναι, επίσης σύνηθες, οι θεωρίες της γηράνσεως να διακρίνονται σε στοχαστκές, προγραμματικές και αναπτυξιακές’ ή να ταξινομούνται ανάλογα με το επίπεδο πολυπλοκότητας των εμπλεκομένων βιολογικών συστημάτων και να διακρίνται σε βέι γενομικών ή μοριακών χαρακτήρων ως κυτταρικές, φυσιολογικές, και οργανικές θεωρίες, που συνιστοπυν μια αποδδεκτή προπσέγγιση. Μερικοί εισάγουν ένα αναπτυιακό σύστημα ταξινομήσεως διακρόιντας τις θεωρίες γηράνσεως για πρωτόζωα, νηματοειδή, έντομα, ψάρια, αμφίβια, και θηλαστικά σε ίδιες ομάδες. Μια ενδιαφέρουσα παρόμοια ταξινόμηση από τον Strehler (1980) o οποίος ταξινόμησε τις θεωρίες της γηράνσεως σε ‘evolutionary (selection for limited lifespan), post-reproductive failure, failure of coordinating systems, pleiotropic side effects of advantageous qualities (clonal ageing, autoimmunity), informational failure (changes in proteins and DNA), structural damage or loss and accumulation of dysfunctional materials (age-pigments, inactive proteins, lytic enzymes, etc.).
Μεγάλη σημασία έχει, τελευταία δοθεί στο τελομερίδιο και την τελομεράση, ως κλείδες της διατηρήσεως της ακμαιότητας των κυττάρων.
Το προσδόκιμο επιβίωσης έχει αυξηθεί σημαντικά σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, από τον προηγούμενο ήδη αιώνα, αν και το μήκος της ζωής έχει παρουσιάσει στασιμότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Καθώς το προσδόκιμο επιβίωσης παριστά το μέγιστο μήκος της ζωής, περαιτέρω αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης μπορεί, μόνο να εξασφαλιστεί με επιμήκυνση της ζωής. Παρόλο ότι λίγα είναι γνωστά, αναφορικά με τους μηχανισμούς της γηράνσεως, η επιμήκυνση της ζωής και η καθυστέρηση των μηχανισμών γήρατος αποτελούν ερευνητικά αντικείμενα στην σύγχρονη εποχή μας. Και επισύρουν  ζωηρές αντιπαραθέσεις μεταξύ των βιογεροντολόγων.
Έχουν προταθεί πολλές θεωρίες, με σκοπό να εξηγήσουν τους μηχανισμούς γηράνσεως, που επικεντρώνουν στις βλαπτικές επιδράσεις του DNA. Πρόσφατα έχει δειχθεί ότι η βράχυνση του τελομεριδίου συνδέεται με τις βλαπτικές επιδράσεις επί του DNA.  Το τελομερίδιο κείται στο άκρο των ευκαρυωτικών χρωμαστοσώμων και συντίθετα από την τελομεράση, τα τελομερίδια έτσι, ελέγχουν  το μήκος των χρωματοσωμάτων. Η απώλεια τελομεριδίου μπορεί να συνεπάγεται βλάβη στο DNA. Έχει αναγνωριστεί η σχέση μεταξύ της γήρανσης των κυττάρων και της βράχυνσης του τελομεριδίου in vitro, καθώς τα στερούμενα τελομεράσης κύτταρα διατηρούνται σε νεαρή ηλικία παρ΄ό,τι εάν εμπλουτιστούν με τελομεράση. Πολλά ανθρώπινα νεοπλάσματα εμφανίζουν έντονη δραστηριότητα τελομεράσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η βράχυνση του τελομεριδίου συνδέεται με την γήρανση των κυττάρων in vivo. Μεταξύ των σχετικών ερωτημάτων στην επιστήμη της γήρανσης κεντρική θέση κρατούν η διερεύνηση των λόγω που προκαλούν μεταβολές στην έκφραση της τελομεράσης σε διάφορους κυτταρικούς τύπους και την επακόλουθη εμφάνιση της πρώιμης γήρανσης.

 Είναι πιθανόν ότι τα κλειδιά για την αποτροπή της γηράνσεως ευρίσκονται στον έλεγχο της έκφρασης της τελομεράσης. Στην ανασκόπησης  που ακολουθεί επιχειρούμε να εντοπίσουμε τος διάφορους μηχανισμούς γηράνσεως  

Η ταξινόμηση αυτή υπογραμμίζει την ενδοσχέση μεταξύ διαφορετικών μηχανισμών, καικ επιχειρεί να συνενώσει όλες αυτούς τος; Διαφορετικούς τύπους σε δύο υποομάδες α] γενετικά προγραμματισμένη γήρανση και, β] γήρανση δευτεροπαθής σε γενετικές ποιότητες (entropic increase). Εν τούτοις, διάφορες δημοφιλείς θεωρίες γηράνσεως όπως η ‘θεωρία των ελευθέρων ριζών’,  ή ‘θεωρία των σωματικών μεταλλάξεων’ ή ‘η θεωρία της αυτοξειδώσεως’ αποκλείονται από τοι γενικό σχήμα. Μερικοί συγγραφείς δεν ακολουθούν μια προδιατυπωμένη αρχή, κατά την ενασχόλησή τους με την ανασκόπηση των θεωριών γηράνσεως και, χρησιμοποιούντες μια ‘λειτουργικά κατάλληλη’ ταξινόμηση επιχειρούν να τις ομαδοποιήσουν σε "οικογένειες"∙ σε θεωρίες σωματικής μετάλλαξης’, θεωρίες ενδοκρινικής εκτροπής, ενιαίες θεωρίες κλπ. Πιστεύω ότοι πρέπει να συμπληρώσουμε όλες αυτές τις προσεγγίσεις με μια επιπλέον, που βασίζεται στις μεθόδους μελέτης ή μεθόδους παρατηρήσεως. Με τη μέθοδο αυτή διευκολύνεται η απόδοση εμφάσεως στην ενδοσχέση και τη συμπληρωματικότητα των διαφόρων θεωριών για τη γήρανση, καθώς επίσης και στην θεώρηση της υπάρξεως πολλών διαφορετικών τύπων γηράνσεως και ελέγχου της ζωής. Είμναι προφανές ότι οι περισς΄τοερες στοχαστικές θεωψρίες για τη γήρανση έχουν ως αφετηρία τη μελέτη των μεταβολών στη διάρκεια της ζωής, ως τέτοια και βασίζονται σε μελέτες επί γηρασκόντων πειραματοζώων. Οι θεωρίες προγραμματισμού χρειάζονται τις γνώσεις που περιγράφουν τα πρότυπα της αναπτύξεως και του τρόπου διαγωγής της ζωής. Οι θεωψρίες αναπτύξεως, από την άλλη, έχουν ως αφετηρία τη σύγκριση των διαφορών του τρόπουη με τον οποίο τα διάφορα είδη διάγουν τη ζωή τους, με διαφορές στα βιοχημικά, γενετικά και φυσιολογικά συστήματα. Οι θεωρίες του ‘βλαπτικού παράγοντος’ μποροπυν να δοκιμαστοπύν μ΄ένα διαφορετικό τρόπο, δηλαδή με την περιαματική βράχυνση ή επιμήκυνση της διπάρκειας της ζωήςυπό την επίρροια συγκεκριμένων παραγόντων.

1.Θεωρίες βασισμένες στις μεταβολές στη διάρκεια της ζωής.

Υπάρχουν περισσ'οτερες θεωρίες σε αυτήν την ομάδα, συγκριτικά με άλλες, και ο αριθμός τους συνεχίζει να αυξάνεται λόγω της ταχείας συγκέντρωσης επιστημονικών γνώσεων περί του χαρακτήρα των ηλικιακών αλλοιώσεων σε διάφορα επίπεδα. Οι παρατηρήσεις των μεταβολών στη διάρκεια της ζωής και οι εξαρτώμενες από την ηλικία παθολογίες, είναι  κοινές την καθημερινή ζωή. Οι επιστήμονες έχουν την τάση να θεωρούν τις μεταβολές αυτές, ως το κύριο αίτιο θανάτου. Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η πλέον απλή, ‘wear - and - tear’,  θεωρία γηράνσεως εμφανίστηκε αρχικά, πρν την αποκάλυψη της υπάρξεως μηχανισμών αναγεννήσεως, πολλαπλασιασμού των κυττάρων, της ανακύκλωσης των πρωτεϊνών και της επιδιορθώσεως των φθορών του DNA. Οι θεωρίες αυτές αργότερα παραμερίστηκαν ως ανεπαρκείς και είναι -πράγματι- προφανές ότι δεν μπορούν να παρέξουν εξηγήσεις περί της παρουσίας διαφόρων παραλλαγών στον τρόπο που τα διάφορα είδη διάγουν τη ζωή τους. Εν τούτοις, στο επίπεδο των ιστών ή μερικών ειδικών κλυττάρων, η φυσιολογική γήρανση ,πορεί να έχει όλα τα στοιχεία του ‘wear -and-tear’. Η ηλικίωση των ερυθρών αιμοσφαιρίων στην κυκλοφορία, π.χ., φαίνεται ως μια πολύ απλή ‘wear-and-tear’ διαδικασία∙ και δεν επηρεάζει τη φυσιολογικό τρόπο που το κάθε άτομο διάγει τη ζωή του. Είναι επιπλέον γνωστό ότι τα δόντια ορισμένων ειδών μεγάλων θηλαστικών αλλάζουν με μια διαδικασία, στην πραγματικόττηα ‘wear-and-tear’. Η απώλειά τους καθιστά τη συνέχιση της ζωής αδύνατη για τα θηλαστικά αυτά, στο φυσιολογικό τους περιβάλλον. H ‘wear- and-tear’ φαίνεται ότι επαληθεύεται και στη ζωή ορισμένων αιωνόβιων δένδρων.    

Όπως προειπώθηκε, οι θεωρίες περί την γήρανση μπορούν να υποδιαιρεθούν σε διάφορες οικογένειες ή υπο-ομάδες στη βάση του χαρακτήρα των μεταβολών που σταδιακά υφίστανται. (διασταυρούμενες γεφυρώσεις, μετασυνθετικές τροποποιήσεις (cross-linking, post-synthesis modification, etc.), στον τύπο των μακρομορίων στα οποία παρέχεται προτεραιότητα (πρωτεΐνες, RNA ή DNA) ή τον τρόπο της οργανώσεώς τους (γονιδίωμα, χρωματοσώματα, κυτταρικές ιστικές και οργανικές λειτουργίες). Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι θεωρίες αυτές συμπληρώνουν η μια την άλλη. Οι απόψεις μας περί της σημασίας της συγκεντρώσεως διασταυρούθμενων ινών κολλαγόνου και άλλων ινωδών πρωτεϊνών (Bogomolets’ theory, 1947) με την οποία συνδέεται η γήρανση με τις λειτουργικές αλλοιώσεις του συνδετικού ιστου΄, και η θεωρία Nagorny’s theory (I 940), με την οποία υπσοτηρίζεται ότι η γήρανση συνδέται με την συγκελντρωση διακυτταρικών αδρανοποιηθέντων μεταπλαστικών πρωτεϊνών λόγω της ανικανότητας των ενζύμων να τις αποδομήσουν. Πολλές μοριακές θεωρίες ηλικακών μεταβολών εμφανίζιονται ως σύγχρονες επανεκδόσεις λειτουργικών και κυτταρικών θεψωριών ή, κόμη πιο σύγχρονες, ως φυσικοχημικές θεωρίες ‘γηράνσεως των κολλοειδών’.         

  Οι θεωρίες διασταυρώσεως των πρωτεϊνών ανεπτύχθηκαν αργότερα, στο πλαίσιο των γενικότερων θεωριών της διασταυρούμενης γεφυρώσεως που εφαρμόζονται όχι μόνο στο κολλαγόνο και σε άλλες ινώδεις πρωτεΐνες, αλλά και στις αντεπιδράσεις μεταξύ πρωτεϊνών και DNA, τη δομή της χρωματίνης, εν γένει, το σχηματισμό των γεροντικών κηλίδων, άλλων παραπροϊόντων κλπ. Διατίθεται ικανός αριθμός εργασιών με τις οποίες καταδεικνύεται η παρουσία συγκεντρώσεων διασταυρώσεων ινών κολλαγόνου και άλλων κυτταρικών δομών με την πάροδο της ηλικίας. Πολλές θεωρίες γηράνσεως παραμένουν επίκαιρες, επειδή περιγράφουν αληθείς διαηλικιακές μεταβολές, παρ΄όλο ότι εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα σωρεία ερωτήσεων, όπως για παράδειγμα: Γιατί συμβαίνουν οι μεταβολές αυτές;  Ή γιατί αυξάνονται οι διαστυρούμενες συνδέσεις; Γιατί αθροίζονται τόσο γρήγορα, στα μικρά πειραματοζωα και τόσο αργά στο ανθρώπινο σώμα; Γνωρίζουμε ότι αθροίζονται αδρανοποιημένα ένζυμα, αλλά δεν γνωρίζουμε γιατί τα ένζυμα αδρανοποιούνται ή γιατί συντίθενται εσφαλμένα; Οι προσπάθειες να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά απολήγει στην ανάδυση νέων θεωριών -ιδίως θεωρίες του ‘βλαπτικού παράγοντα’ και θεωρίες προγραμματισμένου θανάτου των κυττάρων, που επανακτούν τη σημασία τους όταν συνδέονται με αναλύσεις των ηλιακιών μεταβολών. Οι θεωρίες αυτές έχουν αποδειχθεί παραγωγικές στο να εξηγήσουν ικανοποιητικά τους μηχανισμούς μέσω των οποίων επιτελείται η ιστική ηλικίωση, όπως η αθηρωμάτωση των αρτηριών, η γεροντική άνοια κλπ. Εν τούτοις δεν μπορούν να προσφέρουν ικανοποητικές εξηγήσεις αναφορικά με τον διαφορετικό ρυθμό γηράνσως που παρατηρείται ανάμεσα στα είδη και στα άτομα κάθε είδους.

2. Θεωρίες ηλικιώσεως, απότοκες πρωτογενούς βλάβης

Οι θεωρίες αυτές αρχικά βασίστηκαν σε απλές κλινικές και φυσιολογικές παρατηρήσεις. Οποιαδήποτε περιγραφή γηράνσεως περιελάμβανε την απαρίθμηση πολυάριθμων ηλικιακών μεταβολών και ήταν φυσικό να θεωρηθεί ότι κάποιες απ΄αυτές αναμένεται να έχουν κρίσιμη σημασία. Οι μεταβολές του δέρματος, της οράσεως της ακοής, η απώλεια των τριχών της κεφαλής κλπ ήταν ασφαλώς δευτερεύουσας σημασίας, επειδή δεν οδηγούσαν στο θάνατο. Οι μεταβολές στην καρδιά, τα αγγεία, τον εγκέφαλο, τους νεφρούς το ενδοκρινικό σύστημα, το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπιζόνταν πολύ περισσότερο στα σοβαρά. Σε διάφορους συνδυασμούς, οι αλλοιώσεις αυτές ήταν κοινές  φυσιολογικές στις θεωρίες της ηλικιώσεως. Εντούτοις, κάθε προσπάθεια να συνδεθούν με γενετικές, βιομοριακές προσεγγίσεις της ηλικίωσης, απέληγε στην ανάδυση νέων ερωτημάτων όπως (η κυριότερη) γιατί συμβαίνουν αυτές οι μεταβολές; Θεωρείται σχεδόν φυσιολογικό να αναρωτηθεί κανείς γιατί συμβαίνουν παρόμοιες μεταβολές ειδικά με τα σωματικά κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανα και όχι με τα πρόγονα κύτταρα, από τα οποία είναι δυνατόν να παραχθούν κύτταρα από γενηά σε γενηά.  

Είχε από νωρίς καταστεί σαφές στους βιολόγους που ενδιαφέροντο για το φαινόμενο της ηλικιώσεως ότι υπάρχουν κάποιοι βλαπτικοί παράγοντες εξωγενείς και ενδογενείς, που προκαλοπύσαν μεταβολές και ότι οι ικανότητες αναγενν΄σηεως και ανανδομήσεως των ιστών ήταν περιορισμένες, ιδι αίτερα για εξειδικευμένα, μη αναπαραγόμενα κύτταρα. Κατά παράδοση, η διαίρεση των κυττάρων θεωρείται ως διεργασία αναγέννησης. Είναι αυτονόητο ότι οι πρώτες εξηγήσεις για τα αίτια των ηλικιακών μεταβολών, επιχειρούν να τα συσχετίσουν με τοξικά προϊόντα που παράγονται εξωγενώς και ενδογενώς. Μια από τις παλαιότερες θεωρίες της στη ν τοξικότητα οφειλόμενη γήρανση ανήκει στον Metchnikoff , που ενοχοποίησε τις βακτηριακής προέλευσης τοξίνες, στο παχύ έντερο. Συνέστησε μάλιστα τη βρώση γιαουρτιού, με το ποοίο πίστευε ότι, θα   αναχαιτίζοταν η παραγωγή μικροβιακών τοξινών, λόγω μεταβολής του τοπικού pH. Η πεποίθηση αυτή, βασιζόνταν στη νγνώμη του Metchnikoff ότι ακόμη και μια απλή μεταβολή της οξύτητας στο παχύ έντερο  αρκούσε για να ανασταλεί η παραγωγή τοξινών από τα μικρόβια πουη σπαροφυτούν στο παχύ έντερο. Πολλές άλλες διαιτητικές οδηγίες αποβλέπουν στην αποτοξίνωση του οργανισμού και τη διατήρηση έτσι, την ακμαιότητας του οργανισμού και των οργάνων του. Επιχειρείται να διατγηηθεδί η ισορροπίας των πρωτεϊνών, ώστε να μην παράγονται ποσόητες πτοϊόντων του μεταβολισμού τους, όπως η τοξικά παράγωγα της αμμωνίας, η χοληστερόλη και η περιστολή του άλατος, για την παρεμπόδιση της αθηροσκλήρυνσης των αγγείων.

Πρώιμες μορφές της θεωρίας παραγωγής παραπροϊόντων από τον ίδιο τον οργανισμό και ιδίως από τα κύτταρα υψηλής εξειδικεύσως μεταβαλλόταν ανάλογα με τις ανακαλύψεις στοιχείων του μεταβολισμού. ΟΙ πόψεις αυτές ακολούθως παραμερίζονταν, στο μέτρο της κατανόησης των εκκριτικών λειτουργιών μέσω των οποίων εξασφαλιζόταν η ομοιστασία του οργανισμού και η αποτοξίνωσή του με την αποβολή μη πτητικών ουσιών μέσω τολυ συστήματος της μοναμινοξειδάσης. Οι θεωρίες της τοξικότητας στον ύπνο και την εξάντληση εισφέρουν στις εν γένει θεωρίες της τοξικότητας  ως αίτιο γηράνσεως. Ο τεχνητά παρατεινόμενος ύπνος δοκιμάστηκε ως αντιγηριατρική θεραπεία στα τέλη της δεκαετίας 1050∙ ενώ κατάλειπα αυτής της πεποιθήσεως μπορεί κανείς να συναντήσει ακόμη και σήμερα.
  Προσώρας, η πλέον σύγχρομνη θεωρία γηράνσεως είναι η θεωρία της βλαπτικής δράσεως των τοξικών ελευθέρων ριζών (: free radicals, (Harman, 1956, 1981). Όπως και η προηγούμενη θεωρία των τοξικών επιοδράσεων, η θεωρία των οεξιεδώσεων (των ελευθέρων ριζών οξυγόνου) ερείδεται σε πληθώρα πειραματικών επιβεβαιώσεων και προσπάθειες επιβράδυνσης της γηράνσεως με καταναλώση αντιοξειδωτικών φυσικών, όπως η βιταμίνη Ε , το καροτένιο ή συνθετικών, όπως η Ν-ακετυλοκυστεΐνη. Πολλά από τα καλούμενα προϊόντα μακροβιώσεως αποτελούν αντιοξειδωτικά.

Επιπλέον των ενδογενώς παραγομένων βλαπτικών προϊόντων, μερικοί συγγραφείς έχουν επιχειρήσει να συσχετίσουν την ηλικίωση με εξωγενείς τοξικούς παράγοντες, όπως η ακτινοβολία το βαρύ ύδωρ, ιόντα, βαρέων μετάλλων, όπως καταχωρούνται στον επόμενο πινακα. Οι περισσότερες θεωρίες τοξικών παραγόντων γηράνσεως ευρίσκονται σε ισχύ, λόγω της ευχερούς αποδείξεως των τοξικών τους επιδράσεων σε πειραματικές διατάξεις. Σε μη φυσιολογικές καταστάσεις μπορούν να ενεργοποιήσουν επιβραδυντικές της ζωής δράσεις, σε πειραματικές, τουλάχιστον, διατάξεις. Με τις θεωρίες αυτές, επιδιώκεται να απαντηθούν ερωτήματα σχετικά με τις διαηλικιακές μεταβολές, αλλά δεν έχουν ακόμη παρασχεθεί απαντήσεις σχετικές με τις διαφορές μεταξύ των ειδών, ή ακόμη και μεταξύ των ατόμων του ίδιου είδους. Οι θεωψρίες του βλαπτικού παράγοντος όπως και εκείνες της παρόδου της ηλικίας, αποσκοπούν στη εντόπιση μιας παγκόσμιας πρωτογενούς αιτίας γηράνσεως. Προσπάθειες να εξηγηθούν  ανάλογα φαινόμενα έχουν επιχειρηθεί με τις θεωρίες γενετικά προγραμματισμένης γηράνσεως σε σχέση με τις αναγεννητικές ικανότητες.

3. Θεωρίες γενετικά προγραμματισμένης γηράνσεως |γενετικές θεωρίες μακροβιότητας|

Η παρουσία γενετικού ελέγχου της προόδου της ζωής είναι φανερή, από την παρατήρηση της διαφορετικής κατ΄είδος και κατ΄άτομο μέσης διάρκειας της ζωής. Παρατεταμένης και βρχύβιας ζωής οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης  της ζωής του ανθρώπου αναγνωρίζεται στην καθημερινή εμπειρία∙ οι ασφαλιστικές εταιρείες λαμβάνουν υπόψη τους τη διάρκεια του βίου των ανιόντων στγγενών του προς ασφάλιση ατόμου, όπως και τις κατά φύλο διαφορές του προπσδόκιμου επιβίωσης και οι γενετιστές γνωρίζουν την μακροπτερίοδη ζωή των ιβριδίων, επίσης. Όλα αυτά τα φαινόμενα αποτελούν ενδείξεις (στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αμφιβολίες) ότι η διάρκεια της ζωής τελεί υπό γενετικό έλεγχο, που ασκείται με διαφορετικούς  μηχανισμούς μεταξύ των ειδών και των ατόμων σε κάθε είδος. Εν τούτοις, η ζωή είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία, στη διάρκεια της οποίας ανοίγονται άπειρες ευκαιρίες αντεπιδράσεων μεταξύ γενετικών ‘εντολών’, περιβαλλοντικών επιδράσεων, υπό την αμφίσημη εύνοια της τυχαιότητας. Η ανάπτυξη της ζωής επιβάλλει τη θνητότητα των ατόμων για να διατηρηθεί το είδος, αλλά, βέβαια δεν είναι απαραίτητη μια παγκόσμιας εμβέλειας αιτία θανάτου. Η αναγκαιότητα που επιβάλει τον τερματισμό της ζωής και σχεδόν κάθε σε κάθε άτομο εμφανίζεται μ΄ένα ξεχωριστό μορφογενετικό πρότυπο γηράνσεως.  

Τα μορφογεντικά και τα στοχαστικά πρότυπα γηράνσεως μπορεί, εν τουύοις, να συνυπάρχουν, στον ίδιο ατομικό σχηματισμό. Είναι φανερό ότι τα φύλα ενός δένδρου ζουν και πεθαίνουν ανεξάρτητα από τη ζωή και το θάνατο των δένδρων, από τα οποία εκβλάστάνουν. Και σε ακόμη πολυπλοκότερη διαπίστωση είναι ότι ο θύμος αδένας αποδομείται ενώ ο οργανσιμός στον οποίο ανήκει τελεί ακόμη στην ανπραραγωγική περίοδο της ζωής του. Υπάρχουν άπειροι συνδυασμοί μορφογενετικής -ενεργού-  και στοχαστικής -παθητικής- γηράνσεως. Τα έμβια όντα, τα οποία έχουν έναν προορισμένο αριθμό κυττάρων και τα οποία στερούνται περαιτέρω κυτταρικής διαρέσεως, μετά την γενετήσια ωρίμανσή τους, όπως τα έντομα, οι νηματοειδείς κλπ., εμφανίζουν μικρή διάρκεια ζωής (ημέρες ή εβδομάδες),  ενώ έμβιοι οργανισμοί στους οποίους έχει διατεθεί η δυνατότητα αναγέννησης και αναπαραγωγής των κυττάρων τους, έχουν σχεδιαστεί για να ζουν περισσότερο.  Στην περίπτωση αυτή, η αναγέννηση και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων αποτελούν ενεργητικό μορφογενετικό μηχανισμό της παράτασης της ζωής. Ο παθητικός γενετικός έλεγχος της διάρκειας της ζωής μπορεί να εκφραστεί μέσω του σχηματισμού κυττάρων, ιστών και βιολογικών οργανισμών με άλλοτε άλλα επίπεδα αντιστάσεων και μακροβιότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω επαναλήψεων και απωλειών  (διπλασιασμός ζωτικών γονιδίων, ζωτικών κυττάρων, ζωτικών οργάνων κλπ) ή μέσω δομικών σχεδιασμών (τα νεογιλή δόντια είναι λιγότερο ανθεκτικά από τα μόνιμα), οι οπλές διαφέρουν ως προς την ανθξεκλτικότητά τους μεταξύ των οπληφόρων ζώων κλπ. Έχουν καταβληθεί πολλές προσπάθειες να εντοπιστούν γονίδια γηράνσεως, που καθοδηγούν τις ηλικιακές μεταβολές ή γονίδια μακροβιότητας ιδιαίτερα επειδή πολλές μεταλλάξεις που περιγράφονται για τα Podospora, Drosophila ή τα χοιρίδια των πειραματικών εργαστηρίων, μπορεί να αυξάνουν ή να μειώνουν το προσδόκιμο επιβίωσής του, αν και όχι πέραν ενός ορισμένου ορίου.

  Εάν ο κυτταρικός κύκλος είναι ένας τέλειος μηχανισμός  της διάρκειας της ζωής των ιστών., ο μοριακός κύκλος είναι ο τρόπος υποστηρίξεως της μακροβιότητας των υψηλής ειδικότητας κυττάρων, όπως τα νευρικά κύτταρα.  Οι διαδικασίες παραγωγής πρωτεϊνών  και η σύνθεση του RNA (μετάφραση και αντιγραφή) εξαρτώνται με πολλούς τρόπους από τα γονίδια, γεγονός που καθιστά εμφανή την τελική σπουδαιότητα των γονιδίων. Η θεώρηση αυτή κάνει την ιδέα των διαφόρων τύπων ʺγονιδιακού ρολογιούʺ ελκυστική. Η ανακάλυψη της ηλικιώσεως σε καλλιέργειες κυττάρων παρήγαγε πολλές θεωρίες περί της γονιδιακού χρονομετρητή, που καθορίζει την έλευση του γήρατος   (Hayflick & Moorhead, 1961).
Παρόλα αυτά, εάν με τις παρατηρήσεις αναφορικά με τις παραλλαγές  της  ηλικιώσεως και της μακροβιότητας έχει καταστεί προφανής η συνύπαρξη ενός ενεργού προγράμματος ηλικιώσεως με τον παθητικό γονιδιακό έλεγχό της, έχει επίσης αναδυθεί η εμφάνιση πολλών διαφορετικών θεωριών γηράνσεως μάλλον, παρά την παρουσία ενός ενιαίου μηχανισμού ηλικιώσεως. Η τεράστια ποικιλία μορφών της ζωής καθιστά αδύνατη τη εντόπιση ενός τρόπου ηλικιώσεως (σ. 11/24). Είναι σαφές ότι οι μηχανισμοί γηράνσεως είναι διαφορετικοί για τα φυτά και τα ζώα, σπονδυλωτά και ασπόνδυλα. Και από επιστημονικής απόψεως θα είχε κρίσιμη σημασία κάθε προσπάθεια συγκρίσεως των διαδικασιών ηλικιώσεως και των παραλλαγών τους μεταξύ στενότερα διασυνδεδεμένων ειδών. Η ανακάλυψη της πολυποικιλότητας της διάρκειας της ζωής των θηλαστικών, ή άλλων ειδών ζωής χωριστά, αποτελεί, ως φαίνεται το πλέον ενδιαφέρον ζήτημα στον τομέα της έρευνας της μακροβιότητας.       

4. θεωρίες του γήρατος ως εξέλιξη

Οι θεωρίες αυτές φυσιολογικά επιχειρούν να εξηγήσουν τα άπέιρα και ενδιαφέροντα γεγονότα και παρατηρήσεις που έχουν συγκεντρωθεί στον τομέα της συγκριτικής γεροντολογίας. Οι παραλλαγές της διάρκειας της ζωής  είναι άπειρες μεταξύ των διαφόρων ειδών και ίσως των ατόμων σε κάθε είδος, ώστε είναι σημαντικότερη η διερεύνηση της φύσεως αυτών των παραλλαγών, μάλλον, παρά της γενικής εικόνας των μεταβολών με το πέρασμα της ηλικίας. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές προσεγγίσεις στο πρόβλημα αυτό.
Πρώτον, οι ερευνητές προσπαθούν να εντοπίσουν  μια θετική ή αρνητική σχέση μεταξύ των δυνατοτήτων μακροβιότητας με διάφορες γενετικά, βιοϊατρικά, φυσιολογικά, λειτουργικά ή ακόμη και ανατομικά  καθιερωμένες διαφορές μεταξύ των ειδών. Το μέγεθος του σώματος, του εγκεφάλου, η παρουσία του φαινομένου του κυτταρικού κύκλου, ο ρυθμός της παροχής ενέργειας από τον μεταβολισμό, η δράση ορισμένων ενζύμων και ο ρυθμός επανάληψης ορισμένων γονιδίων, φαίνεται ότι αποτελούν κρίσιμες κλείδες που καθιορίζουν τα χαρακτηριστικά της γηράνσεως. Από τις διαφορές αυτές μπορεί να παραχθεί μια θεωρία γηράνσεως ή μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες για την εκτίμηση της αξίας των θεωριών ‘του βλαπτικού παράγοντος’ ή του ηλικιακού μετασχηματισμού είναι ασφαλέστεροι οδοί έρευνας του μυστηρίου της ηλικιώσεως.  

Δεύτερον, η μελέτη της ηλικιώσεως στην εξέλιξη αποκαλύπτει κάποιες οριστικές διαφορές στους χαρακτήρες της διαδικασίας γηράνσεως μεταξύ των διαφόρων ειδών. Η προσέγγιση αυτή ματαιώνει το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας αιτίας γηράνσεως για το κάθε είδος ή άτομο εντός του είδους του. Θεωρεί την ηλικίωση ως γενετικά προγραμματισμένη ή προκαθορισμένη μέσω πραγματικά διαφορετικών μηχανισμών. Στον πίνακα 5 καταχωρούνται μερικές θεωρίες εξελίξεως. Είναι εύκολη η παρατήρηση ότι κάποιες απ΄ αυτές επικαλύπτονται και παριστούν  αναπτύγματα των θεωριών της ηλικιακής μεταβλητότητας ή της προγραμματισμένης ηλικιώσεως, ενώ άλλες είναι προσαρμογές, βελτιώσεις προηγουμένων, υπό το φως των νέων ανακαλύψεων. Οι υποθέσεις ότι τα αντιοξειδωτικά είναι κρίσιμης σημασίας για την μακροβιότητα είναι εμφανείς συνέπειες  των θεωριών της εξαρτημένης από την οξειδωτική δράση των ελεύθερων ριζών θεωρία της γηράνσεως και δεν αποτελούν παρά συμπληρώματα των θεωριών περί του μηχανισμού γηράνσεως. Οι εξελικτικές θεωρίες γηράνσεως εμφανίστηκαν ως επεκτάσεις των γνώσεών μας, σχετικά με τις ηλικιακές μεταβολές στα διάφορα είδη. Οι περισσότερες εξ αυτών εξάλλου βασίστηκαν σε ταυτοχρονικές παρατηρήσεις μεταξυ νέων, μεσηλίκων και ηλικιωμένων ατόμων του υπό μέλετη είδους και όχι, όπως έπρεπε σε διαχρονικές μελέτες. Έτσι, οι ιδιαιτερότητες των ατόμων αλλοίωσαν τη συμπεριφορά του είδους τους.

Η πρώτη συγκριτική επιστημονική, εξελικτική θεωρία γηράνσεως προτάθηκε από τον Rubner 1908, ο οποίος παρατήρησε μια αρνητική σχέση μεταξύ μακροβιότητας και του ‘ρυθμού ζωής’, εκφραζομένης από την ποσότητα ενέργειας που είναι αναγκαία για τις συγκεκριμένες αυξήσεις του βάρους για την ανάπτυξη του σώματος. Η θεωρία αυτή έχει υποστεί κριτική, λόγω των πολλών εξαιρέσεών της, ακόμη και μεταξύ των θηλαστικών. Εντούτοις, η υποκείμενη αρχή παραμένει εν ισχύ, κι έχει ευθεία σύνδεση με πολλές άλλες θεωρίες, όπως η θεωρία των ελευθέρων ριζών, η οποία μπορεί να κατανοηθεί ως σχέση του ρυθμού μεταβολισμού και του ρυθμού της οξειδωτικής βλάβης.  Πειράματα σχετικά με την μακροβιότητα και τη σχέση της με δίαιτες περιορισμού των προσλαμβανόμενων θερμίδων αναδύθηκαν ΟΙ βασικές αρχές της θεωρίας αυτής παραμένουν σε ισχύ και, επίσης, συνδέονται με άλλες θεωρίες, ακόμη και  αν αυτή έχει συχνά επικριθεί, λόγω των πολλών εξαιρέσεών της, ακόμη και στο βασίλειο των θηλαστικών. Μεταξύ των άλλων θεωριών με τις οποίες συνδέονται οι αρχές της θεωρίας του ισοζυγίου μεταξύ παραγωγής ενέργειας και οξειδωτικών δράσεων, είναι και εκείνη των ελέυθξερων οξειδωτικών ριζών οξυγόνου. Οι ελέυθερες ρίζες οξυγόνου είναι παραπροϊόντα του μεταβολισμού κι, επομένως, η παραγόμενη ποσότητά τους ανάλογη με την ένταση του μεταβολισμού. Αρχικά υπαγορεύτηκαν πειράματα παρατηρήσεως της επιδράσεως της μεταβολικής εντάσεως στην μακροβιότητα, κυρίως μέσω ρυθμισμένου περιορισμού λήψεως θερμίδων. Η θεωρία της συσχετίσεως του μεγέθους του εγκεφάλου προς την μακροβιότητα (Sacher, 1966) δεν είναι αμιγώς ανατομική θεωρίαˑ και είναι γνωστό ότι η αύξηση του μεγέθους του εγκεφάλου απολήγει σε αύξηση των πληροφοριών που πρέπει να μεταφερθούν από τους ανιόντες στους κατιόντες μέσω οδηγιών, μάλλον, παρά μέσω γονιδίων. Αλλά η διαδικασία αυτή χρειάζεται χρόνο. Εξάλλου οι μεγαλύτεροι εγκέφαλοι και οι υψηλότερη νοημοσύνη παράγει την ικανότητα ρυθμίσεως του περιβάλλοντος και μειώσεως των βλαπτικών και άλλων παραγόντων θνητότητας, που συναντιόνται σ΄ένα ‘άγριο’ περιβάλλον. Η σχέση του σωματικού βάρους με την μακροβιότητα έχει ερμηνευτεί με απλό τρόπο: Τα μεγάλα ζώα, έχουν κατά κανόνα, χαμηλότερο επίπεδο ελεύθερης δραστηριότητας μειωμένη καρδιακή συχνότητα, μειωμένο ρυθμό αναπαραγωγής,  αργότερη ενδομήτρια και εξωμήτρια ανάπτυξη. Για την επιβίωσή τους χρειάζονται μεγαλύτερο διάστημα από την όλη ζωή τους. Ο Homo sapiens επίσης χρειάζεται επιπλέον διάστημα από τη ζωή του για να αναπτύξει τη διάλεκτο που θα ομιλεί, στο υπόλοιπό της  . (Economos, 1982 β). Από τις εξελικτικές θεωρίες της ηλικιώσεως έχουν εκπορευτεί πολύ ενδιαφέρουσες παραλλαγές (οι θεωρίες των σφαλμάτων), καθώς έχει υποστηριχθεί ότι η εξέλιξη μπορεί να τροποποιήσει το ρυθμό συγκεντρώσεως μοριακών ‘σφαλμάτων’ όχι μόνο αποκλίσεις της ακρίβειας της συνθέσεως και αναπαραγωγής, αλλ΄επίσης και με την τροποποίηση διαφόρων επιδιορθωτικών ενδογενών συστημάτων, τα οποία, έτσι, παύουν να επιτελούν την αποστολή τους ή την επιτελούν μόνο αποσπασματικά. Στον οργανισμό υπάρχουν πολυάριθμα επιδιορθωτικά, όπως και αντιγραφικά συστήματα στη βιοσύνθεση των πρωτεϊνών, μεταξύ των οποίων η ικανότητα επιλογής των προς αποδόμηση αλλοιωμένων και ανωμάλων μορίων πρωτεΐνης. Η σύγκριση της ικανότητας των συστημάτων αυτών μεταξύ των διαφόρων ειδών, αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό της αξιολογήσεως των θεωριών των ‘σφαλμάτων’ και της πιθανότητας μετατροπής τους σε συστήματα ελέγχου ‘πιστότητας’, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους όχι μόνο παράγοντες που προκαλούν  σφάλματα αλλ’ επίσης διαδικασίες και μηχανισμούς διορθώσεως και αναδομήσεως.

Μια από τις κυριότερες και τις πλέον δημοφιλείς θεωρίες της ηλικιώσεως η θεωρία της συγκεντρώσεως σωματικών εξαλλαγών ( Curtis, 1966) που ανήκει όχι μόνο στην ομάδα ʺθεωριών της μεταβολής με την πάροδο της ηλικίαςʺ, αλλ΄επίσης και στην ομάδα των θεωριών της εξελίξεως. Οι κύριες θέσεις της θεωρίας αυτής έχουν παραληφθεί όχι τόσο από τη σύγκριση μεταλλάξεων μεταξύ νέων και ηλικιωμένων ατόμων ενός είδους, αλλά ιδίως από την ερμηνεία των ρυθμών μεταλλάξεων των θηλαστικών με διαφορετικό μέγεθος της ζωής τους. Η θεωρία αυτή συμπληρώνει τη θεωρία ʺσφάλματοςʺ, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, καθώς και της θεωρίας της διορθώσεως του DNA. Εξηγεί με γενετικούς όρους τα παρατηρούμενα γεγονότα, τα οποία άλλες θεωρίες επιχειρούν να εξηγήσουν με μοριοβιοχημικούς όρους.

7. ιστο-ειδικές θεωρίες ηλικιώσεως 

Οι θεωρίες που έχουν ήδη αναφερθεί εξηγούν τους παράγοντες που εμπλέκονται στην ηλικίωση και το μήκος της ζωής.  Εν τούτοις, είναι γνωστό ότι  τα όργανα, οι ιστοί και τα διαφοροποιημένα κύτταρα έχουν διαφορετικά μεταξύ τους πρότυπα ηλικιώσεως και άλλοτε άλλο μήκος της ζωής τους.  Η ηλικίωση του νευρικού συστήματος, π.χ., είναι πολύ διαφορετική από την ηλικίωση των αρτηριών, ή του δέρματος, και η γήρανση των εγκεφαλικών κυττάρων είναι διαφορετική από εκείνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων στην κυκλοφορία ή των ενεργητικά διαιρούμενων επιθηλιακών κυττάρων στο έντερο. Η γεροντολογία μελετά όλες αυτές τις ιστο-ειδικές και να εξηγήσει στη βάση της εξελίξεως. Η ιστο-ειδική θεωρία γηράνσεως είναι οικειότερη στην Ιατρική επειδή, στην πράξη, οι γιατροί δεν αντιμετωπίζουν το γήρας ως ένα γενικό φαινόμενο, στα πλαίσια της θνητότητας των ατόμων, αλλά ως  ως ιστο-ειδικές παθολογίες, όπως, π.χ.,  η αθηροσκλήρυνση, οι καρδιοπάθειες, η νεφρική ανεπάρκεικα, η γεροντική άνοια, ο καρκίνος, η μείωση της οράσεως και της ακοής, και εκατοντάδες άλλες εκπτώσεις της ακμαιότητας των διαφόρων οργάνων, που εμφανίζονται με τον δικό τους τρόπο και σε ξεχωριστή αναλογία σε κάθε γηράσκοντα οργανισμό. Η ηλικιακή κάμψη των διαφόρων φυσιολογικών λειτουργιών έχει πολύ διαφορετικούς ρυθμούς (Shock, 1956) και, πιστεύεται ότι όλες αυτές οι λειτουργίες είναι κρίσιμης σημασίας για τη μακροβιότητα. Μεταβολές στους πνεύμονες, τα αιμαγγεία, στην καρδιά, στο ήπαρ κλπ., είναι σοβαρές εκτιμήτριες του προσδόκιμου επιβίωσης, ενώ μεταβολές στα κυκλοφορούντα ερυθρά αιμοσφαίρια, στη λεύκανση ή την απώλεια των μαλλιών, η συρρίκνωση του θύμου ή, ακόμη και η απώλεια της ικανότητας αναπαραγωγής, δεν επηρεάζουν το προσδόκιμο επιβίωσης. Πολλές ηλικιακές μεταβολές είναι, πράγματι, ασυμβίβαστες με την παράταση της ζωής στο φυσικό της περιβάλλον (απώλεια οράσεως, ακοής, δοντιών), αλλά δεν απολήγουν στην μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης εντός των ορίων της σύγχρονης κοινωνίας μας. Αρκεί, βέβαια, η σύγχρονη κοινωνία μας να είναι ανθρωποκεντρικά οργανωμένη. Η ανάλυση των διαηλικιακών μεταβολών σε επιμέρους όργανα – συστήματα  οδηγεί στη ανάπτυξη θεωριών σχεδιασμένων να εξηγήσουν μη ενιαίους τρόπους γηράνσεως. Υπάρχουν, π. χ., διάφορες παθογενετικές θεωρίες για την αθηροσκλήρωσή πολλές θεωρίες για την εξαρτημένη από την ηλικία καρκινογένεση, την γεροντική άνοια, τις μεταβολές του κρυσταλλοειδούς των φακών,  κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία  ευρύτερων θεωριών περί τους μηχανισμούς της γηράνσεως. Είναι γνωστό ότι η αθηροσκλήρωση συνδέεται με τον μεταβολισμό της χοληστερόλης που δεν αφορά μόνο τα αιμοφόρα αγγεία. Οι εναποθέσεις χοληστερόλης διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο σε μια σειρά άλλων παθήσεων,  από τους νεφρούς και τη χοληφόρο κύστη, ενώ ο σχηματισμός αθηρωματικών πλακών έχει, πρόσφατα δειχθεί ότι εξαρτάται από συγκεκριμένες σωματικές μεταλλάξεις μεταβολές μερικών ινωδών πρωτεϊνών, αποτιτανώσεις κλπ. (Adams, 1964; Ross & Glomset, 1973).  Οι θεωρίες της αθηροσκλήρυνσης αποτελούν κεφάλαια της γενικής θεωρίας της ηλικιώσεως. Οι σωματικές μεταλλάξεις αποτελούν επίσης θεωρητικές προσεγγίσεις της καρκινογένεσης, ενώ η συγκέντρωση διασταυρώσεων μεταξύ πρωτεϊνικών μορίων σχετίζονται με τη γήρανση του οφθαλμού, του δέρματος και του συνδετικού ιστού. Αυτο-οξειδώσεις και, γενικά,  σχετικές θεωρίες οξειδώσεως σχετίζονται στενότερα με την ηλικίωση του ήπατος, ενώ η συγκέντρωση λιποφουσκίνης  παρατηρείται κυρίως στα νευρικά και μυϊκά κύτταρα.
  Στην πραγματικότητα, ο ρυθμός γηράνσεως κάθε οργανισμού καθορίζεται από τον επιμέρους ρυθμό γηράνσεως καθενός από τους ιστούς που τον απαρτίζουν. Ο ρυθμός γηράνσεως κάθε ιστού του οργανισμού μας ελέγχεται από ίδιο μοντέλο δόμησης εξηγούμενο από μια θεωρία ηλικιώσεως ή ένα συνδυασμό τους. H καταγραφή των  ατομικών  θεωριών γήρανσης είναι, φυσικά, πολύ εκτεταμένη και αποτελεί αντικείμενο συστηματικής ανασκοπήσεως.  

8. μαθηματικές και φυσικομαθηματικές  θεωρίες ηλικιώσεως
 
Τα μαθηματικά μοντέλα γήρανσης δεν εξηγούν τη διαδρομή προς την ηλικίωση σε όλη της την πολυπλοκότητα.  Η θεωρία του καταστροφικού λάθους (Orgel, 1963) θεωρήθηκε αρχικά ως ένα μαθηματικό μοντέλο γήρανσης, όπως και η θεωρία ‘hit’ του  Szilard (I 959)που θεωρείται πρότυπη θεωρία ηλικιώσεως, απογτελούν στην ουσία φυσικομαθηματικά πρότυπα ηλικιώσεως. Τα πλεονεκτήματα των μαθηματικών προσεγγίσεων της ηλικιώσεως στα βιολογικά φαινόμεναέχουν αποσαφηνιστεί μετά απ΄πο την εποχή των κλασικών πειραμάτων του Gregor Mendel επί του υβριδισμού των φυτών.

 Εν τούτοις, τα σύγχρονα ενδιαφέροντα των μαθηματικών και των θεωρητικών φυσικών  σε προβλήματα της βιολογίας ιχνηλατούνται στο βιβλίο του Shrondiger  what is life? (1945). Οι μαθημξατικές προσεγγίσεις έχουν αποδειχθεί αρκετά παραγωγικές σε διάφορα περδία της γενετικής και της μοριακής βιολογίας. Η εισαγωγή των μαθηματικών στις θεωρίες της γεροντολογίας λέγεται ότι οφείλεται στους Sacher (1956) και Strehler & Mildvan (1960), οι οποίοι απέδειξαν ότι είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για την κατάλληλη ανάλυση της θνητότητας και της πιθανής φύσεως της ηλικιώσεως. Αργότερα, πολλοί άλλοι συγγραφείς ανέπτυξαν μαθηματικά μοντέλα επί μοριακής, λειτουργικής κυτταρικής και άλλδες κορφές γηράνσεως . (Hirsch, 1974; Reiner, 1978; Skurnik & Kameny, 1978; Witten, 1974; Grodzinsky et al., 1987), the evolution of ageing (Anderson & King, 1970; Kirkwood & Holliday, 1979; Lindstedt & Calder, 1981, Hoffman, 1981) and age-related mortality in populations (Forbes et al., 1970).

9. ενιαιοποιημένες -σύνθετες- θεωρίες ηλικιώσεως

Πολλοί γεροντολόγοι και βιολόγοι διαπιστώνουν με σαφήνεια ότι η ηλικίωση δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση μια απλή αιτία, και ότι οι θεωρίες απλής αιτίας γηράνσεως  είναι εντελώς περιορισμένης αξίας. Ταυτόχρονα, σχεδόν όλες οι προαναφερόμενες θεωρίες έχουν κάποια αξία, εφόσον έχουν κάποια βάση και συχνά αλληλεπικαλύπτονται. Κανείς πλέον δεν αμφιβάλλει ότι οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου παριστούν ένα βλαπτικό παραπροϊόν του μεταβολισμού του οξυγόνου και ότι οι ελεύθερες ρίζες που δεν αδρανοποιούνται αμέσως, από ειδικά ένζυμα, όπως οι δεσμουτάσες, οι περοξειδάσες, καιμ οι καταλάσες, μπορούν να προκαλέσουν σωματικές μεταλλάξεις σφάλματα στη σύνθεση των πρωτεϊνών ή βλάβες στο DNA. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές βλάβης οφείλονται στις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου. Πολλά διαφορετικά είδη ενδογενών και εξωγενών τοξινών  και μεταλλαξιογόνων ουσιών, οι αυτόματοι σχηματισμοί νουκλεοτιδικών αναλόγων και αμινοξέων, και φαινόμενα μετασυνθετικής τροποποίησης πρωτεϊνών ή ακόμη και μια απλή ανατροπή της διαθεσιμότητας των αμινοξέων και των νουκλεοτιδίων στη σύνθεση των πρωτεϊνών,  των νουκλεϊνικών οξέων και πολυάριθμων άλλων παραγόντων παράγουν μεταβολές, σφάλματα και μεταλλάξεις.  Οι θεωρίες μεταλλάξεων και σφαλμάτων ως αιτιολογία της γηράνσεως μπορεί, βέβαια,  να μη μπορούν να εξηγήσουν πολλές μορφογενετικές και γενετικά καθορισμένες περιπτώσεις γηράνσεως δεν περιορίζουν την αξία των στοχαστικών και τυχαίων γεγονότων όπως τα σφάλματα, οι μεταλλάξεις και άλλες διαταραχές της εν γένει, πληροφορίας. Η αναστολή του προγραμματισμένου θανάτου που είναι συνδεδεμένη με την αναπαραγωγή, π.χ., με τον ευνουχισμό, στα ζώα και τα φυτά, μπορεί να απολήγουν σε δραστική επιμήκυνση της ζωής αλλά δεν περιορίζει τη βραδεία έλευση του γήρατος, ως μια εναλλακτική  εναλλαγή. Το προηγούμενο μπορεί αν είναι ένδειξη ότι η προγραμματισμένη γήρανση είναι μια δευτερεύουσα διαδικασία που επικαλύπτει και συνυπάρχει με άλλες βασικότερες μορφές γηράνσεως, Εξάλλου, οι βασικοί μηχανισμοί γηράνσεως μπορεί να έχουν περισσότερες συνυπάρχουσες εκφράσεις και μερικές απ’ αυτές μπορεί να τελούν υπό στενότερο γενετικό έλεγχο, παρότι άλλες.
Η πολυπλοκότητα των μηχανισμών γηράνσεως έχουν καίρια οδηγήσει στην ανάληψη προσπαθειών συνδυασμού πολλών θεωριών γηράνσεως, με τους οποίους λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες και διαδικασίες. Η πρώτη σύνθετη θεωρία, με την οποία επιχειρήθηκε να συνδεθούν γενετικά, βιολογικά, και κυτταρικά φαινόμενα γηράνσεως σχηματοποιήθιθηκε από τον Stechler (1959).Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίστηκε στην αξιολόγηση  πολλών νέων θεωριών ‘απλών αιτιολογιών’ ή απόψεων  που προτάθηκαν αργότερα, υπό το φώς νέων ανακαλύψεων. Απλά, κατάδειξε την ανάγκη της ενημέρω΄σεως σύνθετν θεωριών προς σχηματισμό ολοκληρωμένων νέων προτάσεων και ιδεών. Είναι, επίσης, εύλογη η προσπάθεια της δημιουργίας περισσότερο εξειδικευμένων ενιαιοποιημένων θεωριών, π.χ., μοριακών, γενετικών κλπ  απόψεων της γηράνσεως. Παρόμοιες προσπάθειες έχουν επανειλημμένα αναληφθεί ή με τη μορφή ανασοππήσεων διαφόρων ομάδων θεωριών (Medvedev, 1966; 1980; Comfort, 1979; Rothstein, 1982; Olson, I 987), ή από τους εισηγητές των διαφόρων θεωριών, με σκοπό την ολοκλήρωση της θεωρίας τους εντός των πλαισίων του δικτύου διαφορετικών θεωριών (Kirkwood & Holliday, 1979; Kirkwood, 1984; Holliday, 1984; Hart et al., 1979; Sacher, 1980; Cutler, 1985; Strehler, 1986).