αναστολείς φωσφοδιεστεράσης 4

Αναστολείς φωσφοδιεστεράσης 4 - ροφλουμιλάστη

Η ροφλουμιλάστη είναι ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο που δρα, ως εκλεκτικός ανταγωνιστής της φωσφοδιεστεράσης 4 (IPD4). έχει δειχτεί ότι επιφέρει αναστέλλει τις παροξύσνεις σε σθενείς τύπου D (βρογχίτιδα), με βήχα και απόχρεμψη, που βιώνουν συχνές παροξύσνεις (&, &). Η φωσφοδιεστεραση 4 υδρολύει και αδρανοποιεί εκλεκτικά το κυκλικοαδενοσιμομονοφωσφορικό οξύ. Επομε΄νως, η αναστολή της φωσφοδιεστεράσης 4 απολήγει σε αύξησ του cAMP στα κύτταρα, αναστέλλοντας τις περισσότερες από τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις και την ιστική ανσδιαμόρφωση που εξαρτάται από τα κύτταρα αυτά (&).   Σε μια πρόσφατη μελέτη έχει διχεθέι ότι η ροφλουμιλάστη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση των παροξύνσεων, και τη βλετίωση της δύσπνοιας, και της πνευμονικής λειτουργίας σε ασθενείς με φαινότυπο D (:χρόνια βρογχίτιδα με συχνές παροξύνσεις), από κοινού με ένα μακράς δράσεως Β2-αγωνιστή, χωρίς την επίταση των παρενεργειών του (&). 

An external file that holds a picture, illustration, etc.Object name is 1465-9921-12-18-2.jpgσχήμα 4. δείκτες συχνότητας και 95% CI για τη μείωση της συχνότητας των παροξύσεων, με ροφλουμιλάστη, σε ασθενείς με ΧΑΠ-καθ έξιν παροξύνσεις, φαινότυπου D (οι μπάρες σφάλματος παριστούν τα 95% όρια αξιοπιστίας (&).

Επομένως, είναι ένα φάρμακο κατάλληλο για τον φαινότυπο D (χρόνια βρογχίτις με καθ΄έξιν παροξύνσεις). Οι ευνοϊκές του επιδράσεις στην αναχαίτιση των παροξύσνεων ενιχύονται, περαιτέρω, με συγχορήγηση με ένα φάρμαακο LABD (ΛΑΒΑ ή LAMA). Επιπλόεν, απολήγρει σε βελτίωση του FEV1,μεταξύ 50-70 ml., πέραν της αυξήσεως που εξασφαλίζεται με σαλμετερόλη ή τιοτρόπιο (&, &). Τόσο η ροφλουμιλάστη, όσο και τα ICS είναι αντιφλεγμονώδη φάρμακα, παρ΄όλο ότι ο τρόπος δράσεως είναι διαφορετικός. Τα αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές, στις οποίες τα δύο φάρμακα συγχορηγήθηκαν απέδειξαν ότι τα δύο φάρμακα είναι ασφαλή κια ότι η ροφλουμιλάστη διατηρεί την κλινική της αποδοτικότητα (&). Χορηγούνται σε ασθενείς που καταρύχονται με συχνές παροξύνσεις κια συχγορηγούνται πάνρτα με LABD. Η συγχορήγησή της με θεοφυλλίνη δεν ενδείκνυται. 

Στην προαναφερόμενη μελέτη, αναγνωρίστηκε αυξημένη συχνότητα διαρροιών (7.6%-19,1%) σε ασθενείς υπό ροφλουμιλάστη, διάρκειας 11-13 ημερών, από της ενάρξεως της θεραπείας. Η ένταση της διάρροιας πρέπει να αποτιμάται σε κάθε περίπτωση προκειμένου να αποφασισθεί εάν η θεραπεία με ροφλουμιλάστη θα διακοπεί ή θα συνεχιστεί. Λόγω της παροδικότητας της παρενέργειας αυτής, και εκ του γεγονότος ότι η ροφλουμιλάστη είναι ένα αποδεδειγμένο αποδοτικό φάρμακο στη θεραπεία της ΧΑΠ, είναι ενδεχόμενο ότι μνερικές περιπτώσεις μπορεί να ωφεληθούν, εάν κατά την έναρξη της θεραπείας λάβουν αντιδιαρροϊκή θεραπεία. Ο μηχανισμός της διάρροιας δεν είναιν γνωστός, αλλά φαίνεται ότι σχετίζεται με τα αυξημένα επίπεδα του cAMP  στα εντερικά επιθηλιακά κύτταρα που προκαλεί ανατροπή της ισορροπίας Na+ και K+  που, με τη σειρά της προάγει την υπερέκκριση από το έντερο. Η ρακεκαντοτρίλη (Hidrasec caps 100 mg) είναι εκλεκτικός αναστολεάς της εγκφαλινάσης που είναι δραστική από του στόματος. Αποδομεί την εγκεφαλίνη που αφθονεί στο έντερο και είναι υπεύθυνη για την ανταλλαγή ηλεκτρολυτών, τοπικώς. Σημειώνεται ότι η εγκεφαλίνηασκεί αντιεκκριτικές δράσεις στο έντερο, αναστέλλοντας το cAMP, (που αυξάνει η ροφλουμιλάστη). Έτσι, η ρακεκαντοτρίλη ανατέλλει ταχέως την διάρροια που επάγει η ροφλουμιλάστη, χωρίς να προσθέτει, με τη σειρά της παρενέργειες και χωρίς να αλλοιώνει τη χλωρίδα του εντέρου (&). Αντίθετα, με τα οποιοειδή, το φάρμακο αυτό δεν δεν εμφανίζει κεντρικές ή περιφερικές παρενέργειες

στατίνες

Η πλειοτροπική δράση των στατινών τόσο στην τοπική, όσο και στη συστηματική φλεγμονή, μέσω αναστολής της διαμεσολαβούμενης από την τριφωσφατάση της γουανοσίνης και τον πυρηνικό παράγοντα κΒ ενεργοποιήσεως των μηχανισμών φλεγμονής και αναδιαμορφώσεως του εξωκυττάριου δικτύου, μπορεί να έχουν τα επόμενα, συνοπτικά, αποτελέσματα: [α] αναστολή της παραγωγής κυτοκινών (TNF-a, IL-6 και IL-8) και της διηθήσεως ουδετεροφίλων στους πνεύμονες, [β] αναστολή της ινώσεως των μικρών αεραγωγών, που συνεπάγεται μη αναστρέψιμο περιορισμό της εκπνευστικής ροής, [γ] αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη [διαμεσολαβούμενη μέσω της IL-6] δράση στους σκελετικούς μύες, [δ] μειωμένη φλεγμονώδη αντίδραση στις πνευμονικές λοιμώξεις και [ε] αναστολή/αναστροφή της επιθηλιομεσεγχυματικής μετρατροπής, που αποτελεί προάγγελο του πνευμονικού καρκίνου. 

βλέπε: στατίνες / στατίνες/Στατίνες και ΧΑΠ