Αντιασθματικά φάρμακα.

Τρόπος δράσεως των κορτικοειδών. Τα ΓΚ εισέρχονται στα κύτταρα και συνδέονται με τους ειδικούς υποδοχείς στο κυτόπλασμα, ΥΚ (βλ. υποδοχείς κορτικοειδών]. Το σύμπλεγμα στεροειδούς-υποδοχέως, Σ, μετακινείται στο πυρήνα του κυττάρου, όπου συνδέεται σε ειδικές αλληλουχίες στοχείων ρυθμιστικής αναβαθμίσεως των γονιδίων που εκφράζουν τις φλεγμονώδεις διεργασίες, με αποτέλεσμα την αύξηση (σπανιότερα, τη μείωση) της μεταγραφής γονιδίων που εντέλλονται αύξηση (ή μείωση) της συνθέσεως πρωτεϊνών (λιποκορτίνης). Οι ΥΚ μπορεί, επίσης να αντεπιδρούν με  παράγοντες μεταγραφής και μόρια συνενεργοποιήσεως στον πυρήνα, και, με τον τρόπο αυτό, να επηρεάζουν τη σύνθεση διαφόρων πρωτεϊνών, ανεξαρτήτως ποιασδήποτε απ΄ευθείας αντεπιδράσεως με με το DNA [βλ.: μηχανισμός δράσεως]. Η αναστολή των παραγόντων μεταγραφής. όπως ο ενεργοποιητής της πρωτεΐνης -1 και του NF-κβ φαίνεται ότι ευθύνοντια για την πληθώρα των αντιφλεγμονωδών δράσεων των στεροειδών στο άσθμα. Ιδιαίτερα, τα κορτικοστεροειδή αναστρέφουν το ενεργοποιητικό αποτέλεσμα αυτών των προφλεγμονωδών παραγόντων μεταγραφής, επί της ακετυλιώσεως της ιστόνης με την αύξηση των συγκεντρώσεων της ακετυλάσης -2 της ιστόνης που αναστρέφει την ακετυλίωση των γονιδίων της φλεγμονής.  
Ο τρόπος δράσεως των κορτικοειδών στο άσθμα έχει ατελώς, μόνο, κατανοηθεί. αλλά είναι πιθανό ότι σχετίζεται με τις αντιφλεγμονωδεις τους ιδιότητες. Tα ΓΚ ασκούν εκτεταμένη επίδραση στη μεταγραφή των γονιδίων της φλεγμονής, αυξάνοντας τη μεταγραφή των αντιφλεγμονωδών γονιδίων και καταστέλλοντας τη μεταγραφή των γονιδίων της φλεγμονής. Τα κορτικοστεροειδή έχουν ανασταλτικές ιδιότητες σε πολλά επιδράσεις σε πολλά δομικά κύτταρα και κύτταρα της φλεγμονής, τα οποία ενεργοποιούνται στο άσθμα. Τα εισπνεόμενα στεροειδή μειώνουν τον αριθμό και την ενεργοποίηση των κυττάρων της φλεγμονής στο επιθήλιο και και τον υποβλεννογόνιο χιτώνα προκαλώντας επόύλωση του καταστραφέντος επιθηλίου. και, δυνητικά, αναατέλλουν την παραγωγή των προφλεγμοωνδών κυτοκινών, και μειώνουν το χρόνο επιβιώσεως των ηωσινοφίλων, επάγοντας την απόπτωση. Αναστέλλουν την έκφραση πολλών γονιδίων της φλεγμονής στα επιθήλια των αεραγωγών και στην πραγματικότητα, αυτή μπορεί να είναι η σηματικότερη δράση των εισπνεόμενων γλυκοκορτικοειδών  στην καταστολή της φλεγμονής επί άσθματος. Τα εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή, ΓΚ, μειώνουν τη βρογχική αντιδραστικότητα αν και η δράση αυτή μπορεί να απαιτήσει εβδοομάδς ή μήνες πριν ολοκληρωθεί, προφανώς, λόγω της βραδείας επουλώσεως των κατεστραμμένων επιθηλιακών κυττάρων. Είναι ενδιαφέρουσα η αναγνώριση ότι τα ΓΚ καταστέλλουν τη φλεγμονή στους αεραγωγούς, αλλά δεν επιφέρουν ίαση της υποκείμενης παθήσεως. Μετά την διακοπή τους, αανμένεται ταχεία υποστροπή του ίδιου βαθμού βρογχικής αντιδραστικότητας, αν και σε ασθενείς με ήπιο άσθμα, μπορεί να απαιτηθούν μερικοί μήνες, για την επανεμφάνισή της.
φαρμακοκινητική. H πρεδνιζολόνη απορροφάται ευχερώς και ταχέως, μετά την από του στόματος χορήγησή της, με μικρή από ατόμου σε άτομο διακύμανση. Σε απορροφήσιμα από το έντερο δισκία, για να επιτραπέι καθυστέρηση της απορροφήσεως λόγω δυσπεψίας, αλλά να μην εμποδιστεί ηα πρόφηση ολόκληρης της ποσότητας, η πρεδνιζολόνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, ώστε φάρμακα, όπως η ριφαμπικίνη, η φαινοβαρβιτόνη ή φαινυντοΐνη, που επάγουν το μικροσωμιακό σύστημα ενζύμων, Ρ450, ήπατος, μειώνουν το χρόνο ημιζωής της στο πλάσμα. Ο χρόνος ημιζωής είναι 2-3 ώρες, παρ΄όλο ότι η βιολογική της ημιζωή είναι είναι ~ 24 ώρες, κι έτσι, είναι κατάλληλη για λήψη ανά 24-ωρο. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι προηγούμενη χορήγησή της πρεδνιζολόνης απολήγει σε μεταβολή του ρυθμού μεταβολισμού της. Η πρεδνιζολόνη συνδέεται σε ποσσοτό ~92% με πρωτεΐνες, η πλειονότητά της με ειδική πρωτεΐνη την τρανσκορτίνη, και το υπόλοιπο με αλβουμίνη, αλλά είναι το αδέσμευτο κλάσμα της που είναι βιολογικά δραστικό. Η φαρμακοκινητική των εισπνεόμενων ΓΚ, έχει σημασία, αναφορικά με τις συστηματικές τους παρενέργειες. Το  μέρος των ΓΚ που εισπνέεται και προωθείται στους πνεύμονες, δρα τοπικά, επί του βλεννογόνου των αεραγωγών, αν και μπορεί να απορροφηθεί από την επιφάνεια των κυψελίδων και το βλεννογόνο των αεραγωγών. Το μέρος αυτό της δόσεως, επομένως, διαχέεται στη συστηματική κυκλοφορία. Το μέρος, επίσης, του εισπνεόμενου ΓΚ που καθηλώνται στο στοματοφάρυγγα καταπίνεται και απορροφάται από το έντερο. Το απορροφηθέν κλάσμα μπορεί να μεταβολιστεί στο ήπαρ πριν φτάσει στη συστηματική κυκλοφορία (πρώτης διελεύσεως μεταβολισμός). Η βουδεσονίδη και η φλουτικαζόνη εμφανίζουν μεγαλύτερο πρώτης διελεύσεως μεταβολισμό παρ΄ότι η μπεκλομεθαζόνη και είναι, επομένως, λιγότερο πιθανές οι συστηματικές τους επιδράσεις, χορηγούμενες σε υψηλότερες δοσολογίες. Η χρήση διατατικού σωλήνος μειώνει τη στοματοφαρυγγική αναπόθεση κι, επομένως, τη συστηματική απορρόφηση των ΓΚ, παρ΄όλο ότι η ωφέλεια αυτή είναι μικρή μετά ΓΚ με μεταβολισμό πρώτης διελεύσεως. Με την προσεκτική πλύση της στοματικής κοιλότητας και απόρριψη του εκπλύματος, μπορεί να μειωθεί το ποσό της συστηματικής απορροφήσεως και να αποτραπούν τοπικές περενέργειες, όπως το βράγχος φωνής και η ατροφία των μυών του λάρυγγος, και η τακτική αυτή πρέπει να τηρείται συστηματικά με τα τις συσκευασίες εισπνοής ξηράς σκόνης, καθώς, μάλιστα, ιδίως, δεν μπορεί με τις συσκευασίες αυτές να χρησιμοποιηθούν εκτατικοί σωλήνες.
οξύ, σοβαρό άσθμα. [βλ.: ο ρόλος των κορτικοειδών στις πνευμονολοπάθειες]. Παρ΄όλο ότι η σημασία των ΓΚ στην αντιμετώπιση του σοβαρού, οξέος άσθματος έχει αμφισβητηθεί, πολλοί διαπιστώνουν ότι τα ΓΚ επιταχύνουν την άρση των συμπτωμάτων. Στο σοβαρό οξύ άσθμα χορηγούνται γλυκοκορτικοειδή, IV, αλλά δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη χορήγηση πολύ ηψηλών δόσεων (πχ., 1 gr πρεδνιζολόνης). Tα ενδοφλέβια ΓΚ ενδείκνυται για την αντιμετώπιοση του οξεός, σοβαρού άσθματος, εφόσον η πνευμονική λειτουργία είναι <30% της προβλεπόμενης τιμής) και στους οποίους δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση με εισπνεόμενους β2-διεγέρτες. Τα από του στόματος ΓΚ (40-60 mg) είναι, στον ίδιο βαθμό αποδοτικά, όπως τα χορηγούμενα IV και χορηγούνται ευχερέστερα.
Άσθμα. Τα εισπνεόμενα ΓΚ αποτελούν πρώτης γραμμής για όλους τους ασθενείς με επίμονο άσθμα. Και πρέπει να χορηγούνται σε όλους τους ασθενείς που έχουν ανάγκη να λάβουν θεραπεία διασώσεως με β2-αγωνιστές, για τον έλεγχο των συμπτωμάτων, περισσότερες από 3 φορές την εβδομάδα. Τα ΓΚ είναι αποδοτικά στο ήπιο, μέτριο και σοβαρό άσθμα, τόσο στα παιδιά, όσο και στους ενήλικες. Παρ΄όλο ότι συνιστάται ότι τα εισπνεόμενα ΓΚ πρέπει να αρχίζουν σε υψηλές δόσεις, και, ακλούθως, να μειώνονται, με τη βελτίωση των συμπτωμάτων, δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ότι η τακτική αυτή υπερέχει έναντι άλλων, κατά τις οποίες η χορήγησή τους αρχίζει με δόσεις συντηρήσεως. Οι μελέτες που αποβλέπουν στον κλινικό έλεγχο της σχέσεως δόσεως-αποτέλεσμα δεν έχουν δείξει σημαντικά αποτελέσματα υπέρ της μιας ή άλλης τακτικής με το καλύτερο αποτέλεσμα να φαίνεται ότι επιτυγχάνεται με δόσεις <400μg BDP ή ισοδυνάμου.




αντιασθματικά φάρμακα 

Ο ρόλος της φαρμακοθεραπείας στο άσθμα είναι η μείωση της φλεγμονής και του οιδήματος, με στόχο τη μείωση της έντασης των συμπτωμάτων ή/και την εξάλειψή τους. Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες αντιασθματικών φαρμάκων: Φάρμακα που αναχαιτίζουν την φλεγμονή και φάρμακα διασώσεως. Τα πλέον δραστικά αντιφλεγμονώδη είναι τα γλυκοκορτικοειδή, τα οποία αναστέλλουν τις φλεγμονώδεις εξελίξεις και αποτελούν τη δραστικότερη κατηγορία φαρμάκων για τη θεραπεία του άσθματος τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Τα αντιλευκοτριενικά φάρμακα (μοντελουκάστη) είναι αντιφλεγμονώδη μόρια που εισφέρουν στην αναστολή των φλεγμονωδών εξελίξεων και της προσέλκυσης κυττάρων φλεγμονής, όπως τα ηωσινόφιλα και χρησιμοποιούνται επίσης ως θεραπευτικό μέσο. Οι αντιφλεγμονώδεις, επίσης, αναστολείς αποκοκκίωσης σιτευτικών κυττάρων δεν παρουσίασαν σημαντικά κλινικά αποτελέσματα και ουσιωδώς έχουν αποσυρθεί. Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου εμφανίζουν καλή θεραπευτική αποτελεσματικότητα, παρόλο ότι η κλινική τους χρήση είναι, σχετικά περιορισμένη.

 Τα σύγχρονα αντιασθματικά σχήματα είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά, και τα περισσότερα φάρμακα που εντάσσονται εδώ έχουν προέλθει από βασικές ουσίες που ενυπάρχουν στη φύση, μετά κατάλληλη φαρμακολογική επεξεργασία. Η φαρμακολογία έχει διαδραματίσει ένα κρίσιμο ρόλο στην οργάνωση της θεραπευτικής της ασθματικής κρίσης και του ελέγχου του παιδικού και άσθματος ενηλίκων.

Ως φάρμακα διασώσεως χρησιμοποιούνται τα βρογχοδιασταλτικά, με τα οποία επιδιώκεται η αύξηση της εγκάρσιας διαμέτρου των αεραγωγών και η άρση του βρογχοσπάσμου και του οιδήματος του βλεννογόνου. Τα βρογχοδιασταλτικά φάρμακα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: τους β2-διεγέρτες, παράγωγα κατεχολαμινών, από τον μυελό των επινεφριδίων, διακρίνονται σε βραχείας -σαλβουταμόλη, φαινοτερόλη-, παρατεταμένης -σαλμετερόλη, φορμοτερόλη- ή και, πρόσφατα, υπερπαρατεταμένης -ινδακατερόλη, βιλαντερόλη- δράσης, τους αναστολείς φωσφοδιεστεράσης , όπως οι μεθουλοξανθίνες (: θεοφυλίνη) και τα αντιχολινεργικά (βραχείας, όπως το βρωμιούχο ιπρατρόπιο και οξυτρόπιο ή παρατεταμένης δράσης, όπωβς το βρωμιούχο τιοτρόπιο, το γλυκοπυρόνιο και το ακλινίδιο, τα οποία εν γένει δεν χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του άσθματος)  , που όμως έχουν περιορισμένη δράση, ως θεραπεία διάσωσης στο άσθμα, εν γένει. Οι τρεις ομάδες βρογχοδιασταλτικών φαρμάκων επιφέρουν βρογχοδιαστολή, αν και δρουν με διαφορετικό τρόπο. Οι β2-διεγέρτες αναστέλλουν την αδενοκυκλάση που μετατρέπει το ΑΤΡ σε 3’,5’ κυκλικό ΑΜΡ, που είναι υπεύθυνο για τον βρογχόσπασμο και τη φλεγμονή, ενώ τα αντιχολινεργικά δρουν αναστέλλοντας τη γουανιλδοκυκλάση, με την οποία μετατρέπεται το GTP στο βρογχοσπαστικό  GMP. Οι μεθυλοξανθίνες (πχ θεοφυλλίνη) χρησιμοποιούνται, επίσης, στη θεραπεία του άσθματος  λόγω της βρογχοδιασταλτικής, αντιφλεγμονώδους και ανοσοτροποιητικής δράσεώς τους. Δραστική ομάδα αντιασθματικών φαρμάκων αποτελούν οι αναστολείς λευκοτριενίων, όπως η μοντελουκάστη, , τα οποία δρουν επάγοντας ισχυρή φλεγμονή, επίμονο βρογχόσπασμο και όψιμη αντίδραση τύπου Ι. Πρόσφατα, έχουν προταθεί, επίθσης φάρμακα κατά των κιτοκινών, αλλά με επιφυλακτικά αποτελέσματα. Φαίνεται, πάντως, ότι η θεραπεία του άσθματος, παιδικού ή ενηλίκων θα παραμείνει στην δικαιοδοσία του   

Έχουνε επίσης χρησιμοποιηθεί ευρέως, αλλά με περιορισμένα αποτελέσματα η νεδοχρωμίλη και η χρωμογλυκίνη, ως αναστολείς αποκοκκιώσεως σιτευτικών κυττάρων  και ηωσινοφίλων. Τα κύτταρα αυτά παριστούν αποθήκες προσχηματισμένων μεσολαβητών της φλεγμονής, από την οποία ενεργοποιείται ο βρογχόσπασμος και το οίδημα του βρογχικού βλεννογόνου. Εν κατακλείδι φαίνεται ότι η θεραπευτική του άσθματος διαπιστεύεται στην φαρμακολογία μάλοον, παρά σε μεθόδους μοριογενετικής[i].  

 

[i] Barnes PJ. Drugs for asthma. Br. J. Pharmacol. 20067· 147: S297-303