Κύτταρα σιτευτικά, mast cells, μαστοκύτταρα

Τα σιτευτικά κύτταρα, γνωστά, επίσης, ως μαστοκύτταρα ή λαβροκύτταρα, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της φλεγμονής(à1175). Διεγειρόμενα, διενεργούν αποκοκκίωση των προσχηματισμένων κυτταροπλασματικών τους κοκκίων, στα οποία αποθηκεύονται ισταμίνη, ηπαρίνη και ποικιλία άλλων ορμονών. Η αποκοκκίωση είναι λειτουργία, για την οποία καταναλώνεται ΑΤΡ και προϋποθέτει την εισαγωγή Ca++.
Αν και είναι περισσότερο γνωστά για το ρόλο τους στην αναφυλαξία και την αλλεργία, τα σιτευτικά κύτταρα διαδραματίζουν σημαντικό προστατευτικό ρόλο, εμπλεκόμενα στην επούλωση κακώσεων και έναντι παθογόνων[i]. Αναμιγνύονται, επίσης, στην παθογένεια των αυτοάνοσων παθήσεων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και το φυσαλλιδώδες πεμφιγοειδές. Έχει δειχθεί ότι εμπλέκονται, επίσης, στη συγκέντρωση κυττάρων φλεγμονής στις πάσχουσες αρθρώσεις ή στο δέρμα και η δράση τους αυτή ρυθμίζεται από την παραγωγή αντισωμάτων και συστατικών του συμπληρώματος[ii].
Κατά την ενεργοποίησή τους μέσω των υποδοχέων (FcεRI), που έχουν υψηλή συγγένεια με την IgE, τα σιτευτικά κύτταρα μπορούν να απελευθερώσουν μέχρι και το 100% των εμπεριεχομένων στα κυτοπλασματικά κυστίδιά τους προσχηματισμένων μεσολαβητών, μέσω μηχανισμών εξωκυτώσεως. Οι μεσολαβητές προκαλούν εκδηλώσεις υπερευαισθησίας τύπου Ι και, στην περίπτωση απρόσφορης ενεργοποιήσεως από αλλεργιογόνα, τα συμπτώματα της αλλεργίας. Στους μεσολαβητές που απλευθερώνονται από τα σιτευτικά κύτταρα συγκαταλέγονται:

μεασολαβητές από σιτευτικά κύτταρα
Α προσχηματισμένοι μεσολαβητές

1. ισταμίνη· βρογχόσπασμος, υπερέκκριση παθολογικής συστάσεως βλέννη, αγγειοδιαστολή, και

 αύξηση αγγειακής διαπερατότητας.

τρυπτάση·        πρωτεόλυση

κινινογενάση·   παραγωγή κινινών, αγγειοδιαστολή, αύξηση αγγειακής διαπερατότητας, οίδημα

ECF-A (4πεπτίδια)· χημοελκυστής ηωσινοφίλων και ουδετεροφίλων

Β. κατ΄επίκληση σχηματιζόμενοι

1. λευκοτριένη Β4·             χημοελκυστής βασεοφίλων

2. λευκοτριένη C4, D4· δράση παρόμοια της ισταμίνης, αλλά 100Χ ισχυρότερη

3. προσταγλανδίνη D2· οίδημα και πόνος

4. PAF· συγκέντρωση αιμοπεταλίων και έκκριση ηπαρίνης: μικροθρομβώσεις.

Τα σιτευτικά κύτταρα διαδραμτίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην  υπερευαισθησία τύπου Ι, όπως είναι, από μακρού γνωστό, αν και υπάρχουν δημοσιεύσεις που υποστηρίζουν αντικρουόμενα αποτελέσματα, μέσω απελευθερώσεως ποικιλίας μεσολαβητών, μεταξύ των οποίων ισχυροί βρογχοσπαστικοί παράγοντες, όπως η ισταμίνη, η προσταγλανδίνη D2, και το λευκοτριένιο L4. Στις πρώιμες μελέτες αναγνώριζαν μείωση  των σιτευτικών κλυττάρων, λόγω αποκοκκιώσεως και αποδομήσεως στις ήπιες ασθματικές κρίσεις και τις εκδηλώσεις υπερευαισθσηίας τύπου Ι. Έχει γνωστεί ότι τα σιτευτικά κύτταρα αποτελούν πλούσια πηγή IL4, και άλλων προφλεγμονωδών κιτοκινών των οποίων η απελευθέρωση πυροδοτεί την επαγωγή παρατεταμένης απελευθερώσεως IL4 και IL5 από τα λεμφοκύτταρα. Μελέτες επί ΒAL ασθματικών ασθενών, δείνχουν πληθώρα σιτευτικών κυττάρων μαζί με Τ- επικουρικά λεμφοκύτταρα και ηωσινόφιλα, και ενδείξεις απελευθερώσεως ισταμίνης και αποκοκκιώσεως σιτευτικώνν κυττάρων και αποδομήσεως ηωσινοφίλων.
βλέπε: σιτευτικά κύτταρα |άσθμα: φλεγμονή|[i] Prussin C, Metcalfe DD. "IgE, mast cells, basophils, and eosinophils". J Allergy Clin Immunol 2003· 111: S486–94.[ii] http://www.sciencemag.org/cgi/content/full/297/5587/1689
|τα σιτευτικά κύτταρα στο άσθμα|σιτευτικά κύτταρα| Τα αποκoκκιώνονται ταχύτατα, μετά την επιφανειακή προσκόλληση της ειδικής IgE  σιτευτικά κύτταρα, ειδική για το αντίστοιχο αλλεργιογόνο και απελευθερώνουν προσχηματισμέους μεσολαβητές (ισταμίνη, πρωτεάση [χυμάση τρυπτάση] και κυτοκίνες [TNF-a] ή κατ΄επίκλιση σχηματιζόμενους [όπως παράγωγα του αραχιδονικού οξέος (προσταγλανδίνες και λευκοτριένια). Συνοπτικά, τα σιτευτικά κύτταρα είναι οι κύριοι παίκτες στις αλλεργικές αντιδράσεις, δράση που, κυρίως, αποδίδεται στην υποβλεννογόνια εντόπισή τους. κι επίσης σε θέσεις που είναι πολύ πιθανόν να προκληθούν αλλεργικές αντιδράσεις από περιβαλλοντικά (βλεννογόνος των αεραγωγών) ή τροφικά (βλεννογόνος του μπεπτικοπύ συστπηματος) αλλεργιογόνα.