Κύτταρα επιθηλιακά, περιγραφή

 Αποτελεί αντιδάνειο από την ελληνική γλώσσα, καθώς είναι σύνθετος όρος, από τη λέξη "επί" και τη λέξη "θηλή" που σημαίνει ιστός. Τα επιθηλιακά κύτταρα συναπαρτίζουν τους ζωικούς ιστούς, από κοινού με άλλα είδη κυττάρων, όπως ο συνδετικός ιστός, ο μυϊκός και ο νευρικός ιστός. Το επιθήλιο επιστρώνει κοιλότητες (προερχόμενο από το μεσόδερμα, μεσοθήλιο) και επιφάνειες οπουδήποτε στον οργανισμό (προερχόμενο από το ενδόδερμα, ενδοθήλιο) και το δέρμα (προερχόμενο από το εξώδερμα, εξωθήλιο). Επίσης, σχηματίζει αδένες. Ασκεί εκκριτικές και  προστατευτικές και αισθητικές λειτουργίες, όπως και λειτουργίες εκλεκτικής απορροφήσεως και διακυτταρικής μεταγωγής. Οι επιθηλιακοί χιτώνες είναι ανάγγειοι, αν και φέρουν νεύρωση,  και παραλαμβάνουν τα αναγκαία θρεπτικά συστατικά τους μέσω διαχύσεως από τον υποκείμενο συνδετικό ιστό, μέσω της βασικής τους μεμβράνης. Μπορούν να συντάσσονται σε οργανωμένες νησίδες, σχηματίζοντας, π.χ., ενδοκρινείς και εξωκρινείς αδένες, οπότε καθίστανται αγγειοβριθείς. Διατάσσονται σχεδόν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, μέσω διακυτταρικών γεφυρών και δεσμοσωμίων, καταλείποντας μικροσκοπικά διακυτταρικά χάσματα. Βασίζονται επί ειδικής μεμβράνης, της βασικής μεμβράνης (à417, 633, 746, 1071, 1091, 1229), επί της οποίας αναπτύσσονται και αναγεννώνται σε περιπτώσεις κακώσεων. Η βασική μεμβράνη λειτουργεί ως ηθμός, τον οποίον διαπερνούν μόνο χρήσιμα για το κύτταρο θρεπτικά συστατικά. Διακρίνονται σε: (α) απλό, πλακώδες, επιθήλιο, (β) πολύστοιβο, (γ) ψευδοπολύστοιβο, το οποίο είναι μονόστοιβο, κυλινδρικό ή κυβοειδές επιθήλιο, με ανισοϋψώς κατανεμόμενους πυρήνες, έτσι, που, σε τομές να φαίνεται πολύστοιβο[i]

  Η εσωτερική επιφάνεια των αεραγωγών των θηλαστικών επιστρώνεται από ποικιλία από επιθηλιακά κύτταρα που όχι μόνο εξυπηρετούν την άμυνα των βρόγχων, αλλά, επιπλέον, αποκρίνται σε περιβαλλοντικές επιοβουλές μέσω απελευθερώσεως πλειάδας βιοδραστικών παραγόντων και έχοντας την ικανόττηα της ευχερούς ανανεώσεώς τους. Το πνυεςμονικό επιθήλιο αντιδρά σε βλαπτικές επιδράσεις εκ του περιβάλλοντος, όπως η εισβολή παθογόνων, το κάπνισμα και οι ατμοσφαιρικοί ρύποι με την απέκκριση μεσολαβητών της φλεγμονής και αντιμικορβιακών πεπτιδίων. Απελευθερώνουν ουδέτερη νευροπεπτιδάση που αδρανοποιεί βρογχοσπαστικά πεπτίδια και επιθηλιακό αυξητικό παράγοντα με μυοχασλαρωτική δράση. Έχουν, επιπλέον, την ικανότητα να στρατολογούν κύτταρα της φλεγμονής στις θέσεις της βλάβης ή της λοιμώξεως. Εάν το επιθήλιο υποστεί μαζική καταστροφή τα βασικά και Clara κύτταρα που διατηρούν ιδιότητες προγονικών κυττάρων είναι ικανό αυτοαναδομήσεως και πολλαπλασιασμού στην περιο΄χη που εκδηλώθηκε η προσβολή, προς επιδιόρθωση της βλάβης, προκειμένου να αντιταχθεί αποτελεσματικά στη λοίμωξη. Για τη δράση τους αυτή, τα επιθηλιακά κύτταρα χρειάζονται την επικουρία των ουδετεροφίλων που προσελκύονται από την περιφερική κυκλοφορία μέσω διενδοθηλιακής και διεπιθηλιακής διεισδύσεως. Ενεργοποιημένα ουδετερόφιλα μεταναστεύουν στο επιθήλιο μέσω σειράς αντεπιδράσεων λιγανδινών προς την περιοχή της βλάβης, όπου εκκρίνουν πρωτεολυτικά ένζυμα και οξεδωτικές ελεύθερες ρίζες για την καταστροφή των εισβαλλόντων παθογόνων. Εν τούτοις, η χρόνια προσέλκυση και πολλαπλασιασμός των ουδετεροφίλων επί παθολογικών καταστάσεων των αεραγωγών,, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και το άσθμα, συνδέονται με ιστική καταστροφή και τη βαρύτητα της παθήσεως ().  

επιστροφή

[i] Adams, M.; Smith, U.M.; Logan, C.V.; Johnson, C.A. (2008). "Recent advances in the molecular pathology, cell biology and genetics of ciliopathies". Journal of Medical Genetics 45 (5): 257–267