άσθμα και σακχαρώδης διαβήτης

 

σύνοψη

Είναι γνωστό ότι το άσθμα, ο σακχαρώδης διαβήτης και η παχυσαρκία είναι συνήθεις καταστάσεις μεταξύ των νεότερων ηλικών και εμφανίζουν αύξηση της επιπτώσεώς τους, τις τελευταίες δεκαετίες. Eπειδή η παχυσαρκία έχει πρόσφατα αναγνωρισθεί ως κατάσταση συστηματικής φλεγμονής, θεωρείται ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της προφλεγμονώδους καταστάσεως επί παχυσαρκίας με την αυξημένη επίπτωση του άσθματος.

Είναι γνωστό ότι ο ανεπαρκής γλυκαιμικός έλεγχος αυξάνει τον κίνδυνο σχετικών με τον διαβήτη επιπλοκών, αλλά η σχέση άσθματος και ανεπαρκούς γλυκαιμικού ελέγχου δεν έχει, ακόμη, πλήρως, κατανοηθεί. Πάντως, τα ειπνεόμενα κορτικοειδή και β2-διεγέρτες δεν αυξάνουν την πιθανότητα νέων περιπτώσεων διαβήτου, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, με αναφορά στη βιολογική τους δράση.

 Η αυξημένη επίπτωση άσθματος σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, είναι μια διαπίστωση που πρωτοεμφανίστηκε στην ιατρική γραμματεία, μόλις το 2009 (). Σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη, ταυτοχρονική μελέτη παρατηρήσεως, αναγνωρίσθηκε ότι η επίπτωση του άσθματος ήταν 4.5% μεταξύ διαβητικών (τύπου 2) ασθενών και 2.9%, μεταξύ των μαρτύρων.

Εκτός από τη σχέση του σακχαρώδη διαβήτη με τις καρδιαγγειακές παθήσεις, διερευνάται  η αιτιολογική σχέση με το άσθμα ενηλίκων. Σε μονο- και πολυπαραγοντικές αναλύσεις, στις οποίες συγκαταλέγχθηκαν εσωτερικοί ασθενείς με σακχαρώση διαβήτη και επιπλοκές, διαπιστώθηκε άσθμα στο 4.5% των ασθενών με διαβήτη, έναντι 2.9% των μαρτύρων, και ο σακχαρώδης διαβήτης αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητος () παράγοντας άσθματος (odds ratio: 2.99, CL: 2.92-3.06, p<0.0001, ). Η επίπτωση του άσθματος ευρίσκεται σημαντικά αυξημένη μεταξύ ασθενών που νοσηλεύονται με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων συνοσηροτήτων. Η παθογένεια της συσχετίσεως αυτής παραμένει αδιευκρίνιστη και αναζητείται. 

  Μεταξύ νεαρών ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, εκείνοι με άσθμα, εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα A1c ((7.77% vs 7.49%; P = .034) παρ΄ό,τι εκείνοι χωρίς άσθμα, μετά διόρθωση για την ηλικία, το φύλο, την εθνικότητα και το BMI ().

Το 2011, δημοσιεύτηκε μια προσεκτικά σχεδιασμένη, ταυτοχρονική  μελέτη, στην οποία επιχειρήθηκε να διερευνηθεί η επίπτωση του άσθματος μεταξύ νεαρών ασθενών με διαβήτη, τύπου 1 ή 2 και να εξετασθεί η σχέση μεταξύ άσθματος και γλυκαιμικού ελέγχου.

Αναγνωρίζεται μεγαλύτερη συσχέτιση άσθματος μεταξύ νεαρών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, (16.1% [95% CI: 12.0%–20.2%]), συγκριτικά με εκείνους με διαβήτη τύπου 1 (10.0% [95% CI: 8.6%–11.4%]). Το γεγονός ότι δεν υπάρχει επικάλυψει στου παράγοντες αξιοπιστίας μεταξύ των δύο ομάδων διαβητικών αποτελεί ένδειξη σημαντικά μεγαλύτερη επιπτώσεως άσθματος μεταξύ διαβητικών τύπου 2. Ένας συγχυτικός παράγων μπορεί να είναι η αντιασθματική θεραπεία, καθ΄αυτή, που κατέστησε εμφανή έναν προηγούμενα υποκλινικό διαβήτη τύπου 2 (). 

 Διαπιστώνεται, ακόμη, ότι η γλυκοζιωμένη αιμοασφαιρίνη είναι ελαφρά, αλλά από στατιστικής απόψεως σημαντικά υψηλότερη στους ασθματικούς-διαβητικούς, συγκριτικά με τους μη ασθματικούς (). Έχει, επίσης, βρεθεί ότι οι ασθματικοί ασθενείς με διαβήτη, που δεν ελάμβαναν φαρμακοθεραπεία για το άσθμα, εμφάνιζαν ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο, παρ΄ό,τι οι επαρκώς θεραπευόμενοι για το άσθμα τους.

 

 

Σημειώνεται ότι οι ασθματικοί ασθενείς που εθεραπεύοντο  με τροποποιητές λευκοτριενίων, ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με εισπνεόμενα διασώσεως, εμφάνιζαν τη χαμηλότερη επίπτωση ανεπαρκούς γλυκαιμικού ελέγχου. Η πιθανότερη εξήγηση του -ενδιαφέροντος- ευρήματος είναι ότι οι τροποποιητές των λευκοτριενίων ή οι αναατολείς των υποδοχέων λευκοτριενίων επιφέρουν μείωση της φλεγμονώδους δραστηριότητας στους αεραγωγούς των ασθματικών ή τον οργανισμό εν γένει, επηρεάζοντας, έτσι, το σύνολο της φλεγμονώδους δραστηριότητας που αναπτύσσεται επί παχυσαρκίας ή/και σακχαρώδους διαβήτη (). 

Στο ιστόγραμμα φαίνεται η επίδραση των λευκοτριενίων στον γλυκαιμικό έλεγχο και η απουσία δυσμενούς επιδράσεως στη ρύθμιση του διαβήτη, λόγω των εισπνεόμενων κορτικοειδών, για τον έλεγχο του άσθματος. Συμπερασματικά, η μείωση της δραστηριόττηας της φλεγμονής με τον έλεγχο του άσθματος ή/και του σ. διαβήτη, συνεπάγεται βελτίωση του ελέγχου του άσθματος ή/και του σακχαρώδους διαβήτη. Ανεξάρτητα μέσω ποιας παθογενετικής οδού, ο περιορισμός της φλεγμονής συνεπαγεται βελτίωση του ελέγχου και των δύο παθήσεων.

Full-size image (12 K)Αθροιστική επίπτωση σακχαρώδους διαβήτου σε ασθματικούς και μη ασθματικούς (►)

Συμπερασματικά, από την ανασκόπηση της προηγούμενης βιβλιογραφίας, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ παχυσαρκίας, διαβήτη και (μη ατοπικού) άσθματος. Αναγνωρίζουμε, επίσης, ότι ο ανεπαρκής έλεγχος του άσθματος συνεπάγεται ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο. Είναι ενδχόμενο ότι η συμπερίληψη στην αντιασθματική θεραπεία τροποποιητών των λευκοτριενίων ή αναστολέων των υποδοχέων τους, συνεπάγεται επαρκέστερο γλυκαιμικό έλεγχο, μέσω της συστηματικής αντιφλεγμονώδους δράσεως τους. και αναχαιτίζει την την έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας που συνδέεται με τον ανεπαρκή γλυκαιμικό έλεγχο. Το πεδίο της αλληλεπιδράσεως μεταξύ άσθματος, παχυσαρκίας και σακχαρώδους διαβήτη, στη βάση ενός κοινού υποκείμενου παθογενετικού παράγοντος, της φλεγμονής, χρήζει περαιτέρω διευκιρνίσεων, οι οποίες μπορεί να εισφέρουν στο σχεδιασμό καλύτερων θεραπευτικών σχημάτων τόσο για το άσθμα, όσο και για τον σακχαρώδη διαβήτη, όπου οι δύο παθήσεις συνυπάρχουν.