Χρονία Βρογχίτις

Η διάγνωση της χρονίας βρογχίτιδας προϋποθέτει την παρουσία παραγωγικού βήχα για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων ετών. Στις κύριες παθολογοανατομικές μεταβολές επί χρονίας βρογχίτιδας περιλαμβάνονται η υπερπλασία και η υπερτροφία των υποβλεννογόνιων αδένων, που οφείλεται σε σχετικά μεγαλύτερη αύξηση των βλεννωδών κυττάρων συγκριτικά με τα ορώδη. Αποτέλεσμα της υπερπλασίας των αδένων είναι η μεταβολή του δείκτη  Reid, ο οποίος εκφράζει το λόγο του πάχους του αδένα προς το ολικό πάχος του βρογχικού τοιχώματος. Σε φυσιολογικά άτομα ο δείκτης Reid είναι περίπου 0.35, ενώ σε ασθενείς με χρόνια. Τα καλυκοειδή κύτταρα του βρογχικού επιθηλίου αυξάνονται, επίσης, σε αριθμό. Οι μεταβολές αυτές συνεπάγονται την αύξηση της παραγωγής της βλέννης, ιδίως σε περιπτώσεις παροξύνσεως της παθήσεως. Η συγκέντρωση των εκκρίσεων μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία βυσμάτων και στην απόφραξη των αεραγωγών, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της ανομοιότητας αερισμού/αιματώσεως, που χαρακτηρίζει ασθενείς με χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες. Συγχρόνως παρατηρείται ατροφία του κυλινδρικού κροσσωτού επιθηλίου, απώλεια κροσσών και εμφάνιση νησίδων πλακώδους μεταπλασίας του βροχγικού επιηθηλίου. Οι περισσότεροι από τους διασωζόμενους κροσσούς εμφανίζουν καταστροφή της ευπαθούς νηματοειδούς τους κατασκευής.

Οι φυσικοχημικές ιδιότητες της τραχειοβρογχικής βλέννης εμφανίζουν σημαντικές μεταβολές, αν και από βιοχημικής απόψεως δεν διαφέρουν σημαντικά από τις εκκρίσεις μεταξύ υγιών ατόμων. Όπως έχει ήδη συζητηθεί, οι υψηλής ελαστικότητας και χαμηλού ιξώδους βλέννες διευκολύνουν την αποτελεσματικότερη λειτουργία του βλεννοκροσσωτού συστήματος. Επί χρόνιας βρογχίτιδας, ιδίως κατά τις περιόδους των παροξύνσεων, η βλέννη παρουσιάζει χαμηλή ελαστικότητα και υψηλό ιξώδες, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται πολύ η μεταγωγή της κατά μήκος του τραχειοβρογχικού δένδρου και η αποβολή της από τον φάρυγγα. Οι ροομετρικές μεταβολές της βλέννης αποδίδονται σε μεταβολές στις γλυκοπρωτεΐνες του μακρομορίου της βλέννης. Μερικοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η περιεκτικότητα σε σιαλικό οξύ είναι υψηλότερη στη βλέννη βρογχιτιδικών ασθενών και ότι υπάρχει ευθεία συσχέτιση μεταξύ της περιεκτικότητας του σιελικού οξέος και του ιξώδους των εκκρίσεων. Άλλοι συγγραφείς έχουν διαπιστώσει αύξηση της θειομουσίνης στη βλέννη των καλυκοειδών κυττάρων. Θεωρητικά, η αύξηση οποιασδήποτε από τις όξινες αυτές γλυκοπρωτεΐνες θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανώμαλη ινοελαστική συμπεριφορά τη βρογχιτιδική βλέννη. Με μετρήσεις της TMV επί χρονίας βρογχίτιδας έχει αποδειχθεί μείωση της ταχύτητας μεταγωγής της βλέννης κατά μήκος της τραχείας, αλλά και ακατάλληλη κίνηση προς διευθύνσεις άλλες, εκτός της κατά μήκος του άξονά της. Στην εικόνα, η ταχύτητα μεταβολής της βλέννης επί ασθενών με χρόνια βρογχίτιδα και άλλες παθήσεις των αεραγωγών συγκρίνεται με τις τιμές υγιών μαρτύρων. Όπως διαπιστώνεται, η ταχύτητα μεταγωγής της βλέννης είναι σημαντικά μικρότερη στους βρογχιτιδικούς ασθενείς. Επιπλέον, όμως, έχουν παρατηρηθεί και άλλες διαταραχές της μεταγωγής της βλέννης επί χρόνιας βρογχίτιδας. Όπως φαίνεται στην εικόνα, συγκρίνεται η ταχύτητα μεταγωγής της βλέννης μεταξύ ενός υγιούς κι ενός βρογχιτιδικού ατόμου, κάτω από αντιστοιχισμένες συνθήκες. Διαπιστώνεται η επιβράδυνση του ρυθμού μεταγωγής της βλέννης, αλλά και ο σχηματισμός επιπέδου στην καμπύλη καθάρσεως του βρογχιτιδικού ασθενούς, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν παρατηρείται αποτελεσματική κάθαρση. Αντίθετα, είναι δυνατό να παρατηρηθεί επανεισρόφηση, ανάστροφη ή αποπροσανατολισμένη κίνηση της βλέννης.

 Συμπερασματικά

 Η ακόλουθη αλληλουχία γεγονότων θα μπορούσε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες διαταραχές της λειτουργίας του βλεννοκροσσωτού συστήματος επί χρόνιας βρογχίτιδας: Οι εισπνεόμενες ερεθιστικές ύλες, όπως πχ. τα προϊόντα καύσεως των τσιγάρων, προκαλούν χρόνια υπερέκκριση βλέννης, ιδίως σε εκείνες τις περιοχές του βροχγικού δένδρου που είναι βαρύτερα εκτεθειμένες, δηλαδή στους τμηματικούς και υποτμηματικούς αεραγωγούς. Επιχειρείται κάθαρση των αυξημένων ποσών βλέννης, που εξαρτάται από τη δραστικότητα των κινήσεων των κροσσών. Μπορεί να προκληθεί αύξηση της κινητικότητας των κροσσών, με αποτέλεσμα την επιτάχυνση του ρυθμού μεταγωγής της βλέννης. Αργότερα, το κροσσωτό σύστημα μπορεί να καμφθεί, λόγω της υπερπαραγωγής και να παρατηρηθεί στάση ή ακόμη και αναστροφή της διευθύνσεως μετακινήσεως των εκκρίσεων. Παράλληλα, όμως, το κάπνισμα προκαλεί ανατομική βλάβη στους κροσσούς. Οι διαταραχές αυτές συνεπάγονται επιβράδυνση της μεταγωγής και κατακράτηση των εκκρίσεων, οι οποίες μπορεί, ακολούθως, να υποστούν επιμόλυνση και μετατροπή των φυσικοχημικών τους χαρακτηριστικών. Οι μεταβολές αυτές ευθύνονται για την αναποτελεσματική λειτουργία τόσο του βλεννοκροσσωτού συστήματος όσο και του αντανακλαστικού του βήχα. Η έκπτωση της λειτουργίας του βλεννοκροσσωτού συστήματος επί χρόνιας βρογχίτιδας μπορεί, επομένως, να αποδοθεί στη δυσκινησία των κροσσών, στις ροολογικές ανωμαλίες της βλέννης, στην αύξηση του όγκου των εκκρίσεων ή -κατά μεγαλύτερη πιθανότητα- στο συνδυασμό όλων αυτών.