Λοιμώξεις

Όπως είναι γνωστό, βακτηρίδια παρασύρονται συνεχώς στο τραχειοβρογχικό δένδρο με το εισπνεόμενο ρεύμα αέρος, από όπου μεταφέρονται πάλι προς το φάρυγγα δια της βλεννοκροσσωτής συσκευής, που αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας του τραχειοβρογχικού δένδρου. Με τον τρόπο αυτό οι βρόγχοι παραμένουν αποστειρωμένοι. Τα βακτηρίδια προσκολλώνται στην τραχειοβρογχική βλέννη κατά ειδικό αλλά και μη ειδικό τρόπο. Η προσκόλληση μπορεί να διευκολύνεται με την προηγηθείσα επιθηλιακή βλάβη, που συνεπάγεται αύξηση των υποδοχέων  προσφύσεως, εποικισμού και πολλαπλασιασμού των βακτηρίων, με αποτέλεσμα τη διέγερση μηχανισμών φλεγμονής. Εάν η φλεγμονή αποτύχει στην εξουδετέρωση των μικροβίων, τα τελευταία εξακολουθούν να πολλαπλασιάζονται, η φλεγμονή παρατείνεται κι επεκτείνεται και προκαλεί την αύξηση του πληθυσμού των λεμφοκυττάρων στην  περιοχή, που μαζί με τα επιθηλιακά κύτταρα απελευθερώνουν κιτοκίνες, που συντηρούν και επιτείνουν τις φλεγμονώδεις εξεργασίες, προκαλώντας τη μετανάστευση μεγάλου αριθμού λευκοκυττάρων που συγκεντρώνονται στην περιοχή, απελευθερώνοντας πρωτεολυτικά ένζυμα και τοξικές, οξειδωτικές ρίζες, που, περαιτέρω, διεγείρουν την παραγωγή παθολογικής συστάσεως βλέννης και προκαλούν επιθηλιακή βλάβη. Αναπτύσσεται ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την περαιτέρω ανάπτυξη  μικροβιακής εποικίσεως από βακτηρίδια μικρής μολυσματικότητας, που δεν προκαλούν μικροβιαιμία ή βαρειά οξεία νόσο. 
Στις ιογενείς λοιμώξεις ελαττώνεται η ελαστικότητα των εκκρίσεων, που έτσι μετακινούνται δυσχερέστερα και, παράλληλα, αυξάνεται η παραγωγή τους και καταστρέφεται μεγάλη αναλογία των κροσσωτών κυττάρων και μεγάλη αναλογία των κροσσών των υπολοίπων. Τα βακτηρίδια εισβάλλουν στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα από το ρινοφάρυγγα ή από το περιβάλλον, αλλά, φυσιολογικά, αποκαθαίρονται σύντομα μέσω της βλενοκροσσωτής συσκευής. Επί εκπτώσεως του αμυντικού αυτού συστήματος, τα μικρόβια δεν απομακρύνονται, αλλά, παραμένοντας εκεί, διεγείρουν σειρά μηχανισμών που επάγουν την εγκατάσταση φλεγμονής στο βλεννογόνο, ιδίως εάν η διαταραχή της βλεννοκροσσωτής συσκευής είναι σοβαρή (όπως επί κυστικής ινώσεως) ή  συντρέχουν άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως το κάπνισμα, κατά το οποίο η επιβράδυνση της βλεννοκροσσωτής μεταγωγής των εκκρίσεων ευνοεί την ιογενή φλεγμονή των βρόγχων, την οποία ακολουθεί μικροβιακή λοίμωξη από σαπρόφυτα των ανωτέρων οδών. Η πιθανότητα μικροβιακής λοιμώξεως αυξάνεται σημαντικά εάν ο μικροβιακός εισβολέας δεν έχει προηγούμενα αναγνωρισθεί στο προσαρμοσμένο αμυντικό σύστημα και δεν έχει διεγείρει την παραγωγή εξειδικευμένων ανοσοσφαιρινών. Η χρόνια φλεγμονή, ως αποτέλεσμα λοιμώξεως, μπορεί να προκαλέσει διαταραχή της λειτουργίας της βλεννοκροσσωτής συσκευής, μεταβάλλοντας τον προσανατολισμό των κροσσών και την αποτελεσματική μεταγωγή της (εξάλλου παθολογικής συστάσεως) βλέννης. Έχει βρεθεί σημαντική συσχέτιση μεταξύ της επιβραδύνσεως της βλεννοκροσσωτής μεταγωγής της βλέννης και της απώλειας προσανατολισμού των κροσσών. Αποπροσανατολισμός του κροσσωτού επιθηλίου έχει περιγραφεί σε ασθενείς με άσθμα, χρονία βρογχίτιδα, μεταγριππική συνδρομή ή, ακόμη, και ως σύμφυτη διαταραχή χωρίς να συνοδεύεται με άλλου τύπου ανωμαλίες στη λεπτή κατασκευή ή στη λειτουργία του κροσσωτού επιθηλίου. Οι περιπτώσεις αυτές περιγράφονται ως σύνδρομο πρωτοπαθούς δυσκινήσιας κροσσών.