Επιγλωττίς

Εύκαμπτο χόνδρινο αποπλατυσμένο όργανο, που εκφύεται από τη ρίζα της γλώσσας και επικαλύπτει τη γλωττίδα, μέχρι το θυροειδή χόνδρο. Αποκλείει τους αεραγωγούς, κατά την κατάποση προς αποφυγή εισροφήσεων.