Αναπνευστική λειτουργία

Η βασική, αλλά όχι μοναδική συνεισφορά του αναπνευστικού συστήματος στην ομοιοστασία του οργανισμού είναι η αναπνοή με την οποία αποσκοπείται η διάθεση στον οργανισμό ποσού Ο2 [περίπου 250 ml/min, που είναι αναγκαία για την αερόβια μεταβολική του δραστηριότητα] και η απαγωγή της ποσότητας του CO2 [περίπου  200 ml/min, που εκλύονται ως αποτέλεσμα μεταβολικών δράσεων].

Το Ο2 διανύει τη διαδρομή από την ατμόσφαιρα μέχρι το μιτοχόνδριο προωθούμενο: [α] με την ενδοπνευμονική ροή του αέρος και την ενδαγγειακή ροή του αίματος· [β] με την παθητική μετατόπιση από `περιοχές` που ευρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση κι έτσι σε υψηλή μερική πίεση, προς `περιοχές` με μικρή συγκέντρωση και, επομένως, με χαμηλή πίεση και, [γ] χαλαρά συνδεδεμένο με την αιμοσφαιρίνη. Στη διαδρομή αυτή παρατηρείται μια προοδευτική κλίση πιέσεως από 150 mmHg υπό την οποία απαντά στην ατμόσφαιρα μέχρι ~ 5-22  mmHg υπό την οποία ευρίσκεται στο ενδοκυτταρικό περιβάλλον [σημείο Pasteur]. Δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η διάθεση Ο2 στους ιστούς αποτελεί τη σπουδαιότερη φυσιολογική λειτουργία κάθε αερόβιου οργανισμού, αφού η ελάττωση της αποδόσεως Ο2 συνεπάγεται ανεπίστρεπτες βλάβες σε ζωτικά όργανα ή και θάνατο.

Το CO2 είναι το σημαντικότερο παραπροϊόν του κυτταρικού αερόβιου μεταβολισμού. Παράγεται, σχεδόν, αποκλειστικά, στα μιτοχόνδρια (μ), όπου παρατηρείται και η μέγιστη PμCΟ2 [55 mmHg]. Η πίεση αυτή προοδευτικά μειώνεται κατά τη διαδρομή του προς τις κυψελίδες και στην ατμόσφαιρα (0 mmHg]. Το CO2, όπως και το Ο2, μεταφέρεται με την κυκλοφορία,

-εν μέρει μεν φυσικώς διαλυμένο (: περίπου 10%, από το οποίο προκύπτει και η PaCO2) [στο πλάσμα 6% ή στα ερυθροκύτταρα 4%],

-εν μέρει ενυδατωμένο ως HCO3̄ (55%).

Σύνοψη Αναπνευστικής Λειτουργίας
Αναπνευστική λειτουργία επί εξωπνευμονικών παθήσεων