IgE- φυσιολογική/παθοφυσιολογική δράση

Έχει αναπτυχθεί εκτεταμένη συζήτηση, αναφορικά με τη φυσιολογική εισφορά της IgE, π.χ., στην καταπολέμηση των παρασίτων εντέρου, όπως το σχιστόσωμα mansoni, αν και αυτό δεν έχει οριστικά αποδειχθεί σε ανθρώπινα όντα. Παρ΄όλο ότι δεν έχει ακόμη επαρκώς κατανοηθεί, η IgE μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση καρκινικών κυττάρων, κατά την οποία η τυχόν ενορχήστρωση ισχυρής κυτοτοξικής απαντήσεως, θα ήταν κλινικά επωφελής[i].  Φυσικά, εάν τα προηγούμενα ίσχυαν, η θεραπεία με αντι IgE παράγοντες, όπως η omalisumab θα μπορούσε να είχε σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τα ατοπικά άτομα, εμφανίζουν μέχρι 10 φορές αύξηση των φυσιολογικών συγκεντρώσεων ΙgE, στο περιφερικό αίμα, -σύνδρομο υπερ IgE-, αν και η αύξηση της IgE δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την εμφάνιση συμπτωμάτων, καθώς, μεγάλη αναλογία ασθματικών ασθενών εμφανίζουν φυσιολογικές συγκεντρώσεις IgE. Πρόσφατες μέλετες έχουν αποκαλύψει ότι επί αλλεργικής ρινίτιδας μπορεί να αναπτυχθούν τοπικές συγκεντρώσεις ΙgE. H ΙgE  που μπορεί να αναγνωρίσει ειδικά αντιγόνα, όπως η οικιακή σκόνη, που εμπεριέχει ακάρεα DerP1, cat felD1, διάφορες γύρεις κλπ., εμφανίζει ενιαίες, παρατεταμένης διάρκειας, αντεπιδράσεις με τους υψηλής συγγένειας επιφανειακούς υποδοχείς FcεRI. Τα σιτευτικά και βασεόφιλα κύτταρα, που έχουν την ικανότητα να απελευθερώνουν προσχηματισμένους μεσολαβητές, καθίστανται επιρρεπή (primedà122) έτοιμα να απλευθερώσουν ισταμίνη, λευκοτριένια, και ποικιλία ιντερλευκινών, που ενορχηστρώνουν το πλείστο των συμπτωμάτων που εντάσσονται στις λεγόμενες ”αλλεργικές αντιδράσεις”, όπως ο βρογχόσπασμος, η τοπική φλεγμονή στο έκζεμα, η αυξημένη καταρροή, στην αλλεργική ρινίτιδα. Η παράλληλα προκαλούμενη αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας επιτρέπει την προσέλευση άλλων κυττάρων φλεγμονής, ή να απολήξει σε ευρεία και θανατηφόρο ραγδαία μείωση της αρτηριακής πιέσεως, όπως επί αναφυλαξίας. Οι υποκείμενοι παθογενετικοί μηχανισμοί δεν έχουν πλήρως αναγνωρισθεί, ώστε δεν κατανοείται γιατί σε μερικούς ασθενείς, οι αλλεργικές αντιδράσεις περιορίζονται στη χρόνια καταρροή, ενώ άλλοι εμφανίζουν θορυβώδη ή και απειλητικά συμπτώματα. Οι υποδοχείς, χαμηλής συγγένειας, FcεRII ή CD23 (à19), εμπλέκονται στη ρύθμιση των επιπέδων IgE, μέσω διαφοροποιήσεως Β-λεμφοκυττάρων προς αντισωματοπαραγωγά πλασματοκύτταρα. Οι CD23, επίσης, διευκολύνουν την παρουσίαση αντιγόνου. Πρόκειται για ένα IgE-εξαρτώμενο μηχανισμό, μέσω του οποίου, τα Β-κύτταρα που έχουν επιφανειακούς FcεRII (CD23) καθίστανται ικανά παρουσιάσουν αντιγόνα και να ενεργοποιήσουν ειδικά Τ-επικουρικά κύτταρα, προκαλώντας επίταση της απαντήσεως Τh2, που αποτελεί βασική προϋπόθεση παραγωγής νέων αντισωμάτων.

Η IgE αυξάνεται σε ατοπικές δερματοπάθειες, όπως έκζεμα· πυρετό εκ χόρτου· άσθμα· αναφυλακτικό shock· μυέλωμα IgE.

H ΙgE μειώνεται σε συγγενή αγαμμασφαιριναιμία· υποογαμμασφαιριναιμία, λόγω εσφαλμένου μεταβολισμού ή συνθέσεως  ανοσοαφαιρινών.

 

[i] Karagiannis S et al. (2003). "Activity of human monocytes in IgE antibody-dependent surveillance and killing of ovarian tumor cells". Eur J Immunol 33 (4): 1030–1040.